ΜΠΡΑΝΙΑΣ ΣΤΑΜΟΣ (1876-1967)

Ο Μπράνιας γεννήθηκε στο Μεσολόγγι (γόνος ιστορικής οικογένειας της πόλεως). Μαθητής ακόμα δημοσιεύει στον τοπικό τύπο λογοτεχνικά και λαογραφικά κείμενα. Τελειώνει το Γυμνάσιο κι ανεβαίνει στην Αθήνα και γράφεται στη Νομική, λίγους μήνες μετά, όμως, επιστρέφει στην πατρίδα γιατί δεν βρίσκει μια απασχόληση για να βγάζει το ψωμί του. Η φτώχεια του γίνεται υποφερτή όταν διορίζεται το 1894 γραφέας στη Νομαρχία. Συγχρόνως συνεργάζεται με μεσολογγίτικες και πατρινές εφημερίδες ως επαγγελματίας. Κάνει ρεπορτάζ, στέλνει ανταποκρίσεις, γράφει άρθρα, χρονογραφήματα, διηγήματα. Αγαπάει με πάθος την πόλη του και τους ψαράδες της, αγαπάει τα πανηγύρια και συχνάζει στα φημισμένα μουσικά καφενεία του Βλάχου και του Καλλιαντέρη. Οι Μεσολογγίτες τον αγαπάνε και τον θαυμάζουν αλλά ο Στάμος Μπράνιας ονειρεύεται την Αθήνα.


Το 1904 τον ανακαλύπτει ο πολύς Βλάσης Γαβριηλίδης και του γράφει ν’ ανεβεί αμέσως στην Αθήνα και να γίνει ένας ακόμα του επιτελείου της Ακροπόλεως. Ξεχωρίζει αμέσως σαν ρεπόρτερ και στη συνέχεια σαν χρονογράφος. Οι κύκλοι της δημοσιογραφίας και της λογοτεχνίας εντυπωσιάζονται για τη γλώσσα και το στυλ του, αλλά και τη βαθειά του γνώση των κοινωνικών θεμάτων. Γίνεται περιζήτητος. 

Το 1905 εγκαταλείπει την Ακρόπολη. Τα επόμενα 30 χρόνια θα συνεργαστεί με τις περισσότερες από τις σημαντικές εφημερίδες, κυρίως σαν πρώτος χρονογράφος: Αλήθεια (1906), Σκριπ (1906-1907), Νέον ?στυ (1907-1908), Αθήνα (1909-1911), Νέα Ημέρα (1912-1913), Νέα Ελλάς (1913-1915), Θάρρος (1916), Σημαία (1917-1918), Ελεύθερος Τύπος (1919-1927), Η Καθημερινή (1929-1934). Θα συνεργαστεί και με την εφημερίδα του Στέφανου Γρανίτσα Αστραπή και σε σπουδαία περιοδικά της εποχής όπως ο Παρνασσός, η Πινακοθήκη του Μεσολογγίτη Δ. Ι. Καλογερόπουλου και το Μπουκέτο, το οποίο διευθύνει ο επαχτίτης Χάρης Σταματίου.

Έκανε και μεταφράσεις από τα γαλλικά. Το αριστουργηματικό θεατρικό έργο του Αλμπέρ Σαμαίν Πολύφημος σε δική του μετάφραση παίχτηκε από το Εθνικό θέατρο και γνώρισε μεγάλη επιτυχία.

Τα χρονογραφήματά του υπέγραφε με το ψευδώνυμο Μπραν. 

Ο πεζογράφος, κριτικός και γραμματολόγος Αδαμάντιος Παπαδήμας γράφει (περιοδικό Γράμματα, 1946): 
«Ξέχωρη θέση, εξ άλλου, κατέχει άξια κι ο Στάμος Μπράνιας (Μπραν). Η χρονογραφική στήλη του δεν έδινε τις παθητικές εντυπώσεις που ο εξωτερικός κόσμος γεννάει στον εφημεριδογράφο που η πνευματική ανάπτυξή του δεν ξεπερνάει το συνηθισμένο μέτρο. Ήταν κατασταλαγμένα πορίσματα εμπειρίας και σοφής παρατήρησης. Τα περισσότερα από τα χρονογραφήματα του Μπράνια έχουνε τη μορφή σύντομου διηγήματος. Η λιτή, η ανεπιτήδευτη φράση τους τα κάνει προσιτά στο πλατύτερο αναγνωστικό κοινό. Έτσι εξηγείται, πώς ο Μπράνιας ήταν για μια εποχή, ένας από τους περιζήτητους χρονογράφους… Θετικός παρατηρητής ο Μπράνιας δεν αρπάχτηκε, όπως άλλοι συνοδοιπόροι του, από ψεύτικα είδωλα, αλλά έστησε αθόλωτον καθρέφτη αγνάντια στην ελληνική ζωή, στη νεοελληνική πραγματικότητα. Είναι θλιβερό το ότι όχι μόνο το σημερινό αναγνωστικό κοινό, μα κ’ οι νεώτεροι χρονογράφοι στερηθήκανε την τόσο μεστή σε νοήματα και ύφος στήλη του».
 


Ο κριτικός και γραμματολόγος Ηλίας Π. Βουτιερίδης το 1917 γράφει για το βιβλίο “Στα χείλη της στιγμής”: 

«Ιδού το βιβλίον του κ. Στάμου Μπράνια, υπό το ψευδώνυμον Μπραν, με τον τίτλον «Στα χείλη της στιγμής». Ο συγγραφεύς γνωστότερος ως αγωνιστής του δημοσιογραφικού καλάμου, ιδιότυπος εις το ύφος και την σκέψιν, παρουσιάζεται δια πρώτην φοράν με συγκεντρωμένην εις τόμον φιλολογικήν εργασίαν του. Τούτο όμως δεν σημαίνει και ότι το «Στα χείλη της στιγμής» είναι έργον συγγραφέως, ο οποίος ζητεί να εύρη τον δρόμον του. Απ’ εναντίας τον δεικνύει τεχνίτην του λόγου γνωρίζοντα να είνε κύριος του οργάνου που εδιάλεξε δια να εξωτερικεύση την σκέψιν του και τον ψυχικόν του κόσμον. Διότι μεθ’ όσον και αν είνε αναπαραστάσεις σκηνών του καθημερινού βίου και επεισόδια, αφηγούμενα μίαν και μόνην στιγμήν της διαρκώς κυλιομένης ενώπιόν μας ζωής, τα διάφορα και πολύμορφα, κατά την εσωτερικήν των ουσίαν, μικρά πεζογραφήματα του βιβλίου αυτού, ως κύριον χαρακτηριστικόν των έχουν την ιδιαιτέραν μορφήν, που δίδει εις τας σκηνάς και τα επεισόδια το μάτι του συγγραφέως, όταν τα αντικρύζη. Τα βλέπει με το μάτι και αντί να του δίδουν εκείνα εντυπώσεις, τους επιθέτει αυτός την σκέψιν του. Και έτσι, ενώ τα αφηγείται, αφίνει να πλανάται επάνω των όλος ο ψυχικός του κόσμος και όλη η φιλοσοφούσα διάνοιά του. Κάλλιστα ημπορούσε να τα είπη κανείς φιλοσοφικά κομμάτια. Και η φιλοσοφία του Μπραν είνε καθαρά και απλή, αληθινή, δηλαδή πικρά. Έχει πολλήν πικρίαν η σκέψις του συγγραφέως, σκληρότητα ακόμη, εάν θέλετε, και κατ’ εκείνας έτι τας στιγμάς, που η φράσις του, η λεπτή και επεξεργασμένη, ανεβάζει εις τα χείλη σας το γέλιο. Η πικρία αυτή, η ομοιάζουσα πολλάκις με σαρκασμόν, είνε γέννημα της καθαράς αντιλήψεως, που έχει ο συγγραφεύς δια την ζωήν, διά τον κόσμον, δια τους ανθρώπους και τα πράγματα. Και δεν ημπορούσε να γίνη αλλοιώς. Όσον περισσότερον μελετά κανείς το βάθος της ζωής, τόσον περισσότερον αισθάνεται να εκχειλίζη εις την ψυχήν του, εις την σκέψιν του, η πικρία. Είνε τούτο σκεπτικισμός; Όχι. Είνε επίγνωσις απλώς. Και ο Μπραν διατυπώνει τας σκέψεις του και τας εντυπώσεις του με την πλήρη επίγνωσιν της εσωτέρας ουσίας των λεπτομερειών της ζωής, που θίγει. Το βιβλίον του είνε λεπτομερειακόν, αν ημπορή να το ονομάση κανείς έτσι. αρπάζει ο συγγραφεύς μίαν στιγμήν, το χείλος της στιγμής, από τον αέναον ρουν της ζωής και αυτήν μας περιγράφει με φράσιν λεπτήν, μετρημένην, με ζυγισμένην την χρήσιν του ουσιαστικού και του επιθέτου. Και δια τούτο μας δίδει τόσον πιστήν την εικόνα της. Το βιβλίον του Μπραν πρέπει να το διαβάζη κανείς με συγκεντρωμένην την προσοχήν δια να συλλαμβάνη πλήρως όλας τας ωραιότητάς του. Δεν είνε βιβλίον διά πρόχειρον και εύκολον τέρψιν».
 


Από τις άλλες δραστηριότητες του Μπράνια σημειώνουμε: Συνεργάστηκε και με εφημερίδες του Πειραιά και άλλες αθηναϊκές ανάμεσα στις οποίες τα Χρονικά του Κ. Κοτζιά και Στάθη Καραβία, την Βραδυνή, τον Ελληνικό Ταχυδρόμο του Ι. Διάκου. Υπήρξε ανταποκριτής του ελληνικού πρακτορείου Αιγύπτου (1913-1914). Συνεργάστηκε σε εβδομαδιαία περιοδικά, όπως ο Θεατής, στα οποία δημοσίευε φιλολογικά άρθρα και μελέτες κοινωνικού ενδιαφέροντος. Για πολλά χρόνια ήταν διευθυντής του τεκτονικού περιοδικού Πυθαγόρας-Ενώμων, επισήμου οργάνου του Υπάτου Συμβουλίου της Μεγάλης Στοάς της Ελλάδος. Στα χρόνια πριν και μετά το 1930 αναμίχτηκε ενεργά στην κίνηση των Ελλήνων Τεκτόνων με διαλέξεις και άλλες δραστηριότητες. Για πολλά χρόνια συνεργάστηκε με τις εκδόσεις Διδακτικών Βιβλίων γράφοντας ο ίδιος, αλλά και επιλέγοντας κείμενα άλλων συγγραφέων για βιβλία κυρίως Ιστορίας και Νεοελληνικών. Υπήρξε τακτικός συνεργάτης του Φανού των Συντακτών και άλλων εκδόσεων του επαγγελματικού σωματείου των δημοσιογράφων ΕΣΗΕΑ.

Εξέδωσε τα εξής βιβλία: Ανθρώπινες ιστορίες (Διηγήματα) (χ.χ.), Γράμματα σε μια γυναίκα (χ.χ.), Το τσοκάνι (χ.χ.), Στα χείλη της στιγμής (Αφηγήματα, 2 τόμοι, σε δύο εκδόσεις 1917 και 1925), Χρονογραφήματα, 3 τόμοι (χ.χ.), Παράξενος άνθρωπος (Αφήγημα σε δύο εκδόσεις, 1925 και 1927). 

Επίσης δημοσίευσε διηγήματα (όπως στο τεύχος 21-4-1927) και άλλα κείμενα στο περιοδικό Μπουκέτο.

ΑΦΗΓΗΜΑ
Βροχή
Βρέχει…
Αν είχατε καιρό και όρεξι ν’ αφουγκρασθήτε τι λέει κάθε σταγόνα της βροχής, καθώς κυλιέται ακόμα μέσα στο θαμπό άπειρο…
«Όλες ξεκινάμε από την ίδια πηγή, αλλά καμιά δεν ξέρει πού θα πάη. Είναι πολλοί οι δρόμοι, που οδηγούν στο τέρμα, και κανείς δεν ξέρει αν ο μοιραίος δρόμος θάναι ίσος, στραβός, στενός, πλατύς ή δύσκολος και τι θα συναντήση καθώς θα τον περνά. Όλες θέλομε να πέσουμε στο κύπελλο ενός κρίνου και να γίνουμε γλυκό και δροσερό πιοτό στον αυριανό ήλιο. Όλες θέλομε να πέσουμε στο μαραμένο κεφαλάκι της κληματίδας και να την αναστήσουμε. Όλες θέλομε να παίξουμε στην πράσινη άρπα του πεύκου κάποιον αναστάσιμο σκοπό. Αλλά οι δρόμοι είναι πολλοί και η Μοίρα δουλεύει. Τίποτε, μα τίποτε, στον κόσμο αυτό, δεν ξέρει από πού θα περάση και πώς θα περάση για να φτάση στον αναπόφευκτο καταποτήρα. Κανείς δεν ξέρει αν τον ακολουθή η ευτυχία, ο πόνος, το καλό ή το κακό, η ανάστασις ή ο χαμός. Όλες θέλομε να πέσουμε απάνου στο σπόρο και να τον κάνουμε λουλούδι και καρπό, μα οι δρόμοι είναι πολλοί και η Μοίρα ό,τι γράφει δεν ξεγράφει. Προσπαθούμε –απάτη. Κανένα πράμα δεν μπορεί να νικήση τη Μοίρα του. Το καθετί είναι σφιχτά δεμένο στις πλάτες της κι αυτή όποιον δρόμο θέλει ακολουθεί. Το δρόμο της δόξας, το δρόμο της ντροπής, το δρόμο της χαράς, το δρόμο της λύπης, το δρόμο που ανεβαίνει ολόισα στην κορυφή, το δρόμο που στριφογυρίζει στους πρόποδας, το δρόμο που οδηγεί στον πυθμένα της αβύσσου…».
Βρέχει…
Ακούστε. Μερικές σταγόνες της βροχής πέφτουν μέσα στο βρώμικο τενεκέ των σκουπιδιών και, καθώς πέφτουν και συντρίβονται κουδουνίζουν θλιβερά. Μια σταγόνα πέφτει απάνου στο βαθυπράσινο φύλλο της μπιγκόνιας και γίνεται διαμάντι που λαμπυρίζει και χαμογελά. Σταγόνες πολλές, πλήθος αμέτρητο, πέφτουν στο σκονισμένο δρόμο και γίνονται λάσπη, και πέφτουν κι άλλες κι άλλες και, καθώς πέφτουν, παφλάζουν σαν και να βλαστημούν. Στη φτωχική γλάστρα του αντικρινού λιακωτού πέφτουν μερικές σταγόνες κι ανασταίνουν τα μαραζωμένα της μυριστικά και, καθώς πέφτουν απάνου στο τενεκεδένιο υπόστεγο κροτούν θριαμβικά και θορυβούν, μα ύστερα κυλούν και πέφτουν στο χαντάκι κι ανακατεύονται με τα λασπόνερα. ?λλες σταγόνες πέφτουν στο σκονισμένο πεύκο και το στιλβώνουν και το λαμπρύνουν και, καθώς πέφτουν, ανακρούουν το σεμνόν θούριον της ενθαρρύνσεως. Πολλές σταγόνες της βροχής πέφτουν απάνου στον ξερό βράχο και συντρίβονται και οιμώζουν γοερά. ?λλες πέφτουν στη μεγάλη θάλασσα και, καθώς πέφτουν μοιρολογούν λυπητερά. Κάποιες σταγόνες πέφτουν απάνου στο πρώιμο χρυσάνθεμο και το λούζουν και το ωραϊζουν και του ξυπνούν το κοιμισμένο άρωμα και, σε λίγο, έρχεται ο ήλιος και τις πίνει, κι αυτές αναστενάζουν ανακουφιστικά. Κάποιες άλλες σταγόνες πέφτουν απάνου στο μεταξωτό καπελάκι της ωραίας παιδούλας και το τσαλακώνουν και το λεκιάζουν. Σταγόνες πολλές πέφτουν μέσα στον κήπο, που έχει απλώσει απάνου του σάβανο βαρύ η σκόνη, και τον κάνουν να ξανανθίση νέον κόσμο όμορφο, πολύχρωμο, αγγελικά πλασμένον και, καθώς πέφτουν, χαμογελούν και σιγοτραγουδούν τον ύμνο της ικανοποιήσεως.
Βρέχει…
?λλες σταγόνες της βροχής ψιθυρίζουν χαρμόσυνους σκοπούς, άλλες μοιρολογούν θρηνητικά, άλλες γελούν κι άλλες οιμώζουν, άλλες σιγομιλούν κι άλλες χτυπούν τους τενεκέδες των σκουπιδιών και των υποστέγων, άλλες αναστενάζουν ανακουφιστικά από ικανοποι ικανοποιήσιν κι άλλες βουβά από βαθύ καημό, άλλες σφυρίζουν κι άλλες παφλάζουν, άλλες σιγοκλαίνε και άλλες χαχανίζουν… Γι’ αυτό, καλοί μου άνθρωποι, είναι αρμονικό το τραγούδι της βροχής.

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ
Η πίπα μου
Πώς εγλίστρησε!; …Ας το ειπή το μεθήσι μου από το αψύ πιοτό κάποιου ονείρου… Και την κρατούσα σφιχτά, όπως κρατάει ο τυφλός μια εικόνα που την είχεν ιδή πριν σβησθή το φως των ματιών του. Σαν και να χώθηκεν ανάμεσα στα δάχτυλά μου το δυνατό ράμφος κάποιου πελαργού κ’ εκροτάλισε το μοιραίον «όχι !»… Τα δάχτυλά μου παράλυσαν και η πίπα μου, η φιλντισένια, με το χρυσό της στόμα πίπα μου, εγλίστρησε στις πέτρες του πολυπατημένου δρόμου κ’ έγινε τρίμματα. Όποιος άκουσε το μαλακό και βουβό κρότο της είπε: «κάποιο ωραίο βρέφος επέθανε!…». Εγώ που είμουνα πολύ μεθησμένος από το αψύ κρασί κάποιου ονείρου, άκουσα πιο βαρύ τον κρότο κ’ ετραύλισα: «κάποιο βρέφος γίγαντα επέθανε!…». Και όμως δεν ήτανε παρά μια πίπα ολάλαφρη, τόση δα, σαν το νύχι του αετού, και σαν από ασήμι και γάλα ζυμωμένη και ήτανε τα χείλη της χρυσά και πυρωμένα. Όταν την κρατούσα στο στόμα μου για να βυζάξω τα σύγνεφα της λήθης, εγινότανε βαρειά, σαν μολυβένια, και με παρέσερνε στο βυθό των περασμένων… Ποιος τον ακούει εκείνον που μιλεί αποκεί κάτω;… Γιαυτό δε μιλούσα ποτέ όταν εκάπνιζα, και όσοι μ’ έβλεπαν με τα μάτια δακρυσμένα, μου έλεγαν πως είμαι φτωχός και παίρνω πρόστυχο καπνό. Τότε γελούσα, γελούσα δυνατά κ’ έτσι μ’ άκουγαν όλοι γιατί είμουνα κοντά τους…

Μα η πίπα μου η ολάλαφρη, η φιλντισένια, με το χρυσό της στόμα και τα πυρωμένα χείλη, εγλίστρησεν από τα δάχτυλά μου, τη στιγμή που άναψε το μεθήσι κάποιου ωραίου ονείρου, κ’ έπεσε στις πέτρες του πολυπατημένου δρόμου κ’ έγινε συντρίμματα…. Μάταια ζητούν τώρα τα χείλη μου να βυζάξουν τα σύγνεφα της λήθης… Και κάτω από το σωρό των συντριμμιών της, όμοια με την λευκή τέφρα που θ’ άφηνεν η πυρκαϊά μιας υπεράνθρωπης αγάπης, μάταια γυρεύω τη χαμένη Πομπηία…

Κυπαρίσσια
Πώς υψώνεσθ’ έτσι, κυπαρίσσια;… Ποιο είναι το μυστήριο, που δεν το φθάνουν οι αισθήσεις μας και το γνωρίζουν μόνον οι κλώνοι σας;… Και τους ανατραβά έτσι ολόϊσα η δίψα, που τους άναψε κάποια υπόσχεσις ότι θα το αγκαλιάσουν μιαν ημέρα και θα χωθούνε στις πηγές του να ρουφήξουν την γνώσιν;… Υπάρχει κάτι που σας έλκει, γιαυτό υψώνεσθ’ έτσι, κυπαρίσσια… Με τον υψωμό σας και την ενατένισί σας χαράζετε απάνω στο μέταλλον του αιθέρος το πεντάγραμμα της ακούραστης προσπάθειας και μέλπετ’ εκεί, με τη σιωπή σας, τα μακρινά μαντεύματα της αναπόφευκτης εκπληρώσεως.- Μια φορά, μόνο, που είδα την αδερφούλα μου να τεντώνη τα ολοστρόγγυλα ποδαράκια της και τα πιο στρογγυλά, λευκά της χέρια για να φθάση το γλυκό από το ψηλό ερμάρι, είδα στους κυανούς τένοντάς της την ίδια την προσπάθεια, που τανύει προς τα ύψη τους κλώνους σας.- Τι γυρεύετ’ εσείς κυπαρίσσια και ανεβαίνετε… ανεβαίνετε… ανεβαίνετε…. Έτσι λιτά, μονάχα, αμάργαρα, αυτάγγελτα, όπως η αρετή, στο γλαυκό τ’ ουρανού;… Είτε το σκοτάδι μολύβι γίνεται, είτε ανάβει τον χαλκόν της σφαίρας ο ήλιος, είτε η σελήνη λιώνει του στερεώματος τον άργυρον, εσείς ανεβαίνετε…ανεβαίνετε… Όπως η σταλαγματιά του νερού πέτρες κοιλαίνει, γιατί την μεταβάλλει σε τρυπάνι ο νόμος της επιστροφής, έτσι κάθε κορυφή σας, κυπαρίσσια, τρυπάνι χαλυβένιο, που το οξύνει το μυστικό σας, διαπερνά όλα τα μέταλλα του στερεώματος, σχίζει κάθε πείσμα του αιθέρος και ανεβαίνει… ανεβαίνει… Μη σας τραβά, τάχα, κ’ εσάς ο δυνατός και ανίκητος νόμος της επανόδου προς τα ύψη;… Ώσπου να έρθ’ η ώρα να σκύψετε πολύ χαμηλά- για να μας κρυφομιλήσετε για το μεγάλο μυστικό σας, θα ορθώνεσθε σαν ένα μυστήριο…Ένα βαθυπράσινο και σιωπηλό μυστήριο…

ΕΚΛΟΓΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ

ΣΤΑΜΟΣ ΜΠΡΑΝΙΑΣ

  • Βιογραφική Εγκυκλοπαίδεια Ελλήνων Λογοτεχνών, Σύνταξη - Επιμέλεια ύλης Δ. Π. Κωστελένος, τόμ. Γ΄, Αθήνα (χ.χ.).
  • Γιάκος Δημήτρης, «Στάμος Μπράνιας, Ένας απόμαχος υμνητής της ζωής», Ρουμελιώτικο Ημερολόγιο, χρόνος 5ος, 1961, σ. 49.
  • Σταμέλος Δημήτρης, Μπράνιας Στάμος, Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, τόμ. 44.

ΣHMEIΩΣH: Το κείμενο αυτό είναι παρμένο από το βιβλίο «ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ ΤΗΣ ΛΙΝΜΟΘΑΛΑΣΣΑΣ» που εκδόθηκε από την Παπαχαραλάμπειο Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ναυπάκτου το 2002.