ΔΡΟΣΙΝΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

κείμενο: ΝΙΚΟΛΙΤΣΑ ΚΟΚΟΛΙΟΥ

Η Προσφορά του στο Δημοτικισμό και στην Ποίηση

Ποιητής και πεζογράφος, αλλά και άνθρωπος με ευρύτερη εθνική και κοινωνική δράση ο Γεώργιος Δροσίνης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1859, την ίδια χρονιά με τον Παλαμά και με καταγωγή επίσης από το Μεσολόγγι. Ο παππούς του Γεώργιος Δροσίνης ή Καραγιώργος πολέμησε ως αντιστράτηγος στη θρυλική πολιορκία του Μεσολογγίου και σκοτώθηκε κατά την Έξοδο, το 18261

Ο Γεώργιος Δροσίνης υπήρξε ένας από τους πρωτοπόρους λογοτέχνες της γενιάς του, οι οποίοι θέλησαν να αποφορτίσουν την ποίηση από τον έντονο ρομαντισμό της Αθηναϊκής Σχολής της περιόδου 1830-1880. Συγκαταλέγεται ανάμεσα στα τρία «παιδαρέλια» -όπως τους είχαν αποκαλέσει τότε οι «καθαρολόγοι»- που προσπαθούσαν να δώσουν έκφραση σε κάτι καινούργιο. Οι άλλοι δύο ήταν ο Νίκος Καμπάς και ο Κωστής Παλαμάς. 

Στα γράμματα κατέχει σπουδαία θέση. Εμφανίζεται σε μια χρονική περίοδο μεταβατική και σημαντική για τη μεταβολή που σημειώθηκε στα νεοελληνικά γράμματα. Είναι η εποχή που ο Ρομαντισμός είχε φθάσει στις ακραίες του υπερβολές με τους απεγνωσμένους στίχους του Σπυρίδωνoς Βασιλειάδη και του Δημητρίου Παπαρρηγόπουλου, και με τους πομπώδεις στίχους του Αχιλλέα Παράσχου σέρνεται μόνος του προς το τέρμα. Είχε φθάσει η ώρα να πάψουν οι ψεύτικες θρηνωδίες, ο στόμφος και η μεγαληγορία, η αφόρητη καθαρεύουσα να δώσει τη θέση της στην περιφρονημένη Δημοτική και ν’ ανοίξει ένα παράθυρο προς την παραμελημένη ζωντανή λαϊκή μας παράδοση, προς την ελληνική φύση και ζωή. Σημάδια των νέων προσανατολισμών παρατηρούνται ήδη στα ποιήματα του Γεώργιου Βιζυηνού, του Αριστομένη Προβελέγγιου και κυρίως του Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλου (Jean Moreas), που με τη συλλογή του Τρυγόνες και Έχιδναι (1878) «αποχαιρετούσε κάτι που έσβηνε». 

Ο Δροσίνης υπηρετεί έμπρακτα την ανανεωτική έφεση. Με το ψευδώνυμο «Αράχνη» δημοσιεύει δειλά-δειλά στίχους στο φιλολογικό περιοδικό Ραμπαγάς από το 1878 και κατόπιν στη σατιρική φιλολογική εφημερίδα Μη χάνεσαι (1880). Ήταν στίχοι δροσεροί, παιχνιδιάρικοι, ερωτικοί, αντιρρομαντικοί, γραμμένοι στη δημοτική. Ο ποιητής, ανώριμος ποιητικά, με τη συνηθισμένη γλώσσα της καθημερινής κουβέντας χαριεντίζεται, ερωτοτροπεί, περιγράφει ενθουσιασμούς της στιγμής. Τέτοιους στίχους τους «διαβάζουμε σήμερα το πολύ με ένα συγκαταβατικό χαμόγελο κι όμως εσήμαναν για την εποχή που γράφτηκαν μια μικρή επανάσταση και από την άποψη της μορφής κι από την άποψη του περιεχομένου» 2

Τα πρώτα αυτά ποιητικά ψελλίσματα του Δροσίνη, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και η πολυτραγουδισμένη «Μυγδαλιά», συγκεντρώθηκαν στα δύο πρώτα του ποιητικά βιβλία: Ιστοί Αράχνης (1880) και Σταλακτίται (1881). 

Η μυγδαλιά3 
Εκούνησε την ανθισμένη μυγδαλιά
 
με τα χεράκια της
 
κ’ εγέμισ’ από άνθη η πλάτη, η αγκαλιά
 
και τα μαλλάκια της.
 
Αχ! χιονισμένη σαν την είδα την τρελλή
 
γλυκά τη φίλησα,
 
της τίναξα τα άνθη απ’ την κεφαλή
 
κ’ έτσι της μίλησα:
 
-Τρελλή, να φέρης ’ς τα μαλλιά σου τη χιονιά
 
τί τόσο βιάζεσαι;
 
Μόνη της θε ναρθή η βαρυχειμωνιά,
 
δεν το στοχάζεσαι;
 
Του κάκου τότε θα θυμάσαι τα παληά
 
τα παιχνιδάκια σου,
 
κοντή γριούλα με τα κάτασπρα μαλλιά
 
και τα γυαλάκια σου.



Θα ήταν λοιπόν άδικος όποιος δεν αναγνώριζε ότι ο Δροσίνης στάθηκε πρωτοπόρος στον καιρό του. Τύπωσε στίχους στη δημοτική πρωτύτερα από τον Παλαμά (η πρώτη ποιητική συλλογή του Παλαμά Τα Τραγούδια της Πατρίδος μου, γραμμένη στη Δημοτική γλώσσα, εκδίδεται το 1886) και οκτώ χρόνια πριν Το ταξίδι μου (1888) του Γιάννη Ψυχάρη. 

Τα Ειδύλλια, η τρίτη ποιητική συλλογή του Δροσίνη, που κυκλοφόρησε το 1884, αποτέλεσαν σταθμό για την εποχή αφού τα ποιήματα που περιέχονται σ’ αυτά, αν και άτεχνα τα περισσότερα, δείχνουν φανερά την φιλολογική στροφή. 

Ο Παλαμάς στα Πρώτα Κριτικά χαιρετίζει με υμνητικό άρθρο την ποίηση των Ειδυλλίων και βεβαιώνει την ανατολή μιας νέας ποιητικής σχολής «ήτις αντι να εξακολουθήση την κατά παράδοσιν στιχογραφίαν, ην ήσκησεν ολόκληρος γενεά… εισέρχεται εις ατραπόν, ολιγώτερον μεν θορυβώδη και επιδεικτικήν, αλλά περισσότερον παρθενικήν. Εν τοις στίχοις των, οι ποιηταί της σχολής ταύτης σπανίως ευκαιρούσι, ν’ ανακαλύψωσι ρωμαντικά μαρτύρια ή να διαχύσωσι πατριωτικούς κρουνούς εις χιλιάκις επαναληφθέντα ήχον» 4. 

Στην πεζογραφική του δημιουργία ο Δροσίνης στάθηκε διστακτικός και έμεινε πιστός στην καθαρεύουσα για αρκετά χρόνια. Τα χρόνια που ο Ψυχάρης «άστραφτε και βροντούσε» στην Αθήνα, δεν έγινε οπαδός του, κράτησε τη μέση οδό, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δε συνέχισε τη μάχη του με την καθαρεύουσα. Διευθύνοντας το σημαντικότερο πνευματικό όργανο της χώρας, την Εστία (1891), φιλοξενεί στις σελίδες της τη «Ζούλια» του Ψυχάρη, το «Θάνατο του παλληκαριού» του Παλαμά καθώς και διαλεχτά κείμενα άλλων, γραμμένα στη δημοτική. 

* * * * * * * * * * * *


Από τους τρεις συνοδοιπόρους που ξεκίνησαν μαζί για την κατάκτηση της τέχνης, ο Νίκος Καμπάς άφησε γρήγορα τον ποιητικό δρόμο για να ακολουθήσει το δρόμο της νομικής επιστήμης. Ο Παλαμάς δυναμικότερος και «φιλοσοφικότερος» τράβηξε πολύ μακριά από το ξεκίνημα εκείνο, ρίχτηκε στη μάχη της «μεγάλης δημιουργίας» φέρνοντας την ποίηση στα ύψη που γνωρίζουμε. 

Ο Γεώργιος Δροσίνης έμεινε αυτός που ξεκίνησε. Ένας «σιγανόφωνος τραγουδιστής»5 σε αδιάκοπη συνοδοιπορία με το λαό «χάρη στην ελληνικότητα της ποίησής του, την ξαστεριά και το ευπρόσιτο των στίχων του». Τραγουδεί τον έρωτα, τη ζωή, την ειδυλλιακή φύση με αίσθημα, με συγκίνηση, σε μια γλώσσα γνήσια δημοτική. Το τραγούδι του, απλό και οικείο, προχωρεί άνετα προς τους ανθρώπους, δεν χρειάζεται ανάλυση, δεν κρύβει τίποτε περισσότερο απ’ όσα λέει. 

Ο ποιητής συνειδητά αναζήτησε το ωραίο «στα ταπεινά και στ’ απορριμμένα» μολονότι καθ’ οδόν διαπίστωνε ότι «τα απλούστερα είναι και τα δυσκολότερα» 6

Ο Νικόλαος Πολίτης φαίνεται ότι έπαιξε το ρόλο της πυξίδας για τη στροφή της εσωτερικής του παρόρμησης προς το «απλό» και «φυσικό» και παράλληλα προς το «ελληνικό» 7

Αυτός είπε στους νέους της γενιάς «τι να κάμουν» κατά τα χαρακτηριστικά λόγια του Δροσίνη, τους αποκάλυψε τις ομορφιές που κρύβουν τα δημοτικά μας τραγούδια και οι λαογραφικοί μας θησαυροί, τους απελευθέρωσε από τον ψευτορομαντισμό και τόνωσε την πίστη τους στη ζωντανή γλώσσα. Ο Δροσίνης ενστερνίστηκε με πίστη το κήρυγμα του Νικολάου Πολίτη και «φρόντισε ενωρίς να εμβαθύνει στα άδυτα της ψυχής του Γένους» μελετώντας το περιφρονημένο δημοτικό τραγούδι και δείχνοντας ενδιαφέρον για τα ήθη και τα έθιμα, τις παροιμίες, τους θρύλους και τα παραμύθια του ελληνικού λαού. «Και για να ολοκληρώσει την προπαρασκευή του για την είσοδο στο ναό της Τέχνης, δεν παρέλειψε να ποτισθεί με τα αγνά νάματα των αρχαίων κλασικών μας, που του δάνεισαν φαίνεται την πλατιά παρατηρητικότητα και την ανέφελη ενάργειά τους» 8

«Κάτω από τη σκέπη της λαογραφίας», όπως έλεγε ο Παλαμάς, είναι τα θέματα στην ποιητική συλλογή Αμάραντα (1890) όπως και στα προηγούμενα Ειδύλλια και σ’ ολόκληρη την ποιητική του παραγωγή. 

Ο ποιητής μας μεταφέρει τη μαγική ατμόσφαιρα των θρύλων και των παραμυθιών και δανείζεται τα μοτίβα του Δημοτικού τραγουδιού, τον ανθρωπομορφισμό και τη φυσιολατρία του, όπως στο ποίημα «Τα χλωμά της κάλλη». 

Έσκυψεν η κόρη κάτω στ’ ακρογιάλι 
για να καθρεφτίση τα χλωμά της κάλλη.
 
Τά ειδαν οι Νεράϊδες και πονούν και κλαίνε
 
και γυρνούν στον Ήλιο και με ζήλεια λένε:
 

«Ήλιε, ρίξε φλόγα στ’ όμορφο κεφάλι,
 
μάρανε και πάρε τα χλωμά της κάλλη!»
 
Τ’ άκουσεν ο Ήλιος. Φλόγα, ρίχνει, φέρνει,
 
τα χλωμά της κάλλη έρχεται και παίρνει.
 



Απλό και όμορφο το «Χώμα Ελληνικό», είναι ένα ποίημα που δεν έλειψε από τα σχολικά βιβλία. Πολλοί το έχουν απαγγείλει ως μαθητές κι έμεινε μια αγαπημένη ανάμνηση από τα παιδικά χρόνια. 

Τώρα που θα φύγω και θα πάω στα ξένα 
και θα ζούμε μήνες, χρόνους χωρισμένοι,
 
άφησε να πάρω κάτι κι’ από σένα,
 
γαλανή πατρίδα, πολυαγαπημένη.
 

’φησε μαζί μου φυλαχτό να πάρω
 
για την κάθε λύπη, κάθε τι κακό,
 
φυλαχτό απ’ αρρώστια, φυλαχτό από χάρο,
 
μόνο λίγο χώμα, χώμα Ελληνικό.
 



Ο Δροσίνης ξεκίνησε πρωτοπόρος, όμως η ιδιοσυγκρασία του δεν ήταν ηρωϊκή. Είναι ο ποιητής του μέτρου, της ολιγάρκειας και της εγκράτειας. Η ποιητική του «φιλοσοφία» θα συνοψιζόταν στο «σοφόν το σαφές» και «μηδέν άγαν». 

Δεν δείχνει ιδιαίτερη προτίμηση προς το στοχασμό, δεν παρουσιάζεται εγκεφαλικός. Είναι φειδωλός στις ιδέες, απευθύνεται κυρίως προς το αίσθημα και επιδιώκει την άμεση συγκίνηση, δίνοντας διέξοδο σε πολλά αισθήματα τρυφερότητας και παρηγορώντας τις σκοτεινιασμένες ψυχές. Κι όταν ο ποιητής εξωτερικεύει τον ιδεολογικό του κόσμο ή ασχολείται με τα μεγάλα προβλήματα της ζωής «θέλει απλώς να φιλοσοφήσει, όχι να εκφράσει φιλοσοφία σχηματισμένη». Δεν χρειάζεται προσπάθεια για να επικοινωνήσεις με την έμπνευσή του, «ποτέ δε γύρεψε να φτάσει στο πολύπλοκο σύμβολο. Έμεινε πάντα μέσα στα όρια της απλής και της από όλους ευκολονόητης αλληγορίας» 9. Οι στίχοι του «αναβρύζουν από συγκεκριμένες καταστάσεις», είναι ένας ποιητής εμπειρικός, που γοητεύεται από τη φύση, την ιστορία και τα μικρά περιστατικά της γύρω μας ζωής. Η έμπνευσή του πηγάζει από μια άμεση εμπειρία, από μια πραγματική εντύπωση. Μία εικόνα, μια φωνή της καρδιάς, μια στιγμή που ήταν τόσο όμορφη αρκούν για να πλάσουν το lied, το γλυκό αισθηματικό του τραγούδι. «Ό,τι βρίσκεται στα ποιήματά μου», είχε πει, «πρόσωπα, εικόνες, περιγραφές, τα είδα και τα έζησα» 10

Ο τόνος είναι χαμηλός, συγκρατημένος, δεν υπάρχει έξαρση, αγωνία. Το τραγούδι του, ακόμα κι όταν είναι πονεμένο, δεν καταθλίβει, δεν απελπίζει. 

Δεν υπάρχει πάθος. «Η Ρούμελη μίλησε μέσα του με το τραγούδι της, όχι με το πάθος της Λιμνοθάλασσας. Ακόμη και ο έρωτας, το πιο βίαιο και το πιο σπαραχτικό συχνά από τα πάθη των ποιητών, είναι ένας έρωτας χωρίς αγωνία» 11. 

Ο ποιητής δεν μπορεί να νιώσει τη νιότη χωρίς αγάπη, χωρίς έρωτα. 

Αλήθεια λες, πώς δεν αγάπησες; 
Κι αντί να νιόθης κάποια λύπη,
 
το χεις καμάρι για τη νιότη σου;
 
Τυφλή! Δεν ξέρεις τι σου λείπει.
 
Το γιασεμί, πριν δείξη τ’ άνθη του,
 
τι είναι; ένα αμύριστο χορτάρι,
 
κ’ όσο το αηδόνι μένει αλάλητο
 
δεν έχει του αηδονιού τη χάρη.
 
Στη λεμονιά ταιριάζει τ’ όνομα,
 
μόνο αφού δέση τον καρπό της.
 
Στη νιότη σου, που δεν αγάπησε,
 
δεν πρέπει τ’ όνομα της νιότης.
 

(Φευγάτα Χελιδόνια) 
   



Κι όμως φοβάται το ασυγκράτητο, φλογερό, ερωτικό πάθος, προτιμά το γαλήνιο χωριάτικο ειδύλλιο. Συνήθως ο ποιητής με την αγαπημένη του ολομόναχοι μέσα στην ειδυλλιακή φύση ζουν μια «ιδανική αγάπη». Δεν υπάρχει τίποτε το βίαιο, το τρικυμισμένο, το οδυνηρό. Όλα είναι ήρεμα, τρυφερά, προδιαγεγραμμένα. Το αίσθημα είναι μετρημένο, διακριτικό, γεμάτο ευγένεια και ευπρέπεια. Κυριαρχεί η «ερωτολογία» και τα λυρικά ερωτικά υπονοούμενα. 

Ο Δροσίνης είναι ένας φυσιολάτρης ποιητής. «Η φυσιολατρία του δεν είναι, όπως στους ρομαντικούς, περιπτωσιακή. Δεν καταφεύγει στον καταθλιπτικό διάκοσμο για να υπογραμμίσει τους κοπετούς ανίατων αισθηματικών πόνων»12. Ο ποιητής χαίρεται να βλέπει, παρατηρεί και θαυμάζει τη φυσική ομορφιά τριγύρω του, εκστασιάζεται. Βιώνει τον φυσικό περίγυρο και προσπαθεί να τον περιγράψει και να τον αποδώσει ποιητικά με θερμή ζωγραφική διάθεση, θέλοντας έτσι να μας μεταδώσει παραστατικά τη συγκίνησή του. Συχνά η περιγραφή του δε μένει πιστή στα πράγματα του κόσμου, ζωγραφίζει τη φύση «φιλτραρισμένη, περιχυμένη με της ψυχής τα χρώματα», εξωραΐζει, εξιδανικεύει, και είναι τόσο τέλεια η ζωγραφική του που σε κάνει να ξεχνάς τις σκοτούρες της ζωής στην πόλη και να παρασύρεσαι σε μια ειδυλλιακή ενατένιση της ζωής. 

Ο ποιητής φιλοτεχνεί με θαυμαστή τέχνη άσπρα σπιτάκια σε καταπράσινες πλαγιές βουνών, ζώα, πουλιά, χλωροπράσινα λιβάδια, αγριολούλουδα, λευκά τριαντάφυλλα, πολυστάφυλα αμπέλια, ολόανθες αμυγδαλιές, πολύκαρπες ελιές, καστανιές και λυγερά κυπαρίσσια, ξανθά στάχυα, σκυφτά χαμομήλια, γαργαρόνερες νεροσυρμές, αργοκύλητα ποτάμια, αστερωμένες μαγιάτικες νύχτες, μαρτιάτικες συννεφιές, αυγουστιάτικα ηλιοβασιλέματα, ξωκκλήσια, ανοιχτόκαρδα ακρογιάλια, ψαρόβαρκες. Και μέσα σ’ όλη τη μαγεία του φυσικού κόσμου «οι αγαθοί άνθρωποι με τα πρόσχαρα μάτια και το λιγομίλητο στόμα», οι μάγισσες, οι νεράϊδες, η αγαπημένη σύντροφος, και μια ερωτική διάθεση διάχυτη παντού. 

Ύμνο στην ελληνική φύση αποτελεί η ποιητική συλλογή Γαλήνη (1902) με την οποία ο ποιητής φτάνει στην ωριμότητά του κι αρχίζει η δεύτερη συνθετική του περίοδος. Μια ζωγραφιά είναι ο ωραίος «Εσπερινός» που επίσης δεν έλειψε από τα «Αναγνωστικά» του Δημοτικού και τη «Λογοτεχνία» του Γυμνασίου. 

Σ’ το ρημαγμένο παρακκλήσι 
της ’νοιξης το θείο κοντύλι
 
εικόνες έχει ζωγραφίσει
 
με τ’ αγριολούλουδα τ’ Απρίλη.
 

Ο ήλιος, γέρνοντας στη δύση,
 
μπροστά στου Ιερού την πύλη
 
μπαίνει δειλά να προσκυνήση
 
κι ανάφτει υπέρλαμπρο καντήλι.
 
Σκορπά γλυκειά μοσκοβολιά
 
δάφνη στον τοίχο ριζωμένη
 
-θυμίαμα που καίει η Πίστις-
 

και μια χελιδονοφωλιά
 
ψηλά στο νάρθηκα χτισμένη
 
ψάλλει το Δόξα εν Υψίστοις.
 



Είναι ένα από τα ωραιότερα ποιήματα που περιέχονται στα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας της Α΄ Γυμνασίου και βοηθά «για τη συγκρότηση μιας πρώτης ποιητικής αγωγής των μαθητών, είναι μια έγχρωμη μέθοδος στοιχειώδους εισαγωγής στην τέχνη του στίχου» 13.

Σήμερα που «το ποίημα έχει καταντήσει μια παρτίδα σκάκι» και το κερδίζεις με δυσκολία, μια ποίηση με τόση πλαστική διαύγεια και απλότητα σαν αυτή του Δροσίνη θεωρείται ξεπερασμένη. 

Ο Δροσίνης είναι απλός, δεν είναι όμως απλοϊκός. Η ωραία και ομοιόμορφη γλώσσα, ο καλοδουλεμένος στίχος με την ποικιλία των μέτρων και των ρυθμών, τα τεχνικά επίθετα, τα σύνθετα, τα «ευρήματα» όπως η αλησμόνητη «αστρογειτονιά» και ο «νεραϊδόκηπος», η ζωγραφική εικόνα, η ασματογραφική διάθεση, η ακρίβεια της περιγραφής, η λεπτή παρατηρητικότητα, όλα αυτά δείχνουν ότι δεν έγραφε στίχους στην τύχη. Αυτό αποδεικνύει και η γνώση της ελληνικής φύσης και του ελληνικού βίου, η μελέτη της λαογραφίας και των αρχαίων κλασσικών. Επίσης, ο καθώς πρέπει λόγος του, που ψαλλιδίζει τα πάθη και τους πόθους, δείχνει ότι πίσω από κάθε στίχο υπάρχει «η περισυλλογή και η φροντίδα του νου που κοσκινίζει, που αποστάζει». 

Η ποίηση του Δροσίνη δεν είναι «υψηλή» και «βαθυστόχαστη», λείπει το διανοητικό στοιχείο, η δημιουργική φαντασία, ο υψηλός τόνος. Υπάρχουν όμως ως μόνιμα χαρακτηριστικά η ειλικρινής συγκίνηση, ο ανεπιτήδευτος θαυμασμός, η ορμητική κατάφαση στη ζωή και στις απλές ανθρώπινες αλήθειες, η λεπτότητα της ευαισθησίας, η ευγένεια της ψυχής, η ευπρέπεια, η σεμνότητα, η γνήσια ελληνικότητα, σε αρμονική ισορροπία με την απλότητα του εκφραστικού του μέσου. Ο Δροσίνης δεν παρεξήγησε το αίτημα της γενιάς του 1880, αφού όπως λέει ο Δημαράς «μέσα από την οικειότητα μπορούσε να προκύψει η εφήμερη έκφραση, μέσα από την επαφή με τη ζωή να ξεχυθεί στη λογοτεχνία η αίσθηση του ταπεινού και του αγοραίου» 14

Για να εκτιμήσουμε την προσφορά του πρέπει να έχουμε υπόψη μας σε ποια εποχή γράφει. Ο Δροσίνης ανήκει πέρα για πέρα στην εποχή του, στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου αιώνα. 

«Είναι η εποχή που ο έρωτας και διαρκέστερος ίσως και οξύτερος ήταν και κατοικούσε στη χώρα των ευγενικών αισθημάτων… που η άμεση συγκίνηση θεωρούνταν κατόρθωμα μέγιστο του λόγου και τεκμήριο αξίας αμάχητο… που η ποίηση δεν προκαλούσε τον αιματηρό ανταγωνισμό ανάμεσα στον ποιητή και στον αναγνώστη που απαιτεί η σύγχρονη ποίηση… που η Αθήνα πλημμυρισμένη από την ασταμάτητη νεροποντή της καθαρευουσιάνικης υστερορομαντικής απαισιοδοξίας είχε ανάγκη από χάρη, δροσιά κι απλότητα» 15. 

Το 1915 εκδίδεται η ποιητική συλλογή Φωτερά σκοτάδια. Μαζί με τα Κλειστά Βλέφαρα (1918) που ακολουθούν θεωρούνται οι πιο σημαντικές συλλογές του, αυτές που τον εκφράζουν πιο έγκυρα. Ο Δροσίνης βρίσκεται εντελώς στην ώριμη ηλικία του. 

Από τα Φωτερά σκοτάδια δε λείπει η ζωγραφική φυσιολατρία, ούτε τα ποιήματα με ερωτική διάθεση. 

Όχι! τα ρόδα τα κλειστά δεν είναι ρόδα ακόμα. 
Είν’ άνθος δίχως όνομα και δίχως ευωδιά.
 
Μοιάζουν αθώο, αφίλητο και παιδιακίσιο στόμα,
 
Που δεν το πότισε καϋμούς αγάπης η καρδιά.
 

Θέλω τα ρόδα ολόδροσα κ’ ευωδιαστά ανθισμένα,
 
Την ευλογία της ομορφιάς στον κόσμο να σκορπούν:
 
Χείλη ανοιχτά απ’ τους στεναγμούς κι’ απ’ τα φιλιά καμένα,
 
Χείλη, που κι’ αν σωπαίνουνε –το λεν πως αγαπούν.
 



Όπως όμως γράφει ο Παλαμάς, ο εσωτερικός κόσμος του ποιητή «παίρνει και καθαρώτερα ξεσκεπάζεται. Γύρισμα του ματιού στα μέσα» 16

Η ψυχή του ποιητή «βαθιά τη νύχτα» πετάει στους μυστικούς κόσμους του απείρου και 

Τη νύχτα βλέπει όλα τ’ αθώρητα 
που απόκρυβεν η πλάνα η μέρα.
 
Τη νύχτ’ ακούει όλα τ’ανάκουστα
 
στον ατρικύμιστον αέρα.
 
Βλέπει των τάφων τα φαντάσματα
 
και τα λευκά στοιχειά των κάστρων
 
κι ακούει των δέντρων το μεγάλωμα
 
και το περπάτημα των άστρων.
 



Υπάρχουν επίσης στιγμές που το ποίημα γίνεται πιο «σοβαρό» διατηρώντας όμως πάντα την απλότητα και τη μουσικότητά του. Ο ποιητής παρουσιάζεται στοχαστικός ή καλύτερα «γνωμικός», τον απασχολεί το μεγάλο ερώτημα της παράτασης της ζωής μας πέρα από το θάνατο. 

Τι; Λοιπόν; Της ζωής μας το σύνορο 
θα το δείχνη ένα ορθό κυπαρίσσι;
 
Κι απ’ ό,τι είδαμε, ακούσαμε, αγγίξαμε
 
τάφου γη θα μας έχη χωρίση
 
……………………………………
 
Μήπως είν’ η αλήθεια στο θάνατο
 
κι η ζωή μήπως κρύβη την πλάνη;
 
Ό, τι λέμε πως ζη μήπως πέθανε
 
κι είν’ αθάνατο ό,τι έχει πεθάνη;
 



Όσο κι αν ο ποιητής ωριμάζει και η ποίησή του γίνεται σοβαρή ή σκυθρωπή, οι στίχοι που τον χαρακτηρίζουν είναι αυτοί που ακολουθούν και προέρχονται από την ίδια συλλογή. 

Του Γενάρη ηλιοβασίλεμα 
γαλανό, καθάριο λάμπει,
 
στολισμένο με τα χρώματα
 
μιας μαγιάτικης αυγής.
 

Πρώϊμη ’νοιξη γιορτάζουνε
 
σ’ άλλους κόσμους άλλοι κάμποι:
 
τ’ ουρανού τα ρόδα ανθίσανε
 
πριν ανθίσουνε της γης.
 



Στα Κλειστά Βλέφαρα επανέρχονται τα γνωστά θέματα, σε στίχους καλοδουλεμένους και γεμάτους περιγραφική ζωντάνια. 

Ακολουθεί η συλλογή Πύρινη Ρομφαία-Αλκυονίδες (1921). Το πρώτο μέρος αποτελείται από πατριωτικά ποιήματα που γράφτηκαν το διάστημα 1912-1921 τότε που το Έθνος αγωνιζόταν να ορθοποδήσει με την ηγετική φυσιογνωμία του Ελευθέριου Βενιζέλου. Ο ποιητής με απλότητα πειστική μιλά ζωντανά για ένα ιδανικό που κατάβαθα το πιστεύει, υμνεί την ελληνική λεβεντιά, τιμάει τους φιλέλληνες, νιώθει λατρεία και βαθύτατο σεβασμό για τους προγόνους. 

Σαν ίσκιοι μεγαλόκορμοι 
κ’ απείραχτοι απ’ τα χρόνια
 
σέρνετ’ εμάς τ’ αγγόνια
 
στο δρόμο της τιμής.
 
κ’ όπου πολέμου κράξιμο
 
κ’όπου της μάχης κρότοι,
 
Εσείς περνάτε πρώτοι
 
κι ακολουθούμ’ εμείς…
 



Το δεύτερο μέρος της συλλογής περιέχει διάφορα λυρικά κομμάτια. 

Με την ποιητική συλλογή Θα βραδιάζη (1930) μπαίνουμε στην τρίτη φάση της δημιουργικής πορείας του ποιητή, τη νοσταλγία του διανυμένου χρόνου. 

Ο τίτλος δεν είναι συμβολικός. Δε μιλάει για τα γεράματα, για το θάνατο που έρχεται. «Θα βραδιάζη», λέει ο ποιητής στην αγαπημένη του σύντροφο, «όταν θα φθάνωμε στο χωριό». Εκεί θα εγκατασταθούν στον «παλιόπυργο» και «μόνοι-μόνοι» θα απολαύσουν το τρυφερό τους ειδύλλιο, μέσα στη φύση, όπου «θα βλέπουν τις εποχές να διαδέχονται η μία την άλλη φέρνοντας η κάθε μια τις χαρές και τις χάρες της» και κάποτε θα’ ρθει φυσιολογικά και γαλήνια ο θάνατος για να εγκαινιάσει μια καινούργια αρχή, μιαν άλλη ζωή. Η ποιητική αυτή συλλογή αποτελεί κατά τον Καραντώνη «την ωραιότερη, την πιο άρτια, την πιο προσωπική λυρική έκφραση της πλούσιας και τόσο ζωγραφικής φυσιολατρείας του». 

Τα Πρωτοβρόχια 
Με τα πρωτοβρόχια θάρθουν τα μηνύματα
 
του χειμώνα: το ποτάμι θα θολώση,
 
θα τριζοβολούν ξερά τα πλατανόφυλλα,
 
θα κρυώση η νύχτα και θα μεγαλώση.
 
Θα δροσοσταλάζουν κόκκινα τα κούμαρα,
 
κυκλαμιές θ’ ανθούν στο χώμα ταίρια-ταίρια,
 
θα καπνίζουν σφαλιστά τα χωριατόσπιτα
 
και θ’ αρχίσουν τα σπιτιάτικα νυχτέρια.
 

Θα σωπάσ’ ο τζίτζικας κι ετοιμοτάξιδα
 
γι’ άλλων τόπων ’νοιξη, μακριά απ’ τα χιόνια,
 
βράδυ βράδυ ώς τα μεσούρανα θα χύνωνται
 
μαύροι φτερωτοί σταυροί τα χελιδόνια.
 

Ω χαρά μας! το Χειμώνα θα προσμένωμε
 
δίχως πάγους και χιονιές να φοβηθούμε:
 
Της ζωής μας το στερνό ταξίδι κάναμε
 
και την ’νοιξη άλλων τόπων δεν ποθούμε.
 



Το 1932 κυκλοφόρησε η ποιητική συλλογή Είπε. Στις σελίδες του βιβλίου ξετυλίγονται «σύντομες ποιητικές αφηγήσεις ή ιστοριούλες με βιβλικά και κάθε λογής άλλα θέματα». Τα κομμάτια αυτά, λέει στον πρόλογό του ο Δροσίνης, τα πήρε και τα ξανάπλασε στα ελληνικά από κάποια ξενόγλωσσα χειρόγραφα, γραμμένα σε πεζό λόγο που «καλής μοίρας θέλημα άφησε εμπιστεμένα στα χέρια του». Όλα αρχίζουν με τη λέξη «είπε» τοποθετημένη στην κορφή σαν λάϊτ-μοτίβ. Ποιος είπε; Βασιλεύει μυστικοπάθεια και ηθελημένος αινιγματικός τόνος, έτσι που κάποιες φορές «θυμίζουν δημιουργήματα εντελώς σημερινά» 17

Είπε: 
Βραδιάζει του Γενάρη η μέρα
 
κ’ απ’ το άφραχτο το κοιμητήρι πέρα,
 
κάποια γυναίκα ακολουθάει το δρόμο,
 
σκυφτή, κρατώντας φόρτωμα στον ώμο.
 
Δεν είναι ξύλων και κλαδιών δεμάτια,
 
μα είναι από σάπια φέρετρα κομμάτια.
 
Θα δροσοσταλάζουν κόκκινα τα κούμαρα,
 
κυκλαμιές θ’ ανθούν στο χώμα ταίρια-ταίρια,
 
θα καπνίζουν σφαλιστά τα χωριατόσπιτα
 
και θ’ αρχίσουν τα σπιτιάτικα νυχτέρια.
 

Θα σωπάσ’ ο τζίτζικας κι ετοιμοτάξιδα
 
γι’ άλλων τόπων ’νοιξη, μακριά απ’ τα χιόνια,
 
βράδυ βράδυ ώς τα μεσούρανα θα χύνωνται
 
μαύροι φτερωτοί σταυροί τα χελιδόνια.
 

Ω χαρά μας! το Χειμώνα θα προσμένωμε
 
δίχως πάγους και χιονιές να φοβηθούμε:
 
Της ζωής μας το στερνό ταξίδι κάναμε
 
και την ’νοιξη άλλων τόπων δεν ποθούμε.
 



Το 1932 κυκλοφόρησε η ποιητική συλλογή Είπε. Στις σελίδες του βιβλίου ξετυλίγονται «σύντομες ποιητικές αφηγήσεις ή ιστοριούλες με βιβλικά και κάθε λογής άλλα θέματα». Τα κομμάτια αυτά, λέει στον πρόλογό του ο Δροσίνης, τα πήρε και τα ξανάπλασε στα ελληνικά από κάποια ξενόγλωσσα χειρόγραφα, γραμμένα σε πεζό λόγο που «καλής μοίρας θέλημα άφησε εμπιστεμένα στα χέρια του». Όλα αρχίζουν με τη λέξη «είπε» τοποθετημένη στην κορφή σαν λάϊτ-μοτίβ. Ποιος είπε; Βασιλεύει μυστικοπάθεια και ηθελημένος αινιγματικός τόνος, έτσι που κάποιες φορές «θυμίζουν δημιουργήματα εντελώς σημερινά» 18

Είπε: 
Βραδιάζει του Γενάρη η μέρα
 
κ’ απ’ το άφραχτο το κοιμητήρι πέρα,
 
κάποια γυναίκα ακολουθάει το δρόμο,
 
σκυφτή, κρατώντας φόρτωμα στον ώμο.
 
Δεν είναι ξύλων και κλαδιών δεμάτια,
 
μα είναι από σάπια φέρετρα κομμάτια.
 



Στο ίδιο κλίμα της νοσταλγίας κινείται και η συλλογή Φευγάτα Χελιδόνια (1936). Συναντάμε πάλι τα βασικά μοτίβα της προηγούμενης ποίησής του, μα κάποτε με ένα ύφος μυστηριακό, «φιλοσοφικό», που πηγάζει όχι από εγκεφαλική προσπάθεια, αλλά από γόνιμη πείρα. Στη συλλογή αυτή έχει συμπεριληφθεί το αξιόλογο μεγάλο ποίημα το «Μοιρολόι της Όμορφης» που αποτελεί τραγουδιστό μνημόσυνο μιας ωραίας χωριατοπούλας που την πάντρεψαν στα ξένα κι αυτή πέθανε από μαρασμό και νοσταλγία για τον τόπο της. Ο ποιητής με τους στίχους του «ζωγραφίζει την πρωτινή της ευτυχία μες τον αμόλευτο αγέρα του χωριού, την παρθενική δροσιά, την αφτιασίδωτη ομορφιά της, την ελαφίσια σβελτάδα της» 19

Με τα λυρικά και γνωμικά τετράστιχα της συλλογής Σπίθες στη στάχτη (1940), ο ποιητής ασκείται στα επιγράμματα ανακεφαλαιώνοντας την πείρα της ζωής. 

Το τελευταίο ποιητικό του βιβλίο, οι Λαμπάδες (1947) αποτελείται από εξήντα πέντε ζωγραφικά σονέτα όπου ο ποιητής θρηνεί για το χαμό μιας δωδεκάχρονης παιδούλας. Ο θρήνος ξεχύνεται απαλός και συγκρατημένος, ο ποιητής έμεινε ώς το τέλος της ζωής και της δημιουργίας του άνθρωπος του μέτρου. 

Ο Δροσίνης δεν ήταν μόνο ποιητής, ασχολήθηκε και με τον πεζό λόγο. Το πεζογραφικό του έργο περιλαμβάνει τα εξής: Αγροτικαί επιστολαί (1882), Τρεις ημέραι εν Τήνω (1883), Διηγήματα και αναμνήσεις (1886), Αμαρυλλίς (Νουβέλα) (1886), Παιδικά παραμύθια (1889), Το βοτάνι της αγάπης (Μικρόν αγροτικόν μυθιστόρημα, 1901), Διηγήματα των αγρών και της πόλεως (1904), Ελληνική Χαλιμά (Συλλογή παραμυθιών, 1921), Έρση (Μυθιστόρημα, 1922), Πεντάμορφη (Μελέτη, 1924), Ειρήνη (Μυθιστόρημα, 1945), Ο μπαρμπαδήμος. Διηγήσεις αγωνιστού (χ.χ.), Σκόρπια φύλλα της ζωής μου (Αυτοβιογραφικό κείμενο, τομ. Α΄ 1940, τομ. Α΄-Δ΄ 1982-1986), Το Ανθισμένο ξύλο-Τρεις Εικόνες (Διηγήματα, 1948). 

Ενώ στα ποιήματά του χρησιμοποίησε νωρίς τη δημοτική, στα πεζά του στάθηκε επιφυλακτικός. Έγραφε σε γλώσσα καθαρεύουσα ή απλουστευμένη καθαρεύουσα. Η περίοδος της Δημοτικής αρχίζει με το μυθιστόρημα Έρση που εκδίδεται το 1922. Γράφει ειδυλλιακό διήγημα εμπλουτισμένο με ηθογραφικά και λαογραφικά στοιχεία, ξεχωρίζει παντού, όπως και στην ποίησή του, το φυσιολατρικό αίσθημα και η ελληνική συνείδηση του συγγραφέα. 

Η δραστηριότητά του όμως δε σταματάει εδώ. Ανέπτυξε ευρύτερη κοινωνική και εθνική δράση. Ανέλαβε τη διεύθυνση του περιοδικού Εστία, αρχικώς μαζί με τον μεγάλο λαογράφο Νικόλαο Πολίτη και ύστερα μόνος του. Το 1894 μετέτρεψε την «Εστία» σε καθημερινή εφημερίδα και εξέδωσε με τον Γεώργιο Κασδόνη το βραχύβιο, εικονογραφημένο ημερολόγιο Νέα Ελλάς. Το 1898 ίδρυσε το εκπαιδευτικό περιοδικό Εθνική Αγωγή, αργότερα το περιοδικό Μελέτη και από το 1922 την ετήσια λογοτεχνική, λαογραφική και αρχαιολογική έκδοση Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος. Παράλληλα, διετέλεσε γενικός γραμματέας του «Συλλόγου προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων», τον οποίον είχε ιδρύσει ο Δημήτριος Βικέλας. Στη σειρά των διδακτικών και μορφωτικών εκδόσεων του Συλλόγου, ο Δροσίνης τύπωσε αρκετά δικά του βιβλία πρακτικών γνώσεων και επιμορφωτικού χαρακτήρα. Για μεγάλο διάστημα, εξάλλου, υπηρέτησε ως ανώτερος υπάλληλος στο Υπουργείο Παιδείας, εχρημάτισε Διευθυντής Δημοτικής Εκπαίδευσης κι από το 1913 διευθυντής Γραμμάτων και Τεχνών στο ίδιο υπουργείο. Ίδρυσε και οργάνωσε το Μουσείο Κοσμητικών Τεχνών (1923), ενώ το 1926, με την ίδρυση της Ακαδημίας Αθηνών, έγινε αμέσως Ακαδημαϊκός. Με πρωτοβουλία του δημιουργήθηκαν η Σεβαστοπούλειος Εργατική Σχολή και ο Οίκος Τυφλών. Από το 1939 έζησε αποτραβηγμένος στο σπίτι του στη Κηφισιά, όπου και πέθανε το 195120

Ο Δροσίνης, άνθρωπος δραστήριος και πολύτροπος, καταπιάστηκε με πολλά και διάφορα, μοιράζοντας την ενέργειά του σε διάφορους τομείς. Ο καιρός που πέρασε άφησε τον ποιητή. Ίσως η πολυπραγμοσύνη τον εμπόδισε ν’ ανέβει στις «αλπικές χιονοκορφές» και τον έκανε να σταθεί στις «λιόφωτες ραχούλες». Αλλά «Λίγο θυμάρι του βουνού» του έφτανε. 

Αυτά έγραφε ο ίδιος το 1927, στο πασίγνωστο ποίημα το αφιερωμένο στον Κωστή Παλαμά, όπου ο ποιητής αναγνωρίζει την υπεροχή του ομηλίκου και ομότεχνού του Κωστή Παλαμά «με μια συγκινητική εκδήλωση αυτογνωσίας». 

Απόκριση στον Παλαμά 21 
Στις αλπικές χιονοκορφές ανέβηκες
 
και στάθηκα στις λιόφωτες ραχούλες.
 
αρχόντισσες και ρήγισσες οι Μούσες σου
 
κ’ εμένα ψαροπούλες και βοσκούλες.
 

Εσύ στης δάφνης τ’ ακροκλώναρα άπλωσες
 
κ’ εγώ σε κάθε χόρτο και βοτάνι.
 
στεφάνι έχεις φορέση από δαφνόφυλλα –
 
λίγο θυμάρι του βουνού με φτάνει.
 




1 Γ. Δροσίνη Σκόρπια Φύλλα της Ζωής μου, τόμος Α΄, σ. 21 και τόμος Β΄, σ.19 και σσ.28-29. 
2 Λίνου Πολίτη, Θέματα της Λογοτεχνίας μας, εκδόσεις Κωνσταντινίδη, Θεσσαλονίκη (χ.χ.). 
3 Παρατίθεται το γνήσιο κείμενο, όπως ο ποιητής το πρωτοδημοσίευσε στο Ραμπαγά, πριν γίνει πανελλήνιο τραγούδι, (μελοποιημένο από άγνωστο μουσουργό), οπότε, από στόμα σε στόμα, πολλές λέξεις του άλλαξαν. 
4 Κωστή Παλαμά, ’παντα, Τα πρώτα Κριτικά, τομ.2ος, εκδ. Μπίρη σ.131. 
5 Μέμου Παναγιωτόπουλου, Νεοελληνική Ποιητική Ανθολογία, τομ.Α΄, εκδ. Εταιρεία Ελληνικού Βιβλίου, Αθήνα (χ.χ.). 
6 Γ. Δροσίνη, Σκόρπια Φύλλα της Ζωής μου, τομ.Α΄ , σσ. 112-113 
7 Ο Ν. Πολίτης είναι για το Δροσίνη «Μάγος, προφήτης κι οδηγός». Φευγάτα Χελιδόνια, εκδ. Σιδέρη, Αθήνα 1936, σ.19. 
8 Μιχ. Γ. Πετρίδη, Γ. Δροσίνης. Σύντομοι χαρακτηρισμοί των τωρινών μας λογοτεχνών, εκδ. «Αθηνά», Αθήναι 1927, σσ.31-32 
9 Ανδρέα Καραντώνη, Φυσιογνωμίες. Κριτικά Δοκίμια, εκδ. Δίφρος, Αθήναι 1959, σ. 164 
10 Δημ. Μάργαρη, Πρόσωπα και θέματα, Αθήναι 1962, σ. 92 
11 Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου, «Γ. Δροσίνης Ποιητής Αθηναίος, ποιητής του καιρού του», Νέα Εστία τευχ. 583, Αθήναι 15-10-1951. 
12 Μιχ. Περάνθη, Απόψεις (Διαλέξεις και Δοκίμια), Αθήνα 1961. 
13 Ανδρέα Καραντώνη, Φυσιογνωμίες Κριτικά Δοκίμια, εκδ. Δίφρος, Αθήναι 1959. 
14 Κ.Θ. Δημαρά, Ιστορία Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, 3η εκδ., εκδ. Ίκαρος, 1964. 
15 Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου, «Γ. Δροσίνης Ποιητής Αθηναίος, ποιητής του καιρού του», Νέα Εστία, τευχ. 583, Αθήναι 15 -10-1951. 
16 Κωστή Παλαμά, ’παντα, «Ξεφυλλίζοντας ένα βιβλίο στίχων», τόμος 8ος, εκδ. Γκοβόστη, σ. 400. 
17 Μέμος Παναγιωτόπουλος, Νεοελληνική Ποιητική Ανθολογία, τομ. Α΄, εκδ. Εταιρεία Ελληνικού Βιβλίου, Αθήνα (χ.χ.). 
18 Μέμος Παναγιωτόπουλος, Νεοελληνική Ποιητική Ανθολογία, τομ. Α΄, εκδ. Εταιρεία Ελληνικού Βιβλίου, Αθήνα (χ.χ.). 
19 Σπύρου Παναγιωτόπουλου, ’νθρωποι καιροί και τόποι, εκδ. Σιδέρη, Αθήναι 1964. 
20 Δημήτρη Δασκαλόπουλου, Δροσίνης Γεώργιος, εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, τομ. 21. 
21 Γράφτηκε στις 12-9-1927 και δημοσιεύτηκε ως αφιέρωμα στο «Μοιρολόϊ της Όμορφης». Αποτελεί απάντηση σε ανάλογο ποίημα που πρώτος του αφιέρωσε ο Παλαμάς στις 30-5-1925. (Βλ. Παλαμά, ’παντα, τόμ. 9ος, σ.215). 

Βιβλιογραφία

  • Αγρας Τέλλος, Κριτικά, Ποιητικά Πρόσωπα και Κείμενα, τομ. Β΄, εκδ. Ερμής, Αθήνα 1981, σσ. 29-59.
  • Βασική Βιβλιοθήκη, Προβελέγγιος- Δροσίνης- Πολέμης- Στρατήγης- Καμπάς, εκδ. Ζαχαρόπουλου, τόμ. 24, Αθήνα 1957.
  • Γκόλφης Ρήγας, «Ο Δημοτικισμός του Δροσίνη, η ποίησή του και το νόημά της», Νέα Εστία, τομ.583, Αθήναι 15-10-1951.
  • Δροσίνης Γεώργιος, Σκόρπια Φύλλα της Ζωής μου, τομ. Α΄-Δ΄, επιμ. Γιάννη Παπακώστα, Αθήνα 1982-1986.
  • Δροσίνης Γεώργιος, ’παντα, τόμ. Α΄-Γ΄ (ΠΟΙΗΣΗ), επιμ. Γιάννη Παπακώστα, «Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφέλιμων Βιβλίων», Αθήναι, 1995-1996.
  • Καραντώνης Ανδρέας, Φυσιογνωμίες Κριτικά Δοκίμια, εκδ. Δίφρος, Αθήναι 1959.
  • Μελάς Σπ., Νεοελληνική Λογοτεχνία, εκδ. Γ. Φέξη, Αθήναι 1962.
  • Μιράσγεζη Μαρία, Νεοελληνική Λογοτεχνία, Αθήνα 1982.
  • Παναγιωτόπουλος Ι. Μ., «Γ. Δροσίνης, ποιητής Αθηναίος, ποιητής του καιρού του», Νέα Εστία, τομ. 583, Αθήναι 15-10-1951.
  • Παναγιωτόπουλος Μέμος, Νεοελληνική Ποιητική Ανθολογία, τομ. Α΄, εκδ. Εταιρεία Ελληνικού βιβλίου, Αθήναι (χ.χ.).
  • Παναγιωτόπουλος Σπύρος, ’νθρωποι, καιροί και τόποι, εκδ. Σιδέρη, Αθήναι 1964.
  • Περάνθης Μ., Απόψεις (Διαλέξεις και Δοκίμια) Αθήνα1961.
  • Πολίτης Λίνος, Θέματα της Λογοτεχνίας μας, εκδ. Κωνσταντινίδη, Θεσσαλονίκη (χ.χ.).

ΕΚΛΟΓΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ 
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΡΟΣΙΝΗΣ 
Ι. Αφιερώματα περιοδικών:

  • Νέα Εστία, 1-10-1949 και 15-10-1951. Ελληνική Δημιουργία, (Αφιέρωμα στα 90 χρόνια του Δροσίνη), τευχ. 44, 1-12-1949. Ελληνική Δημιουργία, τευχ. 71, 15-1-1951.

ΙΙ. Μελέτες και ’ρθρα.

  • Αγρας Τέλλος, Κριτικά, τομ. Β΄, Ποιητικά πρόσωπα και κείμενα Φιλολογική επιμέλεια: Κώστας Στεργιόπουλος, εκδ. Ερμής, Αθήνα 191, σσ. 29-59.
  • Βασική Βιβλιοθήκη, Προβελέγγιος, Δροσίνης, Πολέμης, Στρατήγης, Καμπάς, αριθμ. 24, επιμ. Γ. Θέμελη, 1955.
  • Δροσίνης Γεώργιος, Σκόρπια φύλλα της ζωής μου, επιμέλεια Γιάννη Παπακώστα, εκδ. Σύλλογος προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων, Αθήνα 1982-1985.
  • Θρύλος ’λκης, Μορφές της ελληνικής πεζογραφίας και μερικές άλλες μορφές, εκδ. Δίφρος, Αθήνα 1962.
  • Καραντώνης Ανδρέας, Φυσιογνωμίες: Κριτικά Δοκίμια, εκδ. Δίφρος, Αθήνα 1959.
  • Καρράς Στάθης, Λογοτεχνικά πορτραίτα, εκδ. Το ελληνικό βιβλίο, Αθήνα 1967.
  • Μάργαρης Δημ. Κ., Πρόσωπα και θέματα, Αθήνα 1962.
  • Μελάς Σπύρος, Νεοελληνική Λογοτεχνία, εκδ. Φέξη, Αθήνα 1962.
  • Παλαμάς Κωστής, ’παντα, τομ. Β΄ και τομ. Η΄, επιμ. Ίδρυμα Κωστή Παλαμά, Αθήνα (χ.χ.)
  • Παναγιωτόπουλος Ι. Μ., Τα πρόσωπα και τα Κείμενα, τομ. ΣΤ΄ «Βιβλιοπωλείο της Εστίας», Αθήνα 1963.
  • Παναγιωτόπουλος Σπύρος, ’νθρωποι καιροί και τόποι, εκδ. Σιδέρη, Αθήνα 1964.
  • Παπαδάκης Νικόλαος, Σκιαγραφίες: Αγγ. Σικελιανός, Πηνελόπη Δέλτα, Γεώργιος Δροσίνης, Γεώργιος Δελής, Ελένη Σπανδωνίδη, εκδ. Μαυρίδη, Αθήνα 1978.
  • Παπαδημητρίου Κώστας Δ., Γνωριμία 60 Ελλήνων Λογοτεχνών. Ανθολόγηση, κριτική και θεώρηση της ζωής και του έργου τους, τομ. Α΄, εκδ. Ντουντούμη, Αθήνα 1998.
  • Περάνθης Μιχάλης, Απόψεις Διαλέξεις και Δοκίμια, Αθήνα 1961.
  • Πετρονικολός Κώστας Α., Οι πέντε κορυφαίοι της Μεσολογγίτικης Σχολής: Σπυρίδων Τρικούπης, Κωστής Παλαμάς, Γεώργιος Δροσίνης, Μίλτος Μαλακάσης, Αντώνης Τραυλαντώνης, εκδ. Σείριος, Αθήνα 1974.
  • Πολίτης Θ. Μ., Σκιαγραφήσεις Λογοτεχνών, Β΄ εκδ., Πολύπλευρο Μεσολόγγι 1986.
  • Πολίτης Λίνος, Θέματα της Λογοτεχνίας μας, εκδ. Κωνσταντινίδη, Θεσσαλονίκη (χ.χ.)
  • Στεργιόπουλος Κώστας, Περιδιαβάζοντας, τόμ. Β΄, Στο χώρο της παλιάς πεζογραφίας μας, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1986.
  • Στεργιόπουλος Κώστας, «Το αφηγηματικό έργο του Δροσίνη», Νέα Δομή, τευχ. 6, Νοέμβριος 1976, σσ. 70-72.
  • Χάρης Πέτρος, Μικρή Πινακοθήκη Ελλήνων Λογοτεχνών, εκδ. Φέξη, Αθήνα 1963.

ΑΠΑΝΤΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ 
Δροσίνης Γεώργιος: ’παντα, τόμ. Α΄-Γ΄, (Ποίηση), τόμ. Δ΄-ΣΤ΄ (Πεζά), τόμ. Ζ΄ (Σκόρπια Φύλλα της Ζωής μου), τόμ. Η΄ (Παιδικά), τόμ. Θ΄ (Ημερολόγια), τόμ. Ι΄ (Σύμμικτα), φιλολογική επιμέλεια Γιάννη Παπακώστα, εκδ. «Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων», Αθήνα 1995-… 

ΣHMEIΩΣH: Το κείμενο αυτό είναι παρμένο από το βιβλίο «ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ ΤΗΣ ΛΙΝΜΟΘΑΛΑΣΣΑΣ» που εκδόθηκε από την Παπαχαραλάμπειο Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ναυπάκτου το 2002.