Αρχαιότητες στη πόλη της Ναυπάκτου

κείμενα: Γιάννης Χαλάτσης, φωτογραφίες: Παναγιώτης Τσούσης

Οι πολλοί σεισμοί, που κατά καιρούς έπληξαν την περιοχή, σε συνδυασμό με το γεγονός, ότι η πόλη αυτή κατοικούνταν συνέχεια για περισσότερα από 3.500 χιλιάδες χρόνια, έχουν σαν αποτέλεσμα να μην έχουν διασωθεί σπουδαία αρχαία μνημεία, εκτός βέβαια από το φρούριό της.

Η πόλη κάθε φορά που καταστρεφόταν, ξαναχτιζόταν πάνω στα ερείπιά της. Αυτός είναι και ο λόγος που το υπέδαφός της είναι διάσπαρτο από αρχαία ευρήματα, απ' όλες τις εποχές της μακραίωνης ιστορίας της.
Σύμφωνα με περιγραφές ιστορικών, περιηγητών και από πληροφορίες που αντλούμε από ανακαλυφθείσες επιγραφές, προκύπτουν τα παρακάτω στοιχεία για τη μορφή της πόλης στους αρχαίους χρόνους.
Είναι βέβαιο ότι υπήρχαν τα μακρά τείχη του κάστρου. Υπολείμματα αρχαίων τειχών βρίσκονται και σήμερα στη πλευρά της θάλασσας και στη δυτική πλευρά του φρουρίου. Τα τείχη ήταν μακρά το 426 π.Χ., είναι όμως πιθανό να μην είχαν τη σημερινή τους μορφή με τα πέντε διαζώματα. Υπήρχε επίσης το λιμάνι, η συνοικία στην ανατολική πλευρά (Κεφαλόβρυσο), το «ατείχιστο προάστειο».

Στη δυτική πλευρά είναι άγνωστο, αν υπήρχε προάστιο. Υπήρχαν όμως αμπελώνες.
Πληρέστερη περιγραφή της Ναυπάκτου του 176 μ.Χ. και των ναών που υπήρχαν, μας κληροδότησε ο αρχαίος περιηγητής Παυσανίας στα «Φωκικά», ο οποίος γράψει: «Στην ακροθαλασσιά υπάρχει εδώ ένας ναός του Ποσειδώνα με άγαλμα χάλκινο που παριστάνει το θεό όρθιο. Υπάρχει επίσης και ιερό της Άρτεμης, με την επίκληση Αιτωλή, όπου άγαλμα από λευκό μάρμαρο παριστάνει τη θεά να ρίχνει ακόντιο. Η Αφροδίτη τιμάται μέσα σε μία σπηλιά, προσεύχονται σε αυτή και για άλλα πράγματα, αλλά κυρίως οι χήρες γυναίκες ζητούν από τη θεά νέο γάμο. Το ιερό του Ασκληπιού ήταν το 176 μ.Χ. ερειπωμένο.

Η ακριβής θέση των μνημείων αυτών είναι δύσκολο να καθοριστεί σήμερα, αφού δεν υπάρχουν ίχνη. Ο ναός του Ποσειδώνα προσδιορίζεται στο χώρο όπου βρίσκεται σήμερα το τζαμί στο λιμάνι σύμφωνα με τη γνώμη του περιηγητή Spon.

Το Ασκληπιείο βρισκόταν στο Κεφαλόβρυσο, στη συνοικία Αφροδίτη, στη θέση Τσουκάρι, όπου και σήμερα διακρίνονται σε πέτρινο βράχο δυσανάγνωστες αρχαίες ελληνικές επιγραφές. Το ιερό αυτό βρισκόταν μάλλον εκτός των τειχών της αρχαίας πόλης, ενώ και μερικά από τα υπόλοιπα ιερά μπορεί να βρίσκονταν στη γύρω από τη Ναύπακτο περιοχή και όχι μέσα στα όρια της πόλης, αν και αυτό μένει στην αρχαιολογική έρευνα να το αποδείξει, μια και οι πηγές είναι ασαφείς στο σημείο αυτό.

Για τη σπηλιά, όπου τιμούσαν την Αφροδίτη, τίποτε δεν είναι βέβαιο. Κάποιοι την τοποθετούν στο λόφο, όπου βρίσκεται ο ναός του Αγίου Γεωργίου. Άγνωστες τέλος είναι οι θέσεις που βρίσκονταν τα ιερά της Αρτέμιδας και του Απόλλωνα.

Από τη βυζαντινή εποχή έχει εντοπισθεί στην πόλη ναός βασιλικού ρυθμού της παλαιοχριστιανικής περιόδου. Ο ναός βρέθηκε σε ανασκαφή οικοπέδου στη συνοικία Εβραιόλακα της οδού Καπορδέλη 4. Η ανασκαφή της όμως περιορίσθηκε λόγω των υπαρχουσών γειτονικών οικοδομών. Οι μεγάλες διαστάσεις της οδήγησαν τους αρχαιολόγους να πιστεύουν, ότι πρόκειται για το μητροπολιτικό ναό της Θεοτόκου, στον οποίο αναφέρεται και ο λόγιος μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιωάννης Απόκαυκος (1204-1232).

Εάν η άποψη αυτή είναι ορθή, τότε σύμφωνα με τα δεδομένα των ανασκαφών στο χώρο αυτό, ο ναός ήταν κτίσμα του 5ου αιώνα, πεντάκλιτος με εγκάρσιο, πιθανότατα, κλίτος και μάλλον καταστράφηκε από σεισμό (Αθ. Παλιούρας «Βυζαντινά Μοναστήρια» σ. 48).

Από την εποχή της Τουρκοκρατίας σώζονται ένα τζαμί στο λιμάνι, ερείπια ενός άλλου και λουτρά στη συνοικία Βεζύρ Τζαμί, καθώς και τα αρχοντικά των αγωνιστών Τζαβέλα και Μπότσαρη. Το Τζαμί στο λιμάνι βρίσκεται στο ανατολικό τείχος και πιστεύεται ότι κτίσθηκε στα ερείπια αρχαίου ναού του Ποσειδώνα. Σήμερα χρησιμοποιείται από την αρχαιολογική υπηρεσία ως αποθήκη ευρημάτων, που δεν προωθούνται στα διάφορα μουσεία. Το Βεζύρ Τζαμί βρισκόταν μέσα στο κάστρο στο χώρο του δεύτερου κατά σειρά διαζώματος από το λιμάνι. Σήμερα σώζονται μόνο ελάχιστα ερείπια, δίπλα από μεγάλο αιωνόβιο πλατάνι και την παλιά βρύση, από όπου υδρεύονταν οι πολιορκημένοι.

Το Κάστρο της Ναυπάκτου: Το Κάστρο βρίσκεται στην κορυφή του λόφου που δεσπόζει στη πόλη, στα δυτικά αυτής σε υψόμετρο περίπου 200 μέτρων. Ο λόφος αυτός έχει σχήμα πυραμίδας. Οι μεγαλοπρεπείς οχυρώσεις της Ναυπάκτου, που οφείλονται σε διαδοχικές κατασκευαστικές φάσεις και κλιμακώνονται από την αρχαιότητα έως και την τουρκοκρατία, παρά τις καταστροφές και φθορές που έχουν υποστεί, αποτελούν ένα από τα πιο σημαντικά και καλοδιατηρημένα παραδείγματα φρουριακής αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα.

Ποία ήταν η μορφή του κάστρου στους αρχαίους χρόνους δεν μπορούμε με ακρίβεια να ξέρουμε. Είναι βέβαιο όμως ότι υπήρχαν τα τείχη. Υπολείμματα αρχαίων τειχών βρίσκονται και σήμερα κατά τη μεριά της θάλασσας και στη δυτική πλευρά. Το πιθανότερο είναι το κάστρο να μην είχε τη σημερινή του μορφή με τα πέντε διαζώματα. Αυτή τη μορφή την έλαβε κυρίως κατά τη βενετική κυριαρχία. Η κορυφή του λόφου περικλείεται από κυκλικό τείχος διαμέτρου 100 μέτρων. Δύο βραχίονες που ακολουθούν την κλίση του εδάφους κατεβαίνουν ο ένας ανατολικά και ο άλλος δυτικά και αφού καμφθούν πλησιάζοντας ο ένας τον άλλον και με 2 πύργους κλείνουν την είσοδο του μικρού λιμανιού. Τέσσερα εγκάρσια τείχη ενώνουν αυτούς τους δύο βραχίονες, σχηματίζοντας από την κορυφή έως τη θάλασσα πέντε αμυντικές ζώνες ή διαζώματα οι οποίοι μειώνονται σε έκταση όσο πλησιάζουν την κορυφή και ο καθένας είναι ένα ανεξάρτητο φρούριο.

Το Λιμάνι: Οι δύο βραχίονες του κάστρου, οι οποίοι ξεκινούν από την κορυφή του λόφου καταλήγουν στη θάλασσα, όπου με δύο πύργους κλείνουν την είσοδο του λιμανιού. Το μικρό και γραφικό αυτό λιμάνι έχει σχήμα πετάλου με άνοιγμα εισόδου 35 m. Δεξιά και αριστερά της εισόδου του υπάρχουν δύο πύργοι.

Μετά την απελευθέρωση της πόλης 1829 το λιμάνι της εξακολουθούσε να αποτελεί σημαντικό συγκοινωνιακό και εμπορικό κέντρο που έδινε ζωή και κίνηση στην πόλη. Από το λιμάνι γινόταν η μεταφορά με καΐκια προς την ακτή της Αχαΐας, τον Ψαθόπυργο και την Πάτρα. Επίσης για πολλά χρόνια η συγκοινωνία με την πρωτεύουσα του νομού, το Μεσολόγγι, γινόταν με καΐκια από την Ναύπακτο στην Πάτρα, από εκεί στο Κρυονέρι - Γαλατά και συνέχεια μέσω ξηράς έφθανε κανείς στο Μεσολόγγι.

Τέλος, στον προλιμένα της Ναυπάκτου έφταναν με μεγάλα καράβια τα εμπορεύματα, τα οποία μεταφέρονταν στα χωριά της ορεινής Ναυπακτίας και την Δωρίδα. Οι δραστηριότητες αυτές έδιναν ζωή στο λιμάνι και στην γύρω από αυτό περιοχή, το Στενοπάζαρο. Zούσαν πολλές οικογένειες από το λιμάνι, ναυτικοί, εργάτες θαλάσσης, καροτσέρηδες και άλλοι επαγγελματίες.

Η κατάσταση αυτή κράτησε μέχρι τα μέσα του εικοστού αιώνα, συγκεκριμένα το 1947, όταν δημιουργήθηκε το Πορθμείο Ρίου-Αντιρρίου. Τότε η Ναύπακτος άρχισε να χάνει δύο από τους βασικότερους παράγοντες της οικονομικής της ζωής. Την κίνηση του λιμανιού και το διαμετακομιστικό εμπόριο, που το διευκολύνει πλέον η αύξηση του αριθμού των αυτοκινήτων. Στις μέρες μας το μικρό γραφικό λιμανάκι δέχεται καθημερινά τους καλοκαιρινούς κυρίως μήνες δεκάδες μικρά κρουαζιερόπλοια με ευρωπαίους εκδρομείς.

Τα αρχοντικά Ν. Μπότσαρη και Κ. Τζαβέλα

Ο Πύργος ΜπότσαρηΚοντά στη δυτική είσοδο της πόλης πάνω στο φρούριο, υπάρχει ένα κτιριακό συγκρότημα με επιβλητική μορφή, το οποίο προκαλεί την προσοχή και το ενδιαφέρον του καθένα που το βλέπει για πρώτη φορά. Το συγκρότημα αυτό είναι ο "Πύργος Μπότσαρη". Το κτίριο αυτό, κτισμένο σε δύο φάσεις το 15ο και 16ο αιώνα με «αυταρχικές προδιαγραφές» ενός πραγματικού οχυρού συγκροτήματος μέσα στα τείχη, χρησιμοποιήθηκε πολλές φορές για τη στέγαση των εκάστοτε ηγεμόνων της μικρής αυτής πόλης. Αμέσως μετά την απελευθέρωση της Ναυπάκτου, την 18η Απριλίου 1829, το κτίριο αυτό ήρθε στην κατοχή του σουλιώτη στρατηγού Νότη Μπότσαρη.  Σήμερα ο πύργος, ανακαινισμένος από τον τελευταίο ιδιοκτήτη του, Νότη Δημητρίου Μπότσαρη, έχει ενταχθεί και ανήκει στο κοινωφελές ίδρυμα με την επωνυμία «Ίδρυμα Δημητρίου και Αίγλης Μπότσαρη» φιλοξενώντας διαρκή έκθεση αντιγράφων από πίνακες, χάρτες και σχεδιάσματα που έχουν σχέση με τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου (1571 μ.Χ.).  

Οι Τζαβελαίοι είναι μία από τις σημαντικές οικογένειες του Σουλίου, που εγκαταστάθηκαν στη Ναύπακτο. Κατά την απελευθέρωση της Ναυπάκτου αρχηγός των ελληνικών δυνάμεων ήταν ο Κίτσος Τζαβέλας, η οικογένεια του οποίου εγκαταστάθηκε στη Ναύπακτο μετά την απελευθέρωσή της.
Ο Νικολός Τζαβέλας υπήρξε πρώτος δήμαρχος στην πόλη μας μετά την απελευθέρωσή της από τον τούρκικο ζυγό, στις 18 Απριλίου 1829. Επίσης, ο αείμνηστος στρατηγός Λάμπρος Τζαβέλας δώρισε στην πόλη μας την έκταση στην περιοχή Αφροδίτης, όπου σήμερα βρίσκεται η πλατεία Τζαβελαίων.

Το αρχοντικό της οικογένειας Τζαβέλα βρίσκεται στην περιοχή του Βεζύρ Τζαμί, στο ανατολικό τμήμα του δεύτερου διαζώματος του Φρουρίου, στην οδό Σουλίου. Είναι μία από τις λίγες σωζόμενες παλιές οικίες εντός του Φρουρίου. Έχει δύο ορόφους με πλούσιο εσωτερικό διάκοσμο. Τελευταία έγινε πλήρης ανακαίνιση του κτίσματος και προορίζεται για μουσείο της νεότερης ιστορίας της πόλης.

Τούρκικα Λουτρά: Δίπλα από το τζαμί βρέθηκαν λουτρά με τούρκικο χαμάμ. Σε αντίθεση με το Τζαμί, σώζεται σε σχετικά καλή κατάσταση το κτίριο των λουτρών, το οποίο ανήκε στο αρχιτεκτονικό συγκρότημα του τζαμιού, γεγονός όχι σπάνιο για τα τουρκικά τεμένη, κτισμένο σε μια θέση που επέτρεπε την εκμετάλλευση των πλουσίων τρεχούμενων νερών της Ναυπάκτου.

Αρχαία Ασκληπιεία: Στο λόφο πάνω από το Κεφαλόβρυσο πιστεύεται ότι υπήρχε στην αρχαία εποχή το Ασκληπιείο, το οποίο αναφέρει ο Παυσανίας στα Φωκικά. Επίσης, τη θέση του Ασκληπιείου, στο σημείο αυτό, προσδιόρισε το 1879 και ο περιηγητής W. Well.

Στον Γ΄ τόμο του έργου του Γερμανού αρχαιολόγου Guent. Klaffenbach με τίτλο Inscrripiones Graecae που εκδόθηκε το 1968 στο Βερολίνο περιλαμβάνονται 45 αρχαίες επιγραφές που βρέθηκαν στη Ναύπακτο. Απ΄ αυτές οι οκτώ προέρχονται από το ιερό του Ασκληπιείου στη Ναύπακτο. Μία απ΄ αυτές τις επιγραφές είναι χαραγμένη στις συμπαγείς πλευρές του βράχου.

Ερείπια από ένα άλλο του Ασκληπιείου, κοντά στη Ναύπακτο, «του Ασκληπιείου εν Κρουνοίς», υπάρχουν στα βόρεια του τοπικού διαμερίσματος Σκάλα. Βορειοανατολικά του διαμερίσματος Σκάλας, στη θέση που σήμερα λέγεται «Λογγά» και στις θέσεις «Μάρμαρα» και «Μνήματα» υπάρχουν αρχαία μνημεία, πιθανά απομεινάρια της πόλης Βουττός. Στο σημείο αυτό βρέθηκε επιγραφή που χρονολογείται από το 165-135 π.Χ., όπου αναφέρονται ονόματα κατοίκων του Βουττού.

Μουσείο Ν. Φαρμάκη: Στο κέντρο της πόλης, κοντά στην πλατεία Δήμου Φαρμάκη, στεγάζεται το Μουσείο Φαρμάκη. Πρόκειται για ένα αξιόλογο ιδιωτικό μουσείο με κειμήλια του 1821. Περιλαμβάνει διάφορα εκθέματα του απελευθερωτικού αγώνα, όπως όπλα των αγωνιστών του ? 21 (καριοφίλια, γιαταγάνια κ.ά.), καθώς και κάποια χειρόγραφα της εποχής.

Στη θέση «Ελληνικό», στην κορυφογραμμή του λόφου της Παλατράχης (502 μ.) νοτιοδυτικά της Βελβίνας, υπάρχουν τα θεμέλια της Ακρόπολης του αρχαίου Μολυκρείου καθώς και αρχαίου ναού, ενδεχόμενα Πελασγικής εποχής, αφιερωμένου στο θεό Ποσειδώνα. Νότια του ναού υπάρχει εντυπωσιακή δεξαμενή διαμέτρου 5,35 μ. κτισμένη με μεγάλες πελεκητές πέτρες, η οποία ίσως να χρησιμοποιούνταν ως αποθήκη νερού ή ως αποθέτης διαφόρων αντικειμένων. Η επιλογή της συγκεκριμένης θέσης του μνημείου, η οποία δεσπόζει στην είσοδο του Κορινθιακού κόλπου, αποδεικνύει τη σημασία που έδιναν οι αρχαίοι στον τόπο που θα κατοικήσουν, συνδυάζοντας τις καλύτερες δυνατές συνθήκες τόσο για τη διαβίωσή τους, όσο και για την ασφάλειά τους. Κατά τον αρχαιολόγο Ορλάνδο, ο ναός αυτός κτίσθηκε πριν το 400 π.Χ. και δεν πρόφτασε να ολοκληρωθεί.

Από τα φυσικά μνημεία ξεχωρίζουμε το ποταμό Εύηνο ο οποίος ξεκινάει από τις δυτικές υπώρειες των Βαρδουσίων και ακολουθώντας δυτική πορεία χωρίζει τα βορειότερα Ναυπακτιακά χωριά από την υπόλοιπη Ναυπακτία. Στη συνέχεια ακολουθεί νότια πορεία και εκεί κατά την Καλλονή παίρνει δυτική πορεία και έτσι πότε νοτιοδυτικά και πότε νότια φτάνει στον Πατραϊκό Κόλπο, ανάμεσα στο Ευηνοχώρι και το Γαλατά.
Η διαδρομή του, 98 χιλιόμετρα, θυμίζει κίνηση φιδιού και ο λαός του έδωσε το όνομα Φίδαρης.

Στην Αναβρυτή, κρυμμένο στο βάθος μιας κατάφυτης ρεματιάς, βρίσκεται ένα αληθινό μνημείο της φύσης με λαμπερoύς σταλακτίτες και σταλαγμίτες, το σπήλαιο της Δρακότρυπας. Το σπήλαιο αυτό είναι γνωστό από το 1958 και έχει εξερευνηθεί σε έκταση 1.100 τ.μ. σε μήκος διαδρόμων 500 μέτρων περίπου. Πρόκειται για καλλιτέχνημα της φύσης με λίμνες, υπόγειο ενεργό ποτάμι και πλήθος σταλαγμιτών και σταλακτιτών που δημιουργούν παντοειδή σχήματα και σχέδια απαράμιλλης και ίσως μοναδικής ομορφιάς για την Ελλάδα. Είναι απορίας άξιο πως ένα τόσο θαυμάσιο φυσικό και τουριστικά αξιοποιήσιμο σπήλαιο δεν έχει αξιοποιηθεί τόσα χρόνια.


Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε την εμπειρία χρήσης σας. Χρησιμοποιώντας αυτή την ιστοσελίδα αποδέχεστε τους όρους μας. Όχι, θέλω να μάθω περισσότερα.