ΛΙΜΠΕΡΑΚΗΣ ΜΙΜΗΣ(1880-1967)

κείμενα: ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΚΟΣΟΥΛΑΣ, ΘΩΜΑΣ ΓΚΟΡΠΑΣ

Ο ποιητής και αισθητικός

Ο Δημήτριος (Μίμης) Λιμπεράκης του Γεωργίου και της Παναγούλας - Μαλβίνας γεννήθηκε το 1880 και πέθανε στις 15 Απριλίου 1967 στο Μεσολόγγι, όπου έζησε τα τελευταία 27 χρόνια της ζωής του συνεχώς ανάμεσά μας. Και λέω, «ανάμεσά μας», διότι τα χρόνια αυτά καθημερινά τον βλέπαμε στον περίπατό του, στο δρόμο της Τουρλίδας, και στα περάσματά του μέσα στην πόλη. Στο κουρείο του Λαμπίρη, στο στιλβωτήριο του Καράση, στη Λέσχη του Μαγγίνα, στο ουζάδικο του Μουστακλή ή Τρύπα, και κυρίως στα ζαχαροπλαστεία «?ριστον» και «Γαλάξεια» όπου καθόταν με κάποια συντροφιά γύρω του. Τελευταία σύχναζε και στο καφενείο του Μαλαβέτα. Με κριτήριο, λοιπόν, τον χρόνο διαμονής και τον τόπο παραγωγής της όποιας δημιουργίας του, ο Λιμπεράκης υπήρξε ο περισσότερο Μεσολογγίτης ποιητής και γενικά λόγιος (και αισθητικός της τέχνης, όπως τον ήθελε ο Κοσμάς Πολίτης).

Το 1898 ο Λιμπεράκης αποφοίτησε από το τετρατάξιο, τότε, Γυμνάσιο της πόλης μας με βαθμό «Σχεδόν καλώς». Γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά δεν προχώρησε στις σπουδές του. Τα πρώτα βήματά του στα Γράμματα, με ποιήματα και «ρυθμισμένες πρόζες», όπως τις έλεγε, τα έκανε στις τοπικές εφημερίδες: Ανεξάρτητος το 1899, Μικρά Εφημερίς, το 1900, Ακαρνανία το 1901, υπογράφοντας με το ψευδώνυμο «Fingal» (που ήταν θρυλικός ήρωας και πολεμιστής της Ιρλανδίας).

Από το 1901 μέχρι και το 1912 εμφανίζεται σε περιοδικά της Αθήνας, του Πειραιά, της Πόλης και της Αλεξανδρείας, όπως Το Περιοδικόν μας, του Γεράσιμου Βώκου, η Ζωή της Πόλης, του Απόστολου Μελαχρινού, ο Ακρίτας του Σωτήρη Σκίπη, η Ηγησώ, ο Παν του Αρίστου Καμπάνη και τα Γράμματα της Αλεξανδρείας. Στα περιοδικά αυτά δημοσίευσε ποιήματα, μικρές πρόζες, αισθητικές μελέτες καθώς και κριτικές και μεταφράσεις από Μαλλαρμέ, Βερλαίν, Σουίνμπερν, Ουίτμαν, Έντγκαρ Πόε και Γητς. Υπογράφει άλλοτε με τ’ όνομά του: Δ. ή Μ. ή Μίμης Λιμπεράκης και άλλοτε με το ψευδώνυμο. Ως τόπος παραγωγής τις περισσότερες φορές αναφέρεται το Μεσολόγγι. Δυο πεζά: «Ηρωική Συμφωνία» και «Κιάρο ντι λούνα» δηλ. Υπό το σεληνόφως, τα έγραψε το 1903 στην Κέρκυρα και το ποίημα «Ενδυμίων» το 1910 στη Ρώμη.

Το 1913 του ζητούν επίμονα από τα Γράμματα της Αλεξανδρείας νέα συνεργασία και να του εκδώσουν σ’ ένα τόμο το μέχρι τότε έργο του, αλλά ο Λιμπεράκης αρνείται, και κρατάει στο συρτάρι του τον «Αδριανό στο Νείλο» μαζί με τις επιστολές που του έστειλαν από την Αλεξάνδρεια.

Περνούν 22 χρόνια σιωπής και το 1934 εκδίδεται στην Αθήνα η ποιητική συλλογή Παιδικοί Ύμνοι, με 15 ποιήματα, σε 15 μόνο αντίτυπα: «μονάχα για τους εκλεκτούς», θα υπαινιχτεί ο Κοσμάς Πολίτης στην EROΪCA του, στην οποία ο Λιμπεράκης αναγνωρίζεται κάτω από το πρόσωπο του αρχαιολάτρη και ωραιολάτρη κυρίου Κλήμη.

Το 1936, στο περιοδικό Ο Κύκλος του Απόστολου Μελαχρινού, δημοσιεύεται ποίημα του Βερλαίν σε μετάφραση Λιμπεράκη, αλλά πρέπει να είναι από αυτά που ο Λιμπεράκης έστελνε στον Μελαχρινό, τότε που αλληλογραφούσαν, μεταξύ 1903 και 1907.

Ακολουθεί δεύτερο κενό 25 χρόνων και το 1961 δημοσιεύονται στο Ρουμελιώτικο Ημερολόγιο του Δ. Σταμέλου τα ποιήματα «Φιλενάδες» και «Κουρσάρικο» μαζί με βιογραφικό σημείωμα γραμμένο από τον συντοπίτη μας Χρήστο Καλαντζή:

Φιλενάδες
Μπροστά από μόντζους ταπεινούς περνάτε,
τα σπίτια των νοικοκυραίων και τ’ αρχοντικά.
Σε φτωχικά κατώφλια σταματάτε,
πουλώντας του λόγγου τα χορταρικά.

Φιλενάδα, κράζετε την αστή γυναίκα
και η φωνή σας τα χειμωνιάτικα πρωϊνά
ακούγεται σαν μιαν επίκληση αδερφοσύνης
στον κόσμο της πόλης που αγρυπνά.

Πόσο η ψυχή μου είναι μαζί σας…
Στις μακρυνές καλύβες σάς ακολουθώ,
που κοντά σ’ ένα ερημοκλήσι
περνάει η ζωή σας απ’ τη γέννηση ώς το χαμό.

Ανάπαψη δεν έχετε καμμία.
Μανάδες στη πλάτη φέρνετε κρεμαστό,
στο δρόμο που παίρνετε για τη χώρα,
σε λίκνο ξύλινο το νεογνό σας.
Και είναι η χαρά σας κι ο καϋμός σας
 
στο μόχθο να μεγαλώσετε κι αυτό.

Στον τάφο σας πρωτοανθίζουν οι βοστίνες
υπόσχεση ανοιξιάτικη ζωής.
Κ’ είναι η λησμονημένη ύπαρξή σας
όπου την αναδύει η μητέρα γης.



Τέλος, μετά τον θάνατό του, στη Νέα Εστία, τον Νοέμβριο του ’68, δημοσιεύτηκε το ποίημα «Στους πύργους της Αγγλίας τα Μεγάλα Όργανα», ένα από τα ποιήματα που μαγνητοφωνήθηκαν από τον Δημήτρη Μαλακάση και τον Τάκη Παναγόπουλο σε επίσκεψή τους στον τυφλό πλέον Λιμπεράκη. (Ήταν ποιήματα που ο Λιμπεράκης κρατούσε στο μυαλό του όταν πια δεν μπορούσε να γράψει).

Στους Πύργους της Αγγλίας τα Μεγάλα Όργανα
Στους πύργους της Αγγλίας τα μεγάλα όργανα
αντηχούν στις νύχτες των καταιγίδων.
όταν χερουβικά δάκτυλα στην πλήξη των ωρών,
υψώνουν τους ύμνους του Χαίντελ και του Μπαχ.
Στις νύχτες των καταιγίδων.
όπου τους φάρους καλύπτουν τ’ ατλαντικά κύματα
 
και διαπερνούν τους ανέμους ανέλπιδες επικλήσεις,
φωνές ναυαγίων.
Μα η χαραυγή με τ’ ασημένια κύμβαλα
και το φτερουγισμένο άγγιγμα,
αλλού θα φέρει την ολοφώτεινη μέρα.
στις όχθες του ?ρνο.
Εκεί, ξωτικές της Αλβιόνος παρθένες,
 
θα σκορπίσουν τα ρόδα της εφήμερης ύπαρξής των.
Κι έπειτα οι αράχνες στους αρμούς των οργάνων,
θα πλέξουν τα πέπλα της λήθης.
Στα σκυθρωπά δώματα
 
θ’ απλωθούν τα πέπλα της λήθης.
Κι απ’ το χορταριασμένο κενοτάφιο,
που χαραγμένο κρατεί το γοητευτικό όνομά τους
κι ανάγλυφη τη δεητική τους τη μορφή
 
στων καταχνιασμένων πάρκων τη θλίψη,
μονάχα στις βορεινές εσπέρες
το πέρασμα των ελάφων.




Αυτές, μπορεί να πει κανείς, ήταν οι δημοσιεύσεις του Λιμπεράκη ή τουλάχιστον αυτές που βρέθηκαν.

Εξάλλου, μερικά ανέκδοτα ποιήματα κυκλοφορούσαν, δακτυλογραφημένα, από χέρι σε χέρι, ενώ μερικά άλλα βρέθηκαν στα χαρτιά του Μελαχρινού και του Μέμου Γεωργίου, μαζί, εδώ, με τα υπόλοιπα μαγνητοφωνημένα ποιήματα.

Αν άφησε και άλλο έργο παραμένει άγνωστο. Τα χαρτιά του, μαζί με την αλληλογραφία που ο Λιμπεράκης διατηρούσε με ανθρώπους των Γραμμάτων και της Τέχνης, πετάχτηκαν αλύπητα σαν άχρηστο υλικό και χωρίς την παραμικρή υποψία για την αξία μιας τέτοιας αλληλογραφίας. Ωστόσο, στο αρχείο του Μελαχρινού βρέθηκαν 21 γράμματα του Λιμπεράκη, που αποσπάσματά τους παραθέτουμε στο τέλος. Η θητεία του Λιμπεράκη στην ποίηση και γενικά στον γραφτό λόγο συμπίπτει με τα ρεύματα του δημοτικισμού της πρώτης 10ετίας του περασμένου αιώνα. Πορεύεται και πλάθει το γλωσσικό του όργανο μέσα σ’ αυτά τα ρεύματα, ενώ παράλληλα το πλουτίζει με λεκτικά στοιχεία και μορφές από τη γλώσσα των ψαράδων και των ξωμάχων γυναικών που ακούγονταν στους δρόμους της πόλης μας. 

Εσπερινοί
Στα λιμανάκια τώρα που ησυχάζουν
Στων άχρωμων βασιλεμάτων την αγγούσα
Με λίγες πασσαρούλες αραμένες μες σ’ αυτά,
Κάποιοι γυρμένοι άνθρωποι στους μώλους
Τηράν κατά το πέλαο σιωπώντας.
Στα λιμανάκια τ’ αφημένα και τα έρμα
Με τα μεγάλα τους βαρούκλα σαπισμένα,
Οπού φαντάζουνε σα μεγαθήριων σκελετοί,
Περνούν οι γλάροι κράζοντας και αργοπετώντας
Προς τα νησάκια με τις βαθυπράσινες στρωσσές,
Και οι κραξές τους μοιάζουνε σαν κοπετοί.
Μέσα στη χώρα
Που τη θλίβει το δείλι
Και απλώνει από τα σπίτια ήσκιους νωθρούς
Καλούν οι γνώριμες καμπάνες
Στους εσπερινούς,
Ενώ από τα παμπάλαια χαμόσπιτα
Κι αργοπατώντας
Προβαίνουν οι κυρούλες πένθιμα βογγώντας.
Κ’ είναι για κείνους τους ανθρώπους,
Οπού τηράν τα πέλαγα σιωπώντας,
Ώρες βαρειές, που κραίνουνε μηνώντας.
Τις υστερνές τους μέρες σ’ άλλους τόπους.

(Ηγησώ)



Ο Λιμπεράκης θεωρεί την απόλυτη προσήλωση στη γλώσσα αντικαλλιτεχνική και αντιδημιουργική. Παραμελεί τους κανόνες της ορθογραφίας και της γραμματικής, ενώ δεν τον χωρούν οι κανόνες της στιχουργικής εκείνης της εποχής, τους οποίους δεν υπηρετεί και τόσο πιστά, και βρίσκει διέξοδο στον ελεύθερο στίχο. Τον ενδιαφέρει περισσότερο ο ήχος, η μουσική, το πώς ακούγεται μια λέξη ή ένας στίχος και λιγότερο το πώς γράφεται. Η ποίηση, άλλωστε, απευθύνεται περισσότερο στην αίσθηση της ακοής και αναδεικνύεται όταν ακούγεται παρά όταν διαβάζεται.

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο Λιμπεράκης, όταν θέλει να εκφραστεί, παίρνει τα σύνεργα της ζωγραφικής (που ποτέ του δεν μάλαξε παρά τα ονείρατα που έκανε για τη ζωγραφική) και βγαίνει έξω στο φως και στον αέρα να ζωγραφίσει, ακούοντας άρπες αιολικές από τις καλαμωτές των ιβαριών και αργυρόηχες αρμονίες κουδουνιών από κάτασπρα κοπάδια.

Έτσι, μια έντονη λυρική διάθεση, λουσμένη απολλώνειο φως και ποτισμένη λιμνοθαλασσίτικη υγρότητα, διατρέχει την ποίηση του Λιμπεράκη, που ισορροπεί ανάμεσα στο αρχαίο ελληνικό κάλλος και τις μικρές - μικρές στιγμές και φωνές της καθημερινής ζωής από τις «Φιλενάδες» και τους «Εσπερινούς».

Ενδυμίων
Σ’ ένα ελληνικό ανάγλυφο
«Όλη τη μέρα σ’ ακλούθησαν τα κάτασπρα κοπάδια σου, και της φλογέρας σου ο σκοπός, ταιριάζονταν με των κουδουνιών την κρυσταλλόηχη αρμονία. με των κουδουνιών την αρμονία και των πουλιών τα κελαϊδήσματα, οπού πετούσαν γύρου σου και σ’ ακλουθούσαν, και στων φτερουγισμάτων τ’ ανατάραμα, έπαιζαν οι ξανθοπλόκαμοι των νέων σου μαλλιών.

Όλη τη μέρα τ’ απολλώνειο φως απόλαψε την παιδική γυμνότη, που πλάστηκε ελεύτερη, μέσα στα δέντρα, στα λουλούδια, στις δροσές. το απολλώνειο φως, που μόνο ελαμπρόντυσε την ώρηα σου γυμνότη. Όλη τη μέρα, από δροσοπηγές σε σύδεντρα και σε μαργαριτόσπαρτα λειβάδια, ελάλησες την καλαμένια σου φλογέρα, -κι’ ανατριχιάσαν’ η Νεράϊδες στις κρυφές πηγές, κι’ όθε περνούσες η Αμαδρυάδες σου χαρίζανε, με τ’ ανθοκλώνια, τ’ ανονείρευτά τους χάδια.

Και σαν εζύγωσεν η νύχτα, ο αδερφός σου Ύπνος που εδιάβαινε, απάνου απ’ τα βουνά, κι’ απ’ τα πελάγη, κι απ’ τα δάση, και μεσ’ το βραδυνό το μούχρωμα, εθρόουν μόνο τα φτερούγια του στο πλάϊ των ματιών, -κι όθε περνούσε τ’ όνειρο άπλωνε και της γαλήνης την αποθυμιά.

Ο Ύπνος με το πορφυρό λουλούδι του, σ’ απάντησε –σαν ράθυμα μισόκλειγες τα ισκερά ματόκλαδα, μ’ ένα βαθύ ανασασμό– μέσα στα σύδεντρα τ’ αρκαδικά. Και τ’ όνειρο απλώθη γύρου σας και μέσα στα κορμιά σας, η αποθυμιά. Κι’ όλα τα δέντρα, γύρου κι ως πέρα, και τα χαμόκλαδα, κ’ η φτέρες και τα πολυτρίχια, ηδονικά εθρόησαν, σαν παγωνιών φτερά.

Κι’ όταν αργά, στων άστρων την αναμονή, σα Ρόδο Μυστικό, εδείχτη, απ’ τ’ακροβούνια τ’ αψηλά, η ερωτόπαθη θεά, ο πόθος ο τρανός, σε φωτεινό αναστέναγμα απλώθηκε κ’ εσβύστη, στα ογρά απ’ τα φιλήματα τετράξανθα μαλλιά».

Ρώμη 1910



Μια άλλη πτυχή του φαινομένου Λιμπεράκη ήταν ο προφορικός του λόγος, που φυσικά χάθηκε μαζί του. Ο Λιμπεράκης ήταν ένας απαράμιλλος αφηγητής που με το ιδιότυπο χρώμα φωνής, τις αμίμητες συσπάσεις του προσώπου, τις κινήσεις των χεριών και του κορμιού και το πηγαίο χιούμορ καθήλωνε το μικρό του ακροατήριο, εκεί που σύχναζε, με ιστορίες από τα ταξίδια του και περιγραφές από τα μουσεία που επισκεπτόταν, καθώς, όπως τον περιγράφει ο Κοσμάς Πολίτης στην EROΪCA, «ανακάτευε στην ομιλία του αγάλματα, ζωγράφους, εκκλησίες...», «με ένα κεφάλι (συνεχίζει πάλι ο Πολίτης στο Γυρί του) που μπορούσε να το περιφέρει δίχως δισταγμό ανάμεσα στον κόσμο, φτιαγμένο καθώς ήταν για να κινάει το ενδιαφέρον...».

Την ασύγκριτη αυτή ποίηση του προφορικού λόγου του Λιμπεράκη την χάρηκαν μια φορά όσοι τον γνώρισαν και τον συναναστράφηκαν τα ασάλευτα εκείνα χρόνια στις 10ετίες του ’40, του ’50 και του ’60, και δέχτηκαν, κατά κάποιο τρόπο, κάποιον επηρεασμό από τον λόγο αυτόν.

Τέλος, παρά το γεγονός ότι ο Λιμπεράκης δεν άφησε μεγάλο έργο, ωστόσο πρέπει να δεχτούμε ότι επηρέασε τα λογοτεχνικά πράγματα της εποχής του, αν λάβουμε υπόψη ότι ο Απόστολος Μελαχρινός του αφιέρωσε το ποίημα «Ο Χρυσορρόης» από την συλλογή Ο δρόμος φέρνει... και ο Κοσμάς Πολίτης την EROΪCA, που υπήρξε σταθμός στα νεοελληνικά γράμματα. Εξάλλου, ο Κοσμάς Πολίτης τον έβαλε μέσα στα πρόσωπα δύο έργων του. Στην EROΪCA, ο Λιμπεράκης αναγνωρίζεται κάτω από το όνομα «Κλήμης» και στο Γυρί κάτω από το όνομα «Κύριλλος». (Τα δύο αυτά ονόματα, που αρχίζουν από κάππα, ανήκουν σε πρόσωπα της ορθόδοξης εκκλησίας και έζησαν στην Αλεξάνδρεια, όπως και ο Καβάφης που κι αυτού το όνομα αρχίζει από κάππα).

Κλείνουμε αυτήν την παρουσίαση του ποιητή και αισθητικού της τέχνης Μίμη Λιμπεράκη με το τέταρτο ποίημα από τους Παιδικούς Ύμνους:

Νυχτόμπασμα, στα δυσμικά βουνά αργοπορεί το φως
της μέρας
κάπου ανάβουν μια φωτιά στη μακρινή εξοχή,
από τη θάλασσα αόριστες φωνές ο βραδυνός φέρνει
 
αέρας
και ύστερα πάλι απλώνεται παντού η σιωπή.

Ερημικός περπατητής το δρόμο έχω πάρει
που η νιότη μου εχάρηκε με όλους τους καιρούς
των καραβιών αγνάντευα το διάβα στο κανάλι
και η ζωή των ταξειδιών μου μάγευε τους λογισμούς.

Τώρα πικρές η ανάμνησες μ’ ακολουθούν και πάνε
μια συνοδεία πένθιμη στην άκρη των νερώ
λουλούδια που μαράθηκαν στα χέρια τους κρατάνε
και τα σκορπούν, εκεί που κάποτε έγειρα το σώμα μου
γυμνό.

Θαλασσοπούλια πέταγαν τριγύρω μου κι’ ο μπάτης
μου εχάϊδευε, ως πως μου εχάϊδευε το νέο μου κορμί
σ’ όλα γελούσα ανύποπτος, των γιβαριών ο φράχτης
για μένα ετραγούδαγε σαν άρπα αιολική.

Ολούθε εικόνες έβλεπα και σχήματα ωραία
και η ματιά μου έπαιρνε μια λάμψι εξωτική
όλος ο κόσμος νόμιζα πως ήταν ένα θέμα,
 
για ζωγραφιά, για ποίησι, για μουσική.

Ελεύθερη κι’ ατίθαση τράνευε η ψυχή μου
και δεν εγνώριζα κανένα νόμο, ηθική καμμιά,
η κοινωνία μ’ έπνιγε, ξένοι για με οι γονηοί μου
και μόνη ήταν λατρεία μου η αιώνια ομορφιά.

 

 

 

Αποσπάσματα από γράμματα του Μίμη Λιμπεράκη που βρέθηκαν στο αρχείο του Απόστολου Μελαχρινού1

«Αλλά, ο δρόμος μου δεν είνε στην Ποίηση. Είμαι δημιουργημένος ζωγράφος.Κι’ αν, ποιος ξέρει; κάπιες καλές Μοίρες, μου χαμογελάσουν, το χειμώνα που μας έρχεται θ’ αντικρύσω στην ακριβοθώρητη χώρα του Παρισιού». (Μεσολόγγι 29-12-1903)

«… τότες θα μισέψω για τη Ρώμα ή για το Παρίσι… εκεί θα σπουδάξω ζωγράφος. Ω ο πόλεμος του σπιτιού μου για να με μποδίση απ’ την απόφασή μου αυτή». (Μεσολόγγι 28-1-1904)

«Θάθελα να σου μιλήσω για τον τόπο μου… για τη μαγεία του, για τα ολύμπια καλέσματα των χρωμάτων που πλέκουν τις αγάπες τους στα διαστήματα, των Τόνων που αρμονίζονται ανάμεσα γης και ουρανού». ( Μεσολόγγι 29-6-1904)

«Το Μεσολόγγι: βουνά γύρα, ολόγυρα, που μαβιά ξεδιπλώνονται στο αλαργινό με κουρασμένες καμπύλες, στήθεια, λες, σε αργοανασασμό, νερά στη λίμνη, με την ακινησία των μεγάλων σκεφτικών ματιών, κι όλα μαζύ ακίνητα, παράδοξα ακίνητα, σαν κι’ ο θάνατος περνώντας ένα σούρπωμα, τα άγγιξε, μα μετανοιώνοντας, τ’ άφησε κ’ έφυγε, απλώνοντας τη νεκρική του μυρουδιά, που τα ετύλιξεν όλα και τα εμύησε στο μυστήριο του μοιραίου μαρασμού… Στον ?γγελο (Σικελιανό) δίνεις τους φιλικούς μου χαιρετισμούς …κι’ αν θέλης ακόμα και «στα μαύρα μάτια της Ελένης». (Μεσολόγγι 9-6-1903)

«Μέσα απ’ την κάμαρά μου, τη νύχτα, γροικώ το φύσημα του δυνατού μπάτη που ελεύτερα και παιχνιδιστά σκορπιέται στους έρημους δρόμους… και γροικώ τα θαλασσινά νοσταλγικά τραγούδια… που οι θαλασσοδρόμοι σε κάποιο τα μαθαίνουν λιμάνι, για νάρθουν ναν τα τραγουδήσουν ποιος ξέρει σε ποια μαυρομάτα αγαπητικιά!
Και κάθουμαι μονάχος και λογιάζω, λογιάζω στη ζωή των ταξειδιών’ στ’ αγνάντεμα άγνωστων τόπων… και θυμάμαι… καπετάνιος νειρευόμουν να γίνω». (Μεσολόγγι 14-6-1903)

«Τα τραγούδια του Μαλακάση δε μούκαναν καμιά αίστηση ιδιαίτερη, στην εσωτερική μου διάθεση, ίσως γιατί από καιρό τα γνώριζα όλα, δε μπορεί δα και ν’αρνηθή κανένας πως λίγα εκεί μέσα κάτι αξίζουν. Αλλά δεν είναι κείνα που ζητάω εγώ. Μια ευρύτατη αίστηση, σαν πολυθεία χρωμάτων…
 
Σου γράφω κ’ ένα τραγουδάκι, που έδωσα σ’ ένα album μιανής δεσποινίδας:
 

Τα μαραμένα χρώματα και οι ολόχρυσοι πλοκαμοί
μαλιών, που πέρα εκεί ξεπλέκουνται στην άρωστη τη Δύση,
σαν τα κρουστάλια αντιφεγγούν και περιμένουν ν’ αναδύση,
κάπια απάλινη μορφή από τα βύθη των νερών.

Και να προβάλη απαντέχουν κάπια σιβύλινη σιγή,
από τα βάθη ταξειδιάρικων στοχαστικών ματιών,
μιανής μορφής που πλάστηκε στη θλίψη των χρωμάτων,
μιανής μορφής που αντιφεγγεί το ξύπνημα των χαραυγών.

Κ’ έτσι, Ωραία, χαραυγές κι’ αρωστημένες Δύσεις,
γύρα σου ξεδιπλώνουνται στη χάρη των μαλιών,
κ’ εσύ ανάμεσα σ’ αυτές παντέρημα λογιάζεις
σ’ ότι σου λέν αμίλητα οι θρήνοι των ανθιών». (Μεσολόγγι 24-8-1903)



«Η ζωή του Μεσολογγιού γιομάτη θανατερή ακινησία, μου σαβανώνει το Λογισμό… ένα δειλινό καθώς καθόμουνα στη Λέσκη, μόνος σ’ ένα δωμάτιο βυθισμένος στον εαυτό μου, βλέπω ξάφνου μπροστά μου το Σκίπη, να με χαιρετάει ολόκαρδα… αποφάσισε να πεταχτή ως εδώ, να κάμη μια διαλεξούλα και να πάρη λίγο παρά. Εδώ όμως τ’ αύρε σκούρα, γιατί ο κόσμος για κάθε άλλο νοιώθει να πετάξη τα λεφτά του παρά για διαλέξεις και περιοδικά μαλλιαρά. Ως τόσο περάσαμε μαζί δυο μέρες ευκάριστες αρκετά, γιατί σκέψου πως δεν έχω εδώ με ποιο να μιλήσω, κι άμα είδα άνθρωπο, οπωσδήποτα συγγενή, ελαχτάρησα». (Μεσολόγγι 10-5-1904)

«Εψές μιαν ανοιξιάτικη τρικυμία: και φούσκωσεν η θάλασσα και η βαρκούλες αρχίνησαν το χαρωπό αδερφικό χορό τους. Πέρα στης Ακαρνανίας τα βουνά και στα πέλαγα πέρα, τρεξίματα άταχτα συγνέφων, κάτασπρων, μαβιών, ροδόχρωμων συγνέφων, τώρα αφίνουν εκείνη την κορφή για να κρυφτούν πίσω από μιαν άλλη, πάλε ξαναπροβάλλουν δειλά, δειλά και τρέχουν, τρέχουν να πιάσουν ένα παχουλό με χρυσοπάρυφη μηλωτή που ανήξερο χαζεύει στο διάστημα: τώπιασαν στ’ ανεμοτρέξιμό τους και φεύγουν όλα μαζύ προς τη Δύση. Σε λίγο χάθηκεν… πάει η δυσμική οπτασία! (Μεσολόγγι 29-6-1904)

«Μου μιλάς για κάποια Αλίκη. Είσαι ευτυχής αν έχης κάπια να σε καταλαβαίνη. Γιατί η γυναίκα όταν μας καταλαβαίνη πηγή είναι και δωρήτρα της έμπνευσης ασύγκριτη. Εγώ ακόμα δεν την ηύρα. Ως τα τώρα μονάχα μεσ’ τα όνειρα που πλάθω βρίσκεται το θαυμαστό πρώτυπο.»2
 (20η επιστολή, λείπει η αρχή)
«Μα να η Isadora Duncan! (συνεχίζει ο Λιμπεράκης το Δεκέμβριο του 1903). Η ασύγκριτη ερμηνεύτρα της παθητικής κι ανήσυχης μουσικής του Chopin. Την είδα, την αγάπησα, μαζύ ταξειδέψαμε στην Πάτρα, όταν εδώ και μέρες αυτή για την Ευρώπη μίσευε. Και μεσ’ το βαγκόν που μαζύ μας έφερνε… της μίλησα για τέχνη, για ένα ανονείρευτο κοσμοπολιτισμό… στην απέραντη λειτουργία της Τέχνης». (Μεσολόγγι 29-12-1903)

«Μου γράφεις για τη συνεργασία μου στο περιοδικό σου. Νομίζεις πως είναι κάτι πολύ απαραίτητο να φιγουράρη τ’ όνομά μου στη λίστα των συνεργατών σου;… Θέλω να σου πω πως τ’ όνομά μου δεν παίζει και τόσο σπουδαίο ρόλο στην κίνηση τη –Θεέ μου !- πνευματική της χώρας» (Μεσολόγγι 15-8-1924)
 3.

Γιώργος Κοκοσούλας

 

 

 

Αγνωστες σελίδες από τη ζωή ενός πρωτοπόρου ποιητή και αισθητικού

Όταν πριν 20 χρόνια ανατυπώθηκε το περιοδικό Ηγησώ ο εκδότης με παρεκάλεσε να διορθώσω ένα σημείωμά του στο οποίο εξηγούσε την ανάγκη της ανατυπώσεως. Το σημείωμα το ξανάγραψα, δεν διαβαζόταν. Και ρώτησα τον άνθρωπο γιατί δεν αναφέρει και τον Λιμπεράκη μαζί με τους άλλους της εκδοτικής ομάδας... Πρόσθεσα τον Λιμπεράκη, λοιπόν, δίπλα στον Βάρναλη και τους άλλους...

Ο Βάρναλης σε σελίδες αυτοβιογραφίας του δημοσιευμένες στην εφημερίδα Πρωία το 1935 θυμάται και λεπτομέρειες για την έκδοση του περιοδικού από μια παρέα νεαρών ποιητών το 1907. Τον Λιμπεράκη τον ξεχνάει...

Το 1956 ο Λιμπεράκης μου λέει να μεταφέρω τους χαιρετισμούς του στον Βάρναλη, στον Αυγέρη, στον Κοσμά Πολίτη και να τους πω ότι ζει, δεν πέθανε... Στο φιλολογικό στέκι όπου σύχναζε και σύχναζα κ’ εγώ συνάντησα τον ποιητή των «Μοιραίων» και του έδωσα το μήνυμα του παλιού του φίλου. Ο Βάρναλης σκίρτησε, αναστέναξε, βούρκωσαν τα μάτια του και με φωνή σπασμένη από την συγκίνηση μου είπε: «Όχι! Δεν είναι δυνατόν, ζει ο Μίμης... Και μεις τον είχαμε για πεθαμένο... Είμαστε αχάριστοι! Τι να σου πω, παιδί μου... Μου θύμισες τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου και μου θύμισες ότι κ’ εγώ κι ο Αυγέρης και οι άλλοι ξεχάσαμε τον καλύτερό μας φίλο κ’ ένα σπουδαίο ποιητή... Ο Λιμπεράκης για χρόνια μας πότιζε, μας τάϊζε, μας μάθαινε και γράμματα...». Όταν ξαναπήγα στο Μεσολόγγι είπα στον Λιμπεράκη ότι δεν βρήκα κανένα από τους φίλους του…

Το 1959 ετοιμαζόταν για έκδοση η πολύτομη ποιητική ανθολογία των Αυγέρη, Σταύρου, Ρώτα, Παπαϊωάννου. Ο τελευταίος ήταν φίλος και σύντροφος του εν ΚΚΕ Μεσολογγίτη φίλου μου και φίλου και θαυμαστή του Λιμπεράκη, Χρήστου Καλατζή. Πίεσα, λοιπόν, να πιέσει ο Καλατζής τους ανθολόγους να περιλάβουν και τον Λιμπεράκη στην ανθολογία τους. Από τον Καλατζή πληροφορήθηκα ότι από τους ανθολόγους ο πιο απορριπτικός για τον ποιητή των Παιδικών Ύμνων ήταν ο Αυγέρης, τον θεωρούσε τρελλό, αντιδραστικό, ψώνιο... Παρακάλεσα τότε τον φίλο μου να επικοινωνήσει με τον Βάρναλη και να ζητήσει απ’ αυτόν να μεσολαβήσει... Έτσι και έγινε. Και ο Βάρναλης διέταξε την ανθολόγηση του Λιμπεράκη... Απ’ την άλλη μεριά το εργοβιογραφικό σημείωμα που συνέταξα και με την βοήθεια του Καλατζή, αλλά και μέσω αυτού την βοήθεια του Μεσολογγίτη Μέμου Γεωργίου, ανηψιού του Μιλτιάδη Μαλακάση και θαυμαστή της ποίησης του Λιμπεράκη, με την πέννα του Παπαϊωάννου κατάντησε ένα κείμενο οικτρό, αντιφατικό, αγράμματο...

Είκοσι χρόνια μετά, συναντιόμαστε στην πιάτσα με τον Μιχάλη Παπαϊωάννου, γνωριζόμαστε, θαυμάζει κρυφά την ποίησή μου, με χρειάζεται, με καλεί και στο σπίτι του όπου μου ζητάει συγνώμη για την παλιά ιστορία, μου χαρίζει κ’ ένα ντοκουμέντο της καθώς και ένα αντίγραφο των Παιδικών Ύμνων...

Το Ρουμελιώτικο Ημερολόγιο 1961 (εκδότης-διευθυντής ο Δημήτρης Σταμέλος, αρχισυντάκτης εγώ) ξεκινάει με τον Λιμπεράκη: δύο εκπληκτικά ποιήματα του κυρ Μίμη, πρωτοδημοσιευμένα και συνοδευόμενα από ένα κείμενό μου, το οποίο πολλοί λεηλάτησαν έκτοτε, μεσολογγίτες και μη. Ο μεσολογγίτης Γιώργος Κοκοσούλας, σε βιβλίο του για τον Λιμπεράκη, γράφει ότι του κειμένου στο Ρουμελιώτικο Ημερολόγιο συγγραφέας είναι ο Χρ. Καλατζής... Με την ευκαιρία να διορθώσω κ’ ένα λάθος στο κείμενό μου, για το οποίο δεν ευθύνομαι: τα ανέκδοτα δεν μου τα έδωσε ο Καλατζής, όπως γράφω, παίρνοντάς τα από το αρχείο του, αλλά από το αρχείο του Γεωργίου...

Από την αναφορά του Μαλακάση σε άρθρο του δημοσιευμένο στο περιοδικό Παν το 1940 έως το μικρό αφιέρωμα στον ποιητή στο Ρουμελιώτικο Ημερολόγιο (από τις 2-3 πιο σημαντικές ετήσιες λογοτεχνικές εκδόσεις της εποχής), δεν δημοσιεύεται ούτε μια αράδα για τον Λιμπεράκη. 

Κατά τις διηγήσεις του σε μένα και σ’ άλλους ο Λιμπεράκης ήταν ο αρχηγός της παρέας της «Ηγησώς», αυτός ο οποίος έδωσε τον τίτλο στο περιοδικό και ήταν ο βασικός χορηγός –άλλωστε όλα τα περιοδικά με τα οποία συνεργάστηκε (Ζωή του Μελαχρινού, Το Περιοδικόν μας του Βώκου, Ακρίτας του Σκίπη, Ο Παν του Καμπάνη, Γράμματα και Νέα Ζωή της Αλεξάνδρειας) τα ενίσχυε οικονομικά. Στην ομάδα της «Ηγησώς» ανήκε αρχικά και ο Ρήγας Γκόλφης, ο οποίος απεχώρησε λόγω του φανατισμού του για την ψυχαρική δημοτική.

Ο Λιμπεράκης, πρωτοπόρος του νεορομαντικού κινήματος στη λογοτεχνία και ιδιαιτέρως στην ποίηση, είναι και από τους σημαντικότερους ποιητές του (μαζί με τον Βάρναλη και τον Φιλύρα). Αυτό το κίνημα, το οποίο θα δώσει καρπούς ανάμεσα στο 1898 (έτος που πρωτοεμφανίζεται ο Λιμπεράκης με ποιήματα, πρόζες, μεταφράσεις και αισθητικά σημειώματα στις Μεσολογγίτικες εφημερίδες) και στο 1912 και θα περάσει στην ιστορία και ως «αισθητισμός», θα ανανεώσει την λογοτεχνία μας, θα την οδηγήσει σε νέες αναζητήσεις και τελικά θα γίνει η γέφυρα προς τον ρεαλισμό και τον κοινωνισμό. Μεγάλα ονόματα της γενιάς του 1890 θα σταθούν πλάϊ σ’ αυτούς της γενιάς του 1900 (Λιμπεράκης και οι άλλοι): Χρηστομάνος, Χατζόπουλος, Βουτυράς, Καμπύσης, Βώκος, Θεοτόκης, Ίων Δραγούμης και Περικλής Γιαννόπουλος (από μεσολογγίτη πατέρα γεννημένος στην Πάτρα).

Και κάτι ακόμα: ο Λιμπεράκης είναι από τους πρώτους, αν όχι ο πρώτος που θα δημοσιεύσουν ελεύθερο, ρυθμικό στίχο. Τέλος, σε ορισμένα ποιήματά του θυμίζει, όπως λέμε, Καβάφη. Αλλά και ο Καβάφης σε ορισμένα του θυμίζει Λιμπεράκη. Συγγένειες στην τεχνική και στη γλώσσα.

Το 1901 ο Πορφύρας σε γράμμα του στον Κ. Χατζόπουλο εκδηλώνει τον θαυμασμό του για την λυρική πρόζα του. Αυτό το είδος ποίησης πρώτος ο Λιμπεράκης το καλλιεργεί συστηματικά από το 1900 και έκτοτε μόνο ο Ρώμος Φιλύρας φτάνει την δική του ποιότητα.

Γύρω στα 1910 και μετά από τα δημοσιεύματά του στα περιοδικά Ηγησώ και Ακρίτας είναι πασίγνωστος. Ο Κωστής Παλαμάς, μεγάθυμος για τους νεότερους, όπως λένε ακόμα και σήμερα κάποιοι, δεν μίλησε για τον συμπατριώτη του ποιητή. 

Στα χρόνια του 1950 ο Λιμπεράκης μας μιλούσε για την μεγαλοσύνη του Μαλακάση και του Καβάφη, του Βάρναλη, του Φιλύρα και του Καρυωτάκη και εκτιμούσε την ποίηση του Παπατσώνη, του Ουράνη και του Δρίβα αλλά και των σουρεαλιστών (Κάλας, Εμπειρίκος). Θα μπορούσαμε να πούμε σήμερα με σιγουριά ότι ο δημιουργός των «Φιλενάδων» και άλλων αριστουργημάτων ήξερε καλά ότι η πορεία της παγκόσμιας ποίησης είχε οριστικά σημαδευτεί από τους Μπωντλαίρ, Ρεμπώ, Πόε...

Είναι αξιοσημείωτο ότι ο αιτωλικιώτης Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, άνισος συγγραφέας και άνθρωπος μπερδεμένος και εμπαθής, ο οποίος διάβασε από τα 18 του τη δουλειά του Λιμπεράκη, γνωρίστηκε μαζί του στα στέκια του 1920 («Μαύρος Γάτος», «Εύβοια», «Πατάρι», «Μπάγκειον») και γοητεύτηκε ακούγοντάς τον να μιλάει για θέματα Ποίησης και Τέχνης, δεν έγραψε ούτε πέντε αράδες γι’ αυτόν. Αντιθέτως, για τον Απόστολο Μελαχρινό, θαυμαστή και αντιγραφέα του Μεσολογγίτη ποιητή, έγραψε άρθρα επί άρθρων και δοκίμια επί δοκιμίων. 

Θυμάμαι εδώ τον Λέοντα Κουκούλα, από τους πιο σοβαρούς διανοούμενους που γνώρισα από κοντά, να μου μιλάει με θαυμασμό για τον Μίμη Λιμπεράκη και να μου διηγείται για το αστραφτερό μυαλό και το χιούμορ του, αναμνήσεις από την παρέα μαζί του στις ταβέρνες-στέκια όπως ο «Σιδέρης» στην Αγορά, οδός Αθηνάς, και όπου ο ίδιος, ο Βάρναλης και ο Βουτυράς απάγγελναν ποιήματά του.

Λίγο μετά το 1920 ο Λιμπεράκης σταμάτησε να δημοσιεύει, αυτοαπομονώθηκε, έμεινε με ελάχιστους φίλους. Αλλά το πάθος του για τις αισθητικές, φιλοσοφικές και ταξιδιωτικές του περιπλανήσεις παρέμεινε ασίγαστο. Πίστευε σε μια αιώνια νεότητα του ανθρώπου, περιφρονούσε τους καθωσπρεπισμούς, χλεύαζε τους θρησκόληπτους και τους φανατικούς πάσης φύσεως... Από τους μεγάλους του καημούς η απαιδευσία των Νεοελλήνων και ο μαρασμός του Μεσολογγίου. Και τον έσφαζε που από το 1939 αποκλείστηκε στο Μεσολόγγι λόγω πολέμου και εν συνεχεία από το γλαύκωμα των ματιών του το οποίο προοδευτικά τον αφήνει μισότυφλο και τελικά το 1956 ή το 1957 τελείως τυφλό.

Από το 1939 έως το 1967 που πεθαίνει, κανείς από τους φίλους του συγγραφείς και καλλιτέχνες δεν τον συνάντησε στο Μεσολόγγι ταξιδεύοντας εκεί ή περαστικός από κεί.

Υπήρξε φίλος του διοικητή της Ιονικής Τραπέζης Λοβέρδου, η κόρη του οποίου Ιωάννα (Ζανέτ), ποιήτρια, είναι ο άνθρωπος που ερήμην του τυπώνει τους Παιδικούς Ύμνους του. Η γυναίκα αυτή, κατά τον Μεσολογγίτη προύχοντα και κρυφό ποιητή Γιώργο Μάνεση, υπήρξε παράφορα ερωτευμένη με τον Μίμη. Αυτή του γνωρίζει πριν το 1930 τον Κοσμά Πολίτη, ανώτερο υπάλληλο της Ιονικής και προστατευόμενο του πατέρα της. Όταν το 1934 ο Πολίτης αναλαμβάνει τη διεύθυνση του υποκαταστήματος της Πάτρας αρχίζει μια άλλη ιστορία στην αντικρυνή στο Μεσολόγγι μεγαλούπολη και μια φιλολογική παρέα δημιουργείται με κέντρο τον Λιμπεράκη: Πολίτης, Λοβέρδου, ο πατρινός Κώστας Τριανταφύλλου, οι ξηρομερίτες Θωμάς Λαλαπάνος και Φώτης Γεροθανάσης, ο ναυπάκτιος Γιάννης Φαρμάκης. Με τον Πολίτη ή και όλη την παρέα ο Λιμπεράκης κάθε τόσο στον Λούρο, στο Μεσολόγγι και στα ιβάρια του, σε χωριά πάνω στον Αράκυνθο και στην ορεινή Τριχωνίδα, στην ?μπλιανη και στον Προυσό. Αλλά και στην Ναύπακτο, στην Ερατεινή και το Γαλαξίδι... Η παρέα συχνά σ’ αυτές τις εκδρομές αγκαζάρει τον μεγάλο κλαριτζή Μαργέλη, τον μεγάλο μπουζουκτσή Κανακέρη, γύφτους οργανοπαίκτες...

Ο Ποιητής ταξίδεψε σε όλη σχεδόν την Ευρώπη, στην Κωνσταντινούπολη, στην Κύπρο, στην Αλεξάνδρεια... Αλλά όσο αγάπησε τη γη της Αιτωλίας, το Μεσολόγγι και την λιμνοθάλασσα, κανένα άλλο τόπο δεν αγάπησε.

Ο Λιμπεράκης ήταν ένας από τους πρώτους σοσιαλιστές, στο πλάι του Κ. Θεοτόκη και του Κ. Χατζόπουλου και στα 1900 είχε ξεσκολίσει με τον Μάρξ, τον Έγκελς, τον Φρόϋντ... Μου έλεγε ότι η Επανάσταση του 1917 στη Ρωσία τον είχε συγκλονίσει, αλλά με τα κόμματα δεν τα πήγαινε καλά. Στα χρόνια του Εμφυλίου, η Ασφάλεια της πόλεως τον παρακολουθούσε και τον ενοχλούσε, 80 χρονώ άνθρωπο. Κι αυτός κάποιες φορές αντιδρούσε βίαια...

Σ’ αυτά τα τελευταία χρόνια του, με την τεράστια περιουσία του εξανεμισμένη υπέρ του Δήμου Μεσολογγίου, φτωχών Μεσολογγιτών, φτωχών φίλων του συγγραφέων, υπέρ της αγοράς σπανίων αντικειμένων τέχνης και βιβλίων, υπέρ ταξιδιών και γλεντιών, επιβιώνει με κάτι δεκάρες από νοίκια. Την συνδρομή του όμως στην ΕΔΑ δεν την ξεχνάει. Δύο φορές μου έδωσε εμένα τα λεφτά και τα πήγα.

Και στον καιρό του και σήμερα, στην συνείδηση των περισσοτέρων Μεσολογγιτών και μάλιστα των ψευτοδιανοουμένων είναι ένα παράξενο, αλλόκοτο ον, το οποίο έγραψε «κάτι ποιήματα για ανωμάλους»... Ο κυρ Μίμης που έζησα εγώ είχε μόνο χαρίσματα: του αληθινού φίλου, του χιουμουρίστα, του αφηγητή, του γόη. Γλυκός, ήρεμος κ’ ευγενικός, γινόταν ξαφνικά βίαιος και τρομερός για τους προκλητικούς, τους κουτοπόνηρους, τους ανέντιμους, τους οποίους εξεδίωκε από το τραπέζι του και κάποτε και από το ζαχαροπλαστείο όπου σύχναζε. Μιλούσε σχεδόν για τα πάντα, ήξερε σχεδόν τα πάντα και ήξερε «απ’ έξω» όλα τα ποιήματά του, δημοσιευμένα και μη, καθώς και ποιήματα ποιητών που αγαπούσε. Για μας τους άλλους που τον ακούγαμε με τις ώρες, με δέος και ηδονή ήταν ένας σοφός χαριτωμένος.

Είχε και τις λόξες του: περπατούσε στο δρόμο και ποτέ στο πεζοδρόμιο, δεν φορούσε ποτέ γραβάτα και πανωφόρι, είχε αδυναμία στις κολώνιες και στα γαλλικά τσιγάρα και τα άναβε μόνο με σπίρτα, και καθόταν στην ίδια καρέκλα και στο ίδιο τραπέζι του μαγαζιού και πάντα κοντά στο τζάμι. Αδυναμία είχε και στους περιπάτους, χειμώνα καλοκαίρι.

Ήταν άθεος, αλλά λάτρευε τα έθιμα των εορτών και την ψαλτική. Ήταν κόντρα σε κάθε εξουσία, σε κάθε σύστημα, αυτός ο μαγεμένος από την αρχαία ελληνική κλασική τέχνη και συγχρόνως οπαδός των αιρέσεων και των ανατροπών στην τέχνη και στη ζωή.

Από παιδί ήθελε να γίνει ζωγράφος, έγινε τόσα άλλα, αλλά ζωγράφος δεν έγινε κι αυτό τον πόναγε.

Στα νιάτα του ήταν πανέμορφος, κομψός, φυσιολάτρης, φαγάς και πότης. Συνδέθηκε με φιλία με μερικά από τα σημαντικότερα πρόσωπα του περασμένου αιώνα: Ντάνκαν, Γκόρκι, Γητς, Ρίλκε, Μωρουά... Πολλοί τον λάτρεψαν, Έλληνες και ξένοι. Ένας απ’ αυτούς, ο αρχιμουσικός Δημήτρης Μητρόπουλος στην διαθήκη του εξέφρασε την επιθυμία κατά την ταφή του αντί για το καθορισμένο θρησκευτικό τελετουργικό κάποιος ν’ απαγγείλει ποίημα του Λιμπεράκη. Έτσι κι έγινε, η κοινή τους φίλη Κατίνα Παξινού είπε το ποίημα...
Αγαπητέ κι αξέχαστε, κυρ Μίμη. Σε ποιόν ουρανό άραγε ζεις, μιλάς, γράφεις, ζωγραφίζεις, ακους μουσική; Σε ποιόν ουρανό πίνεις τον καφέ σου και καπνίζεις το τσιγάρο σου; Στον Μεσολογγίτικο, φυσικά. Σπάνια ένα καλλιτεχνικό έργο είναι πλημμυρισμένο από τις ομορφιές και τις χάρες της πατρίδας του δημιουργού και τα φαρμάκια και τους πόνους των ανθρώπων της. Το Μεσολόγγι και η Ελλάδα χρωστάει στον Μίμη Λιμπεράκη.

Θωμάς Γκόρπας




1 Γιώργου Κοκοσούλα, Γύρω από μια φιλία, Μίμης Λιμπεράκης- Απόστολος Μελαχρινός, Επιστολές 1903-1924, εκδ. Φιλιππότη Αθήνα 1998.

2Ωστόσο, όπως διαβάζουμε στην εφημερίδα Αγγελιοφόρος: 
«Την παρελθούσαν Κυριακήν, ετέλεσαν εν τη πόλει μας, επ’ αισίοις οιωνοίς, τους γάμους των δύο πολύτιμοι και ευγενείς υπάρξεις, ο διαπρεπή κατέχων, εν τη νεωτέρα φιλολογία, θέσιν συμπαθέστατος νέος, ουχ’ ήττον δε και των καλών τεχνών βαθύς μύστης κ. Μίμης Λιμπεράκης και η αβρά και μουσοτραφής κόρη Νίτσα Μπολέτση, η κεκοσμημένη εν θαυμασίω συνδυασμώ, επιζήλοις φυσικαίς τε και επικτήτοις αρεταίς, γόνος της εξ Ηπείρου μεν ελκούσης το γένος, εν τη περικαλλεί δε των Φαιάκων νήσω εγκατεστημένης διαπρεπεστάτης οικογενείας και θυγάτηρ του αξιοτίμου παρά τη ενταύθα Νομαρχία Γραμματέως κ. Αλεξάνδρου Μπολέτση. Οι νεόνυμφοι, μετά την του μυστηρίου τέλεσιν, ανεχώρησαν, μέσω Ιταλίας, εις Δαλματίαν. Ραίνομεν με άνθη το ευάρμοστον ζεύγος και ευχόμεθα ολοψύχως τον βίον όλβιον και τρισευδαίμονα».
Ήταν η Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 1907, όταν ο Λιμπεράκης ήταν 27 ετών και η Μπολέτση 22. Στην Ιταλία που πήγαν έτυχε, στο Κάπρι, να μείνουν στο ίδιο ξενοδοχείο που έμενε ο μεγάλος Ρώσος συγγραφέας Μαξίμ Γκόρκυ, ο οποίος επαίνεσε την νεαρή κυρία Λιμπεράκη, όταν την άκουσε να παίζει στο πιάνο του ξενοδοχείου. Όμως ο γάμος αυτός στάθηκε άτυχος. Ο βίος του ζευγαριού (που έμεινε χωρίς παιδιά) δεν ήταν τόσο όλβιος και τρισευδαίμων όσο τον ευχόταν ο Αγγελιοφόρος της πόλης μας, κυρίως για την κυρία Νίτσα, που μέχρι το τέλος της ζωής της κράτησε μιαν αξιοθαύμαστη καρτερία και αξιοπρέπεια απέναντι σ’ έναν σκαιό και με πολλές ιδιορρυθμίες Λιμπεράκη στο παραδιπλανό δωμάτιο. Ο Λιμπεράκης που δεν τα πήγαινε καλά με τον πατέρα του, επειδή ξόδευε την πατρική περιουσία στα ταξίδια του στο εξωτερικό, ενώ ο ίδιος δεν εργάστηκε ποτέ του, έβλεπε στην οικογένεια μια «σύναξη αλληλομισουμένων ανθρώπων κάτω από την ίδια στέγη». Ωστόσο, έτρεφε μεγάλο σεβασμό προς το πρόσωπο της μητέρας, ίσως επειδή ο ίδιος δε γνώρισε μητέρα, και μου είχει διηγηθεί δυο και τρεις και περισσότερες φορές, με την ξεχωριστή παραστατικότητα που συνόδευε τις διηγήσεις του, την συγκινητική όσο και τρυφερή σκηνή του θανάτου της ?σσης, της μητέρας του Πέερ Γκυντ, στο ομώνυμο έργο του Ίψεν.
Και φυσικά, επειδή όλοι ξέραμε ότι ο Λιμπεράκης και η γυναίκα του ζούσαν χωρίς να βλέπονται μέσα στο ίδιο σπίτι και επικοινωνούσαν φωναχτά από το ένα δωμάτιο στο άλλο, με μεγάλη έκπληξη, όταν τον συνάντησα στα Γαλάξεια ύστερα από μια μακρά απουσία μου στην Αθήνα, τον άκουσα να μου λέει συντετριμμένος: «Έχασα, Γιώργο, τη σύντροφο της ζωής μου».

3 Η ορθογραφία των ποιημάτων και των μέσα σε εισαγωγικά κειμένων είναι του ποιητή Μίμη Λιμπεράκη. 

ΕΚΛΟΓΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ

ΜΙΜΗΣ ΛΙΜΠΕΡΑΚΗΣ

  • Κοκοσούλας Γιώργος Ι., Γύρω από μια φιλία. Μίμης Λιμπεράκης- Απόστολος Μελαχρινός. Επιστολές 1903-1924, εκδ. Φιλιππότη, Αθήνα 1998.
  • Κοκοσούλας Γιώργος Ι., Μίμης Λιμπεράκης (1880-1967). Ο ποιητής και αισθητικός απ’ το Μεσολόγγι, εκδ. Φιλιππότη, Αθήνα 1997.
  • Πολίτης Θ. Μ., Σκιαγραφήσεις Λογοτεχνών, Β΄ έκδοση, εκδ. Πολύπλευρο, Μεσολόγγι 1986.

ΣHMEIΩΣH: Το κείμενο αυτό είναι παρμένο από το βιβλίο «ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ ΤΗΣ ΛΙΝΜΟΘΑΛΑΣΣΑΣ» που εκδόθηκε από την Παπαχαραλάμπειο Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ναυπάκτου το 2002.

 


 

 

 

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε την εμπειρία χρήσης σας. Χρησιμοποιώντας αυτή την ιστοσελίδα αποδέχεστε τους όρους μας. Όχι, θέλω να μάθω περισσότερα.