ΜΠΟΥΤΒΑΣ ΝΙΚΟΣ

 κείμενο: ΦΩΝΤΑΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ

Μπούτβας Νίκος, Εργοβιογραφικό «Χρονικό» 1

Ο Νίκος Μπούτβας που έχει καταγωγή Μεσολογγίτικη γεννήθηκε στην Ξάνθη από πατέρα στρατιωτικό. Τα παιδικά του χρόνια τα έζησε στο Μεσολόγγι, την Ξάνθη, τη Σάμο και την Αθήνα και σέρνει παντοτινά μαζί του τούτες τις μνήμες.

Το 1942 δημοσίευσε στη Μαθητική Φωνή του 7ου Γυμνασίου Παγκρατίου το διήγημα Το θάμα, μια ιστορία –μύθο του πατρικού χωριού Αγγελόκαστρου. Δοκίμαζε τις δυνάμεις του. Το 1943 έπαιξε στο θεατρικό του Βασίλη Ρώτα Το πιάνο. Έκανε το βλάχο μαυραγορίτη με μεγάλη επιτυχία.

Αρχές του 1942 μπήκε στην Εθνική Αντίσταση, στο ΕΑΜ Νέων της Σπουδάζουσας Μαθητών. Το 1943 στην ΕΠΟΝ και αργότερα στον ΕΛΑΣ. Στις 8 Μαΐου 1944 πιάστηκε απ’ τους Γερμανούς. Καταδικάστηκε από κατοχικό στρατοδικείο σε οκτώ ετών κάθειρξη. Κατά την μεταγωγή του στα γερμανικά κάτεργα τον ελευθέρωσε ο ΕΛΑΣ Πάρνηθας – Αττικής.

Στα λογοτεχνικά δρώμενα παρουσιάστηκε επίσημα το 1946. Με το ψευδώνυμο Θανάσης Βλάχος Αιτωλός δημοσιεύει στα Ελεύθερα Γράμματα του Δημήτρη Φωτιάδη (τεύχος 25 Μάρτη) το χρονικό «Ο θάνατος του Μάρκου Μπότσαρη» γραμμένο στο ίδιο ελλειπτικό ύφος και γλώσσα που χρησιμοποιεί ώς σήμερα. Με το ίδιο ψευδώνυμο δημοσίευσε κείμενα σε πολλά περιοδικά.

Βιβλία του: 
Ι. Τυράγνια: τα διηγήματα της πίκρας του καπνού, εκδόσεις Νικολαίδη, 1966, Β΄ έκδοση, 1979, εκδ. Πορεία.
Ο Π. Παλαιολόγος κρίνοντας το βιβλίο αυτό έγραψε: «Ο κ. Μπούτβας με νεύρο και ζωντάνια σε τραχιά αιτωλική γλώσσα, δίνει με δεκαπέντε διηγήματα που περιέχονται σε ογδόντα σελίδες τη ζωή του χωριού, μια ζωή που δικαιολογεί τον τίτλο του μικρού και χυμώδους αυτού βιβλίου»2 

Ο Χρ. Κ. Χαιρόπουλος έγραψε: «Απροκάλυπτα, ανεπιφύλακτα: Πρόκειται για δεκατέσσερα μικρά αριστουργήματα το ένα καλύτερο από το άλλο. Πεδίον εμπνεύσεως του καινούργιου διηγηματογράφου η πατρίδα του, η Αιτωλοακαρνανία. Γλώσσα του η ηχηρά και ιδιότυπη δική της»3 

ΙΙ. Το κάστρο της Αγγέλως: Χρονικό και θρύλος του πατρικού χωριού Αγγελόκαστρου, 1967, εκδ. Δωδεκάτη Ώρα. (Δυστυχώς το γκετάρισε η χούντα).

ΙΙΙ. Βάρβαροι στον κήπο: Το χρονικό της μετανάστευσης, εκδ. Αρίων, 1974. 

Η κριτική για το βιβλίο Βάρβαροι στον κήπο:

«Οι ‘’Βάρβαροι στον κήπο’’ μας δίνουν κάτι νέο και ζωντανό. Ασυνήθιστο»4.

«… Η ευστοχία του λόγου, η καθαρότητα της ματιάς κι’ η θεματολογική ποιότητα, όχι μονάχα σώζουν το ιδεολογικό εποικοδόμημα του βιβλίου, αλλά χαρίζουν και στην Ελληνική πεζογραφία μας μερικές απ’ τις σπάνιες σε ύφος και αρτιότητα σελίδες»5.
 

«Υπάρχουν διηγήματα όπως τα «Πικρολέϊμονα» και «Βάρβαρος Έλλην» που καταξιώνουν, παλληκαρίσια μάλιστα, μια θέση σε παγκόσμια ανθολογία διηγήματος»6.
 

«Ανοδική στον Έλληνικό, πνευματικό χώρο, και μάλιστα στο πιο δύσκολο λογοτεχνικό είδος, στο διήγημα, σημειώνεται η πορεία του κ. Μπούτβα»7.

«Νευρώδης πεζογράφος, γεμάτος λαχτάρες και πάθος ο κ. Ν. Μπούτβας, συχνά πυκνά, οδηγείται σε κορυφαίες στιγμές που κι’ αυτές ακόμα τον ξεχωρίζουν από πολλούς παλαιότερους και νεώτερους υποτονικούς πεζογράφους μας»8.


IV. Ένοπλοι: Διηγήματα αντιχουντικά, εκδ. Πορεία, 1976, B΄ έκδοση, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1978.

Η κριτική για το βιβλίο Ένοπλοι: 

«Οι ‘’΄Ενοπλοι’’ του Ν. Μπούτβα, γραφτήκανε στην περίοδο της δικτατορίας κι’ είναι ένας κόλαφος εναντίον της…»9.

«Ο Ν. Μπούτβας είναι ένας από τους λιγοστούς άξιους της πεζογραφίας μας. Τούτο το βιβλίο του είναι ένας ολοζώντανος καθρέφτης της εφτάχρονης βασανιστικής τυραννίας του Ελληνικού λαού, που την δίνει τόσο γλαφυρά και ανάγλυφα…»10.

«Γραμμένα σε ιδιόμορφο ύφος τα διηγήματα ‘’Ενοπλοι’’ του Ν. Μπούτβα εντάσσουν τον συγγραφέα τους στους χαρακτηριστικώτερους εκπροσώπους της σύγχρονης διηγηματογραφίας μας. Γραμμένα μ’ ένα ύφος νευρώδες, διαποτισμένα από το πάθος κάθε γνήσιου δημιουργού για την ελευθερία αποτελούν θετική προσφορά στην ρεαλιστική πεζογραφία μας»11.

«Σοφή δομή. Φράση κρουστή, ζωντανή. Γλώσσα πλούσια, απέριττη, λαγαρή. Ύφος και ήθος υψηλό. Διάλογος φυσικός, όλο νεύρο. Ευρήματα και πλοκή που σε καθηλώνουν. Και προπαντός η διαλεκτική της ζωής στην πιο περίπλοκη, δυναμική, αστραφτερή κίνησή της. Ένα πικρό υλικό που από μέσα του αναδύεται η αλήθεια που φωτίζει και καίει… Οι ‘’Ένοπλοι’’ είναι μια ζωντανή καρδιά»12.

«Ο κ. Μπούτβας έχει ένα γράψιμο ξεχωριστό, με ανάγλυφη περιγραφικότητα και ύφος ολοζώντανο. Το βιβλίο του διαβάζεται με μεγάλη επιθυμία. Όλα μέσα σ’ αυτό σου προκαλούν το ενδιαφέρον και την ικανοποίηση»13.

«Το καθαρά προσωπικό ύφος του, η μικρή κοφτή φράση και το πικρό κι’ ανάλαφρο ειρωνικό χιούμορ, η περιορισμένη έκταση της αφήγησης –διανθίζεται με εκφράσεις που παίρνει από τις ιερές Γραφές, τον Παπαδιαμάντη, τον Μακρυγιάννη… Το ψυχικό πάθος προβάλλεται έντονα και η κατάληξη είναι πάντα πικρή, κάποιος θάνατος ελλοχεύει στο τέλος, για να δώσει και την κατακόρυφη άνοδο στη γενική δομή. Ποτέ πια πόλεμος! Αυτό είναι και το κλειδί των Ενόπλων του»14.
 


V. Κάπροι: Ιστορήματα απ’ τον εμφύλιο, εκδ. Πορεία, 1978.

Ο Δημοσθένης Ζαδές γράφει: «Μετά τους Ένοπλους ο Νίκος Μπούτβας μας δίνει το πέμπτο βιβλίο του με διηγήματα. Γράψαμε τότες, μα θα το ξαναπούμε και τώρα πως ο Νίκος Μπούτβας ειν’ ένας προικισμένος συγγραφέας, φτασμένος πια διηγηματογράφος. Το διήγημά του είναι σύντομο 3-6 σελίδες, μα πάντα μι’ αληθινή, σπαρταριστή εικόνα ζωής. Η δύναμη του λόγου του υποβάλλει κι ο αναγνώστης ζει έντονα το κάθε επεισόδιο. Ο συγγραφέας έχει στο έπακρο το χάρισμα της υποβλητικότητας Οι άνθρωποί του ολοζώντανοι, με τα μικρά ή μεγάλα πάθη τους, είναι σμιλεμένοι αδρά. Επίκεντρο κάθε διηγήματος ο βασανισμένος, ο μαχητής άνθρωπος που ονειρεύτηκε κι αγωνίστηκε για όλους τους ανθρώπους, για τη δικαιοσύνη και τη λευτεριά, για ξερίζωμα της δυστυχίας απ’ τον κόσμο, για την επικράτηση του καλού. Ο Ν. Μπούτβας γίνεται συγκλονιστικός καθώς μας διηγάται τις κολασμένες εκείνες μέρες, που οι άνθρωποι είχανε χάσει την ανθρωπιά τους και χόρταιναν τα πάθη τους με φόνο κ’ αίμα. Είναι τόσο ανατριχιαστικά όσα περιγράφονται απ’ την έμπειρη πένα του συγγραφέα, που αδυνατεί το μυαλό τ’ ανθρώπου ναν τα πιστέψει. Μα, η πραγματικότητα υπήρξε ακόμα πιο εφιαλτική που κανένας δε θα μπορέσει ναν την αποδόσει ακόμα πιο εφιαλτική με τα γραφτά του. Ο Μπούτβας ξαναζωντανεύει τούτους τους εφιάλτες που τυραγνούσε τις ψυχές όσων τους ζήσαμε, κι απορούμε πώς κρατήσαμε τότες τα λογικά μας. Και πικραινόμαστε σήμερα, που τα παιδιά και τα γκόνια μας, πνιγμένα απ’ τα’ αγαθά του ευδαιμονισμού που ζούνε, δε μας αναγνωρίζουν πια το δικαίωμα –όχι κάποιας… θυσίας για χάρη τους- μα μήτε να θρηνούμε για όσα τραβήξαμε…»15
VI. Οβελιστήριον η Ελλάς: Διηγήματα, εκδ. Πορεία, 1982

Ο Μ. Σταφυλάς γράφει «Ο Νίκος Μπούτβας στα 1982 τύπωσε μια σειρά διηγημάτων με τον τίτλο «Οβελιστήριον η Ελλάς», όπου μ’ έναν πρωτότυπο κι εντελώς καινούργιο τρόπο σαρκάζει τις αντιθέσεις της νεοελληνικής μας ζωής, εκφράζοντας τις απορίες των απλών ανθρώπων για τα όσα παράδοξα συμβαίνουν στον τόπο μας. Με μια γραφή γοητευτική, λαϊκότροπη θα την ονομάσω, στήνει το μύθο των διηγημάτων, ζωντανεύει τους τύπους του, συνδιαλέγεται ή παρατηρεί με ολοφάνερη διάθεση να χτυπήσει τα «κακώς κείμενα». Έτσι μετατρέπεται σ’ έναν διδαχτικό συγγραφέα που βάζει τα προβλήματα με τέτοιον τρόπο, ώστε ο αναγνώστης να διακρίνει την πηγή του κακού μόνος του και να βγάλει τα συμπεράσματά του. Μ’ άλλα λόγια σ’ αυτό το βιβλίο περιγράφει τις παραμορφώσεις και τις μεταμορφώσεις της Ελλάδας, στα τελευταία σαράντα χρόνια»16. 

Ο Δημοσθένης Ζαδές γράφει: «Σ’ εντελώς διαφορετικό κλίμα κινείται σε τούτη τη συλλογή του από τους «Κάπρους» του που είσαν εμπνευσμένοι απ’ την καταραμένη εποχή του εμφυλίου. Εκεί βρεθήκαμε μπροστά στο Γολγοθά ενός λαού που νίκησε τον εχθρό, για να προπηλακιστεί, να βασανιστεί, να εξοριστεί, να φυλακιστεί και να διωχθεί μετά τη λευτεριά του, απ’ τους συνεργάτες με κείνον. Εδώ θα βρεθούμε μπροστά σε ταλαιπωρημένους αγρότες, σε πεινασμένους μεροκαματιάρηδες γης που ψευτοζούν, ανθρώπους του χωριού και της πόλης, που ματώνουνε καθημερινά για να βγάλουν ένα κομμάτι ψωμί. Η συντομία του λόγου του κ’ η λιτότητά του είναι τα χαρακτηριστικά του Ν. Μπούτβα. Σ’ ορισμένες σελίδες του γίνεται σκληρός όπως άλλωστε είναι κ’ η ζωή που περιγράφει. Κείνο το πρώτο του διήγημα «Ορεινή Ναυπακτία 1994 μ.Χ.» είν’ ανατριχιαστικό, μα τόσο ρεαλιστικά αποδοσμένο, που θυμηθήκαμε το μακάβριο «1984» του Όργουελ, για την εποχή που θα ’χει λείψει πια η ανθρωπιά κι η ευσπλαχνία. Το «Μάθημα Πατριδογνωσίας» είναι διήγημα δυνατά ψυχογραφημένο, ολοζώντανο και σπαρταριστό, βγαλμένο απ’ τη μετεμφυλιακή μας περιπέτεια. Τέτοιοι παραλογισμοί (και χειρότεροι) γίνηκαν αμέτρητοι. Με το παραμικρό και το πιο ασήμαντο μπορούσε κανείς να βρει το μπελά του. Τα ζήσαμε κ’ έχουμε σχεδόν όλοι μας τις εμπειρίες μας. Κ’ εδώ ο λόγος του Μπούτβα άψογος, ένας λόγος αληθινού παραμυθά… Πίκρα, ντροπή κ’ ένα αίσθημα αηδίας πλημμυρίζει την ψυχή μας, καθώς διαβάζαμε το «Ω! Τι ωραίο το Χίλτον Νικ». Οργή και αγανάχτηση για την περιφρόνηση του ζευγαριού των Αμερικάνων μπροστά στο άφθιτο μνημείο του αρχαιοελληνικού πνεύματος και της μεγάλης τέχνης του Παρθενώνα, που τόνε συγκρίνουνε με το ξενοδοχείο Χίλτον, καθώς το βλέπουνε πάνω απ’ την Ακρόπολη. Αλλά κ’ ιερή αγανάχτηση μας πλημμυρίζει η αδιαφορία του Αμερικάνου μπίζνεσμαν μπροστά στον πνευματικό πολιτισμό, έναν χαραχτηριστικό εκπρόσωπο του σημερινού ευδαιμονισμού»17.

VII. Μεταφράσεις: Ισμαήλ Κανταρέ: Το Κάστρο, εκδ. Πορεία, 1979. (Πρόλογος, Επιμέλεια, Λογοτεχνική απόδοση).

Από το 1978 έως το 1990 δημοσιεύει κριτικές βιβλίου στην εφημερίδα Ριζοσπάστης και από το 1983 μέχρι το 1995-96 στο περιοδικό Μικρασιατική Ηχώ της Ενώσεως Σμυρναίων, και, προσθέτουμε, πολλά κριτικά λήμματα στη «Διαρκή Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» που εκδίδει ο Μιχάλης Σταφυλάς.

Ομιλίες (Λογοτεχνικές, ιστορικές, επετειακές, πολιτισμικές): Για τον Λόρδο Βύρωνα, τον Βύρωνα των Ελλήνων: Σύλλογος Αθηναίων, 1974. Την Εθνική Αντίσταση: Βύρωνας. Την Ειρήνη: Υμηττός, Τερψιθέα Γλυφάδας. Το Δοξασμένο 40: Πρέβεζα (1983). Το Πολυτεχνείο: Αχαρναί, Βύρωνας, Γλυφάδα. Την ξεχασμένη Επαρχία: ?ρτα, 1982. Κι ακόμα, αναστήλωσε την Ιστορία των συνοικιών Βύρωνα, Καισαριανής και Ζωγράφου.

Παρουσίασε τα πορτραίτα (μικρά δοκίμια θα λέγαμε) λογοτεχνών και ανθρώπων του πνεύματος: Κώστας Θρακιώτης (εφημερίδα Ριζοσπάστης), Γεωργία Αναστασιάδη-Δεληγιάννη (Περ. Μικρασιάτικη Ηχώ), Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη (Γιορτή της Μητέρας, Τερψιθέα Γλυφάδας), Βασίλης Μεσολογγίτης (Εστία Νέας Σμύρνης), Γιάννης Μαρές (Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών), Ιωνία αυτός ο χαμένος παράδεισος στη Λογοτεχνία και τη ζωή μας: (Εστία Νέας Σμύρνης), Το παιδικό βιβλίο: (Στέγη Τεχνών και Γραμμάτων Υπουργείο Πολιτισμού), Μπιάνκα Ρωμαίου (Φιλολογικός Μουσικός Σύλλογος Παρνασσός), Παναγιώτης Πανταζής (Δήμος Αθηναίων).

Τιμήθηκε το 1950 με τον Έπαινο Ελλήνων Λογοτεχνών, το 1979 με τον Α΄ έπαινο της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, (Έπαθλον Μ. Λουντέμη για το βιβλίο Κάπροι), το 1982 με το Β΄ βραβείο ελληνοτουρκικής φιλίας Αμπντί Ιπεκτσί (Διήγημα «Σουκρή»).

Διηγήματά του μεταφράστηκαν: Χιλή, Σουηδία, Ελβετία, πρώην Σοβιετική Αρμενία.

Είναι μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, της Ευρωπαϊκής Ενώσεως Κριτικών Λογοτεχνικού Βιβλίου και της Πανελλήνιας Πολιτιστικής Κίνησης (Ιδρυτικό μέλος). Από το 1953-1956 είχε εβδομαδιαία Ραδιοφωνική εκπομπή από τον ραδιοφωνικό σταθμό Πατρών με γενικό τίτλο «Ήθη και Έθιμα της Αιτωλίας».

Σπούδασε Οικονομικές Επιστήμες. 

Είναι παντρεμένος με την Ελένη Αμοριανού που του συμπαραστάθηκε με όλες τις δυνάμεις της στο έργο του. Έχουν μια κόρη, καθηγήτρια παντρεμένη με τον Σταύρο Σόλωνα Φινινή απ’ την Τερψιθέα του Δήμου Αποδοτίας.

Τα παραπάνω στοιχεία είναι παρμένα από τα οπισθόφυλλα των βιβλίων του που επιμελήθηκαν οι εκδότες του. Την επιλογή την έκανε ο ίδιος που γράφει και το τέλος:

* * * * * * * * * * 

«Γεννήθηκα στην Ξάνθη (την Ξάνθεια των αρχαίων. ξανθειά, άσπρη παναπεί), σ’ ένα παλιό, τούρκικο σαράϊ, του Αλή αγά το σπίτι, Οκτώβρη μήνα αηδημητριάτικο. Μήνα που ανθίζουν τα χρυσάνθεμα και στα βαγένια βράζει ο μούστος να γίνει μεταλαβιά και ζωή. Είταν ένα πετρωμένο σπίτι με κήπο και χαβούζα στη μέση και καφασωτά παράθυρα. Στις γωνιές του παραφυλούσαν αμίλητα ιερά τζιν και φαντάσματα. Έμοιαζε στοιχιωμένο. Έτος 1924 δυο χρόνια μετά τη Μικρασιατική καταστροφή.

Η Ξάνθη είτανε μια πολιτεία μικρή, πολιτεία του καπνού, με στενά δρομάκια τούρκικα και πλακόστρωτα καλντερίμια. Το πρωί μας ξύπναγε η μακρόσουρτη λυπητερή ψαλμουδιά του Χότζα απ’ το Γεντί Τζαμί. Το βράδυ πέρναγε ο πασβάντης (νυχτοφύλακας θα πει) χτυπώντας το χοντρό ραβδί του στο πλακόστρωτο και φώναζε: Έεε-έεε! Κοιμηθείτε, όλα είναι ήσυχα! Είπα!

Προσκεφάλι στην πόλη μας η δασωμένη Ροδόπη με το μοναστήρι της Παναγίας καταμεσύς. Δεσποτοβούνι το λέγαμε. Από τα ψηλά κατέβαιναν οι Πομάκοι που πουλούσαν κράνια και φορτώματα ξύλα. Την πόλη την έκοβε στα δύο το ποτάμι, Τσάϊζ το ξαίραμε. (είναι ο Κόσινθος των αρχαίων Θρακών). Έρχονταν απ’ τη Βουλγαρία. Των Φώτων, , απ’ τη γέφυρα έριχνε ο Δεσπότης το σταυρό. Κάτω στο σταθμό είταν ο τουρκομαχαλάς. Πόσες φορές δεν παίξαμε πετροπόλεμο με τα συνομήλικα τουρκάκια. Αμή σε τρόμαζε η φρίκη και το πένθος που έβλεπες στα μάτια των μεγάλων. 

Ο πατέρας είτανε απ’ το Αγγελόκαστρο Μεσολογγίου. Καπνοχώρι. Κι η ελονοσία θέριζε. Στον πόλεμο πήγε εθελοντής. Βασιλικός. (Γύρισε βενιζελοπλαστηρικός). Ο προ-προσπάππος του Κώστας Χούπος Μπούτβας πολέμησε το 21 με τον νταϊφά του Γουλιμή κι’ ανδραγάθησε. Έχουμε το χαρτί του Όθωνα με το μετάλλιο σε κορνίζα.

Η μητέρα μου ήταν από τα όμορφα Μουδανιά της Προύσσας που ύμνησε ο επαχτίτης ποιητής Αθανασιάδης-Νόβας. Έπαιζε μαντολίνο και κένταγε. Στα Μουδανιά γνωρίστηκε με τον πατέρα, αγαπήθηκαν κι αρραβωνιάστηκαν. Παντρεύτηκαν στη Ραιδεστό με την υποχώρηση.

Ο πατέρας της μητέρας, ο παππούς ο Σωτήρης Μίγκος είταν ένας καλότατος αγαθός Μικρασιάτης. Μέτριος στο μπόϊ, λιανοκάμωτος. Φορούσε βράκα και μαλακά στιβάλια, κούκο αστρακάν κίτρινο και μαύρο σαλβάρι. Ο καημός του ήταν «τούτο το μεγάλο κακό που τους βρήκε». Ψήφιζε Βενιζέλο και με τα δυό χέρια. Λυτρωτής! έλεγε.

Σχολείο πρωτοπήγα στο Μεσολόγγι. Θυμάμαι τραγουδούσαμε τις γιορτές το «όλ’ η δόξα όλ’ η χάρη- άγια μέρα ξημερώνει». Την πρώτη μου φωτογραφία την έβγαλα στο Ηρώον μπροστά στο άγαλμα του Λόρδου Βύρωνα.

Στη μεγάλη τάφρο και στ’ αμμονήσια βρίσκαμε κόκκαλα σκοτωμένων της Εξόδου. Τα ξαπλώναμε στην άμμο με τα φύκια και τα συνταιριάζαμε καταπώς κάνουμε τις φιγούρες του Καραγκιόζη. Ποιος δικός, ποιος ξένος, δεν τόβαζε ο νους μας.

Ντύθηκα τσολιάς στην επέτειο της Εξόδου. Γιορτή. Φουστανελλάδες, αλόγατα με καβαλάρηδες, άγημα ευζώνων της ιεράς πόλεως Μεσολογγίου, μουσική, ντουφεκιές και χαλκούνια, μπροστά το λάβαρο (γονατίζαμε στη θωριά του) και πίσω λαός. Μιλιούνια. Με το θρήνο, θριαμβικό σκοπό: Ένα Σαββάτ’ αποβραδύς- ανήμερα Λαζάρου…, Όϊ μάνα μου, τέτοιος θρήνος.

Στο πατρικό χωριό ήμουνα έξη χρονώ σαν πρωτοπήγα. Είναι χτισμένο ανάμεσα σε δυό μικρούς λόφους. Πάνω απ’ το λόφο τ’ ?η-Γιώργη με τ’ απομεινάρια απ’ τα τειχιά του κάστρου της κυρ’ Αγγέλως (κρατούσε απ’ τους Κομνηνούς και τους Ενετούς Τόκους της Κεφαλλονιάς) αγναντεύεις το Παναιτωλικό. Αψηλό, περήφανο, βουνό σερνικό. Το ποτάμι μας ο Δίμηκος ( ο παλαιός Κύαθος) περνάει πλάϊ απ’ τον παλιό σταθμό. Αγνάντια ο Αχελώος, ο ?σπρος που πλημμύριζε και κατάστρεφε τα σπαρτά τους. Έπνιξε και τους Τούρκους το 21. Δυό φορές.

Στ’ Ανατολικά πάνω στο λιόφυτο λόφο είναι το μοναστήρι του Παντοκράτορα. Κάθε Αύγουστο στις έξη, γίνεται το Πανηγύρι στη χάρη Του. Τρεις μέρες κρατάει. Το χωριό ζωντανεύει. Σειέται άκρη σ’ άκρη.

Το σπίτι του πατέρα είτανε της μακαρίτισσας της μητέρας του. Ο παππούς πήγε σώγαμπρος. Είτανε χτισμένο μισό πέτρινο, μισό πλίθρα. Στο κατώϊ κρέμονταν οι αρμάθες με τον καπνό.

Ο παππούς ο Νταή Δημήτρης Πλατίκας ήτανε ένας καστρόχτιστος άντρακλας κοτζά δυό μέτρα, σμιχτοφρύδης, με γελούμενα γαλάζια μάτια. Φορούσε κάτασπρη φουστανέλλα, τσαρούχια και στο πέτσινο σελάχι του έκρυβε την καπνοσακούλα. Κάθονταν ντούρος. Βασιλικός. Ψήφιζε Τρικούπη. Παλιά είχε κρασοπουλιό. Στο Μεσολόγγι έρχονταν κάθε χρόνο ανήμερα στην Έξοδο. Αυτά …………………..……………………………………….

Κι’ έχω κατά νου κάποτε να γράψω για την Ξάνθη και το πατρικό χωριό Αγγελόκαστρο, τα γονικά μου και τους παππούδες μου. (Μοίρα τους τούτοι οι δυό δεν συναντήθηκαν ποτέ τους! Γιαγιάδες δεν γνώρισα. Ο πατέρας μου λεγόταν Χαράλαμπος και η μητέρα μου Όλγα)». 

 

 

Από τους «Κάπρους» στο «Οβελιστήριον η Ελλάς» του Νίκου Μπούτβα18

Όταν στα 1966, από τις στήλες της Δημοκρατικής Αλλαγής, έκανα εκτεταμένο λόγο για το βιβλίο Τυράγνια του Νίκου Μπούτβα, εκείνο που προπαντός υπογράμμιζα ήταν η καθαρότητα της ματιάς, ο κρουστός λόγος, το αισθητικό –σε επίπεδα υψηλού επιτεύγματος- ήθος. Ήταν σάμπως ν’ ανάβρυζε απ’ την τότε τσιμεντένια πραγματικότητα το νερό μιας γάργαρης πηγής για τους διψασμένους των «οχλοκρατικών» διαδηλώσεων. Ήταν ένα βιβλίο που έβαζε τα πράγματα στη θέση τους, που πραγματοποιούσε αβίαστα, χωρίς φιλολογικές φανφάρες για «επιστροφή στις ρίζες», την επανασύνδεση με τον «ηδυσμένο λόγο» της γνήσιας λαϊκής μας παράδοσης του Κάλβου, του Σολωμού, των Ακριτικών τραγουδιών. Ήταν, κοντολογίς, ένα «βιβλίο της χρονιάς», κι ας μην αναφέρθηκε ποτέ σε κανένα σπουδαιόφαντο «λογοτεχνικό απολογισμό» καμιάς «έγκριτης» εφημερίδας. ?λλες εποχές, ίδια κι απαράλλαχτα τα ήθη των νονών.

Με τα επόμενα βιβλία του, όλα διηγήματα, επιχειρεί ένα οδοιπορικό της ελληνικής ψυχής, που βγαίνει απ’ το κουκούλι του θρύλου –Το κάστρο της Αγγέλως– περνά για λίγο απ’ τα σκλαβοπάζαρα της μετανάστευσης –Βάρβαροι στον Κήπο– κι έρχεται να παγιδευτεί στη μέγγενη της μεταϊουλιανής Ελλάδας: αποστασία, δικτατορία –Ένοπλοι. Διηγήματα του καημού και της συντριβής, τίμιες καταθέσεις πιο πολύ, μικρά αριστουργήματα ορισμένα, θυμίζουν ακόμα πιο έντονα την απαρόμοιαστη εσωτερική ενότητα της Τυράγνιας. Με τους Κάπρους και το Οβελιστήριον η Ελλάς, ο Νίκος Μπούτβας παλινδρομεί ελεύθερα, θέλοντας, με το πρώτο, να ξοφλήσει κάποιους ανοιχτούς λογαριασμούς με το χρόνο, και με το δεύτερο, αποκαμωμένος, διαψευσμένος, και με μια πρωτόφαντη αίσθηση πικρού χιούμορ, να καταγράψει καμώματα της γερασμένης κοπελιάς, που πέταξε πια την κουρελιασμένη χλαμύδα της καταγωγής της και ενεδύθη το μπλου τζην του κακού ριζικού της, τα σκέρτσα της δικής του, πεφιλημένης Ελλάδας.

Σε στιλ λεξικογραφικού λήμματος ο συγγραφέας μας εισάγει κατευθείαν στο κλίμα του όλου βιβλίου απ’ τις πρώτες κιόλας αράδες των Κάπρων, που φέρνουν τον υπότιτλο «Ιστορήματα απ’ τον Εμφύλιο». Κάπροι και Εμφύλιος. Η σύνδεση θα μπορούσε να είναι ολέθρια αν ο συγγραφέας δεν είχε τη σοφή επινόηση να χρησιμοποιήσει τη γλώσσα μιας καλόηχης αρχαίζουσας, που αποστασιοποιεί το δρώμενο και το ανάγει σε συμβάν: τετελεσμένο, αναπόδραστο, τραγικό. Οι κάπροι που εξολοθρεύονται κατόπιν διαταγής. Οι εναπομένοντες ανυπόταχτοι των ηρωϊκών χρόνων, αυτοί είναι οι κάπροι, που θα εξοντωθούν μέχρις ενός. Η διάτα των «φίλιων» συμμάχων ακούγεται σαν το βηματισμό μιας βιβλικής τιμωρίας: «Και όμωσαν αποκτενείν πάντας τους αντίθετους τους φέροντας όπλα, από δώδεκα έως εκατόν δώδεκα ετών… Και φόβος μέγας συνείχε τότε τον λαόν. Και λαβόντες τα όπλα, θέλοντας και μη, εξεστράτευσαν εναντίον των. Κι οι δε, λαβόντες τα κρυμμένα όπλα, απήλθον εις τα γνώριμα όρη και κακοτράχαλα της απιστίας των. Και ούτω πως άρχισε ο εμφύλιος, καταραμένη χρονιά 1945-49. έως ου, μοίρα τους και βροντή και κεραυνός έπεσεν επί των κεφαλών των. Και ενίκησαν οι αντίθετοι. Και έως σήμερα, ουδείς εμνημόνευσε τον χαλασμό των τετιμημένων καπετάνων». 

Με μια πρόγευση ανελέητης φρίκης («Ο κάπρος ματωμένος, χολιασμένος, χυμάει κάποτε για έφοδο σωτηρίας απ’ το μονοπάτι που τ’ αφήνουν ξεπιτούτου αφύλαχτο. Οι κρυμμένοι κυνηγοί ντουφεκάνε κατά πάνω του με ομαδικά πυρά… Ο κάπρος γονατίζει. Γρυλίζει, σκάφτει το χώμα, δέρνεται… Το κεφάλι είναι το τρόπαιο του αρχηγού… Στον πλάτανο κρεμάνε το θεριό με το κεφάλι στη γης, ώσμε ν’ αργοσταλάξει το αίμα του. Και στρώνονται στο γλέντι»), ο Νίκος Μπούτβας επιτελεί το μυστήριο του σφαγιασμού με τρεμάμενο το χέρι της καταγραφής. Δεν μένει ούτε ένας. Όπως στα παλιά χρόνια, όπου «ληστές» ήσαν οι απροσκύνητοι που κατάφευγαν στα βουνά, όχι οι προσκυνημένοι του κάμπου, αυτοί που δεν έμεναν «στα κατώμερα να καλοξεχειμάσουν» μον’ έμεναν «πάνω στα βουνά, ψηλά στα κορφοβούνια». Με συνεχείς και καταιγιστικές αναπέμψεις στο τυπικό του δημοτικού τραγουδιού, φτάνει στην ουσία του ηρωϊκού στοιχείου ο συγγραφέας, συντρίβοντας κάθε υπόνοια ηθογραφικής ανάπλασης. Κι αυτό το κάνει χωρίς πόζα, η μίμηση, μα μ’ ένα λόγο ευθύ, όσο κι ευλύγιστο, που, σε μερικές περιπτώσεις, φτάνει στην ποιότητα λαϊκής ζωγραφιάς («Η μάνα το στοιχειό», «Ο Γιάννος ο Αρκουδόγιαννος»). Η κάποια χαλαρότητα στην παράθεση των διηγημάτων, δεν αναιρεί την τελική εντύπωση που επιδιώκει, και το καταφέρνει, να είναι μια ελεγεία των τελευταίων του μύθου, ακόμα μια φορά. Με την εξόντωση και του τελευταίου «κάπρου», ανοίγει πολιτικά ο δρόμος για να εισβάλει το αλλότριο στοιχείο που θα νοθέψει τα βασικά συστατικά της ελληνικής ζωής και θα δώσει στον συγγραφέα εναύσματα για νέες ενατενίσεις. 

Με το Οβελιστήριον η Ελλάς, ο Νίκος Μπούτβας κρύβει την οργή για μια καινούργια ώρα ανάγκης, στραγγαλίζει –πολύ σωστά– τους αισθηματισμούς, γίνεται είρων και αλαφρώνει το κείμενό του από κάθε βάρος που θα παρεμπόδιζε την ελεύθερη ροή του. Ωστόσο, και φιμωμένη μέσα του, η γνωστή κραυγή του παραμένει: «Ε, ρε Ελλάδα κακομοίρα, πού σε κατάντησαν!», μια Ελλάδα της χαρισάμενης ζωής, του «όσα πάνε κι όσα έρθουνε», μια Ελλάδα μετεμφυλιοπολεμική, των μαθητικών συσσιτίων με τις κυρίες των φιλόπτωχων ταμείων και του «Μαθήματος Πατριδογνωσίας» -έξοχο δείγμα μιας άλλης τεχνικής- του νεοραγιαδισμού και της ψοφοδεούς αγωνίας του νέου τύπου Έλληνα που πάνε οι ξένοι να φτιάσουν –όπου φυσάει ο άνεμος. Αυτό το νέο «ελληνισμό» αντιπροσωπεύει τραγελαφικά ο θλιβερός δασκαλάκος, που δεν θα φεισθεί ούτε το ίδιο το αλφάβητο της γλώσσας, προκειμένου να καταθέσει, μέσω των μαθητών, και μορφή ακροστιχίδας, τα ταπεινά του διαπιστευτήρια στους νέους κρατούντες, και «Μετά πλείστης τιμής» μάλιστα. «Αστήρ λαμπρός ο Βασιλεύς ημών, εις Γάμον ελθών με την Δόξαν και την Ελευθερία, Ζωήν και σφρίγος ξανάδωσε στην πατρίδα. Και σαν νέος Ήρωας, επί Ίππου λευκού ιππεύων ως Κένταυρος, τους εχθρούς κατετρόπωσε και Λαμπρές σελίδες δόξας για το έθνος έγραψε» κ.λ.π., κ.λ.π. 

1 Το εργοβιογραφικό αυτό κείμενο επιμελήθηκε ο Νίκος Μπούτβας με επιλογή στοιχείων από τα οπισθόφυλλα των βιβλίων του και με αυτοβιογραφικό σημείωμα στο τέλος.
2 Βήμα 8-7-1966.
3 Έθνος 2-6-66.
4 Κ. Ν. Τριανταφύλλου εφημ. Ημέρα Πατρών, 18-7-74.
5 Φώντας Κονδύλης, περιοδ. Τομές, Νο 7-8/1975.
6 Γιάννης Καραλής, εφημ. Πελοπόννησος 12-6-74.
7 Κ.Σ. Κώνστας, περιοδ. Νιοχώρι, τευχ. 39/1974.
8 Δημήτρης Γιάκος, περιοδ. Σταθμοί, τευχ. 24/1975.
9 Τατιάνα Γκρίτση-Μιλιεξ, «Η πεζογραφία του 1976», περιοδικό Δομή Νο 7/1-12-76.
10 Ν.Σ. Στασινόπουλος, εφημ. Ο Αιγιώτης, 6-8-1976.
11 Μανώλης Γιαλουράκης, εφημ. Αθηναϊκή, 12-7-76.
12 Νίκος Παπαπερικλής, εφημ. Ριζοσπάστης, 23-6-76.
13 Κ. Ν. Τριανταφύλλου, εφημ. Ημέρα Πατρών, 12-6-76.
14 Ευγενία Ζωγράφου, περιοδ. Χρονικό 1976, εκδ. Γκαλλερί ΩΡΑΣ.
15 Δημ. Ζαδές Πολιτική Οικονομική Έρευνα, τ. 105, 1989.
16Μ. Σταφυλά, Διαρκής Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, τομ. Δ΄, 1984
17Εφημερίδα Ευθύνη Πύργου αρ. φυλ. 491/8-2-1988.
18Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πολιτιστική τόμ. 4/1984

ΕΚΛΟΓΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ 

ΝΙΚΟΣ ΜΠΟΥΤΒΑΣ

  • Βιογραφική εκγυκλοπαίδεια Ελλήνων Λογοτεχνών, επιμ. Δ.Π. Κωστελένος, εκδ. Κ. Παγουλάτου, τομ. Γ΄, Αθήνα 1974.
  • Γιάκος Δημήτρης, περιοδ. «Σταθμοί», τευχ. 24, 1975.
  • Γιαλουράκης Μανώλης, εφημ. Αθηναϊκή, 12-7-1976.
  • Γκίκας Γιάννης: Κάστρα-Πολιτείες: Στην Ελλάδα του θρύλου και της πραγματικότητας, τόμ. Ε΄, εκδ. «Αστήρ», Αθήνα 1995, σ.434, (Αγγελόκαστρο: Το πριγκιπάτο του Γκίνου-Μπούα-Σπάτα).
  •  
  • Γκρίτση-Μιλιεξ Τατιάνα, «Η πεζογραφία του 1976», περιοδικό Δομή, τευχ. 7, 1-12-1976.
  • Έλληνοαμερικανική εγκυκλοπαίδεια, τόμ. Ζ΄, σελ.635
  • Εφημ. Εβδομάδα: Σύγχρονα Ελληνικά Γράμματα, 8-10-1966. (Διήγημα: «Η πίκρα του καπνού»).
  • Ζαδές Δημ., Εφημ. Ευθύνη Πύργου αρ. φυλ. 491/8-2-1988.
  • Ζαδές Δημ., Πάνω απ’ τον ξένο μόχθο. Κριτική βιβλίου, τόμ. Γ΄, Αθήνα 1989.
  • Ζαδές Δημ., περιοδ. «Πολιτική Οικονομική Έρευνα», τευχ. 105, 1989.
  • Ζωγράφου Ευγενία, «Νίκου Μπούτβα Οβελιστήριον η Ελλάς» εφημ. Ριζοσπάστης, 15 Μαΐου 1983, σ.23.
  • Ζωγράφου Ευγενία, «Το καλύτερο βιβλίο της χρονιάς» περιοδ.Χρονικό,1976, εκδ. Γκαλλερί ΩΡΑΣ.
  • Καραλής Γιάννης, «Ο κόσμος του βιβλίου», εφημ. Πελοπόννησος 12-6-1974.
  • Κονδύλης Φώντας, περιοδ. Τομές, τευχ. 7-8 ,1975.
  • Κώνστας Κ.Σ., περιοδ. Νιοχώρι, τευχ. 39/1974.
  • Λαζανάς Βασίλης, Οι κωφάλαλοι στην Ξένη και τη Νεοελληνική Πεζογραφία, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 1992, σσ. 189-190, (Διήγημα: «Δικαιοσύνη», ανέκδοτο).
  • Μουσόπουλος Θανάσης, Συνοπτική Ιστορία Θρακικής Λογοτεχνίας, Κέντρο Θρακικών Μελετών, Κομοτηνή 1982, σσ.198-199.
  • Παγκόσμια Ανθολογία Διηγήματος, επιμ. Μανώλη Γιαλουράκη, τόμ. Ε΄, εκδ. Αυλός, Αθήνα 1979, σ.2567, (Διήγημα: «Πικρολέϊμονα»).
  • Παλαιολόγος Παύλος, Βήμα 8-7-1966.
  • Παναγιωτούνης Πάνος, περ. Δωδεκάτη Ώρα, Μάρτιος-Απρίλιος 1966.
  • Παπακωστόπουλος Πάνος, Σύγχρονες προσωπογραφίες, Δοκίμια, εκδ. “Ελληνικό βιβλίο”, 1971.
  • Παπαπερικλής Νίκος, εφημ. Ριζοσπάστης, 23-6-76.
  • Πάτσης Χάρης: Εγκυκλοπαίδεια Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, τόμ. 10ος, σ. 384.
  • Περιοδ. Προβλήματα Εκκλησιαστικά-Κοινωνικά, Οκτώβριος 1971, σσ. 500-501, (Διήγημα: «Ο παπάς»).
  •  
  • Περιοδ. Σύγχρονη Εποχή: «Στη θύελλα του εμφυλίου», 1986, , σσ. 101-106, (Διήγημα: «Οι εχθροί»).
  • Πριόβολος Ευθυμ. Α., «Νίκος Μπούτβας: Ένας διαλεχτός Αγγελοκαστρίτης», εφημ. Το Αγγελόκαστρο, εκδ. Φιλοπροοδευτικού Συλλόγου Αγγελοκαστριτών Αθήνας, έτος 4ο , φυλ. 17, σσ. 2-3.
  • Στασινόπουλος Ν.Σ., εφημ. Ο Αιγιώτης, 6-8-1976.
  • Σταφυλάς Μιχάλης, Διαρκής Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, τομ. Δ΄, 1984.
  • Τριανταφύλλου Κ. Ν., «Νίκου Μπούτβα Ένοπλοι» εφημ. Ημέρα Πατρών, 12-6-1976.
  • Τριανταφύλλου Κ. Ν., «Τα νέα βιβλία των Μπούτβα- Αναστασόπουλου - Γαβριήλογλου και Φ. Νικολόπουλου», εφημ. Ημέρα Πατρών, 18-7-1974.
  • Χαιρόπουλος Χρ. Κ., Έθνος 2-6-1966.

ΣHMEIΩΣH: Το κείμενο αυτό είναι παρμένο από το βιβλίο «ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ ΤΗΣ ΛΙΝΜΟΘΑΛΑΣΣΑΣ» που εκδόθηκε από την Παπαχαραλάμπειο Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ναυπάκτου το 2002.

 


 

 

 

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε την εμπειρία χρήσης σας. Χρησιμοποιώντας αυτή την ιστοσελίδα αποδέχεστε τους όρους μας. Όχι, θέλω να μάθω περισσότερα.