ΠΑΝΑΓΙΩΤOΠΟΥΛΟΣ Μ. Ι.

κείμενο: Θ. Μ. ΠΟΛΙΤΗ

Εξήντα Χρόνια Λογοτεχνικής και Στοχαστικής Διαδρομής του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου 1

Στη γραφική νησιώτικη γη του Αιτωλικού, που βρίσκεται στη μέση περίπου της λιμνοθάλασσας Μεσολογγίου – Αιτωλικού – Σταμνάς, γεννήθηκε το 1901 ο Γιαννάκης Παναγιωτόπουλος, πρώτος γιος του Μιχάλη και της Ειρήνης (το γένος Γιώργου Καραμούζα).

Ο Γιαννάκης κάθισε στα μαθητικά θρανία του Δημοτικού Σχολείου Αιτωλικού. Ο αυστηρότατος, σύμφωνα με τις μαρτυρίες των μαθητών του, δάσκαλος Κυριάκος Μονοκρούσιος, μνημόνευε -πολλά χρόνια μετά- την άριστη επίδοση του μικρού Γιαννάκη ως παράδειγμα προς μίμηση. Το μαυριδερό κι’ αχαμνούλι εκείνο παιδάκι, με τα κοντά πανταλονάκια, που κατέβαιναν κάτω από το γόνατο, το θυμούνται ακόμα αρκετοί απ’ τους σημερινούς ηλικιωμένους Αιτωλικιώτες. Ο πατέρας του, ο Μιχάλης Παναγιωτόπουλος, ήταν ένας έντιμος μικρέμπορος, εύπιστος, καλοκάγαθος, φίλος των γραμμάτων και των ακολουθιών της Εκκλησίας μας. Με τα μοναδικά, ίσως, εφόδια της εντιμότητας, της ευπιστίας και της καλοκαγαθίας δεν ήταν δυνατό να προκόψει επαγγελματικά. Έτσι αποφάσισε το 1910 την μετοικεσία όλης της οικογένειας στην περιοχή της πρωτεύουσας. 

Στην Αθήνα εγκαταστάθηκαν σ’ ένα παλιό σπίτι της οδού Κωλλέτη (αριθμός 16), στα Εξάρχεια. Στο σπίτι εκείνο έμειναν πολλά χρόνια εκτός από ένα σύντομο διάστημα, στην περίοδο των Βαλκανικών Πολέμων, που είχαν μετακομίσει στον Πειραιά. Στο ίδιο σπίτι, ο μετέπειτα γνωστός ως Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος έζησε τα δεύτερα παιδικά, τα εφηβικά και τα πρώτα νεανικά του χρόνια.

Εκεί συνειδητοποίησε την υλική νοητική και ψυχική του υπόσταση. Εκεί αντίκρισε τη σκληρή αλήθεια του θανάτου στα παγωμένα πρόσωπα αγαπημένων του συγγενών. Εκεί δάγκωσε τον καρπό της γνώσης και βάθυνε το στοχασμό του γύρω από τα υπαρξιακά, τα κοινωνικά και τα καλλιτεχνικά φαινόμενα και πράγματα. Εκεί ένιωσε τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, κι εκεί τον επισκέφθηκε, για πρώτη φορά, λυσίκομη, δροσερή κι’ υποσχετική η μούσα της ποίησης.

Στα φθαρμένα ξύλινα σκαλοπάτια του σπιτιού της οδού Κωλλέτη ανέβηκε, στα 1910, ένα έκπληκτο, δισταχτικό και τρομαγμένο, απ’ τις δυσκολίες της πατρικής οικογένειας, εννεάχρονο Ρουμελιωτάκι της Αιτωλικής γης. Ύστερα όμως από μια δεκαετία (και συγκεκριμένα στα 1921) κατέβηκε ένας άριστος φοιτητής της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, που κρατούσε στα χέρια του τα χειρόγραφα μιας ομιλίας του για «Το ποιητικό έργο του Κωστή Παλαμά» η οποία εκφωνήθηκε απ’ τον ίδιο στη λέσχη της «Φοιτητικής Συντροφιάς».

Αυτή ήταν η πρώτη επίσημη εμφάνιση στα Γράμματα του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου, αλλά και η απαρχή μιας μακράς λογοτεχνικής και στοχαστικής διαδρομής, που καλύπτει έξι δεκαετίες και εκφράστηκε με λεπταίσθητα ποιήματα, θαυμάσια αφηγήματα, συναρπαστικές συνθέσεις μύθου και ιστοριών, βαθυστόχαστα δοκίμια προβληματισμού, ακριβοδίκαιες και διεισδυτικές λογοτεχνικές κριτικές, θελκτικές ταξιδιωτικές εντυπώσεις, εμπεριστατωμένες φιλολογικές μελέτες και γοητευτικές ομιλίες.

Πριν όμως από κάθε αναφορά μας στα βιβλία του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου, θα πρέπει να μνημονεύσουμε τη δραστηριότητά του στη δεύτερη περίοδο συνέκδοσης και συνδιεύθυνσης του περιοδικού Μούσα που έβγαινε στην Αθήνα από τον Αύγουστο του 1920 ώς το Σεπτέμβριο του 1923. Η συμμετοχή του στην έκδοση και στη διεύθυνση του περιοδικού Μούσα θεωρείται ως σημαντικό επίτευγμα, αν λάβουμε υπόψη ότι ο εικοσάχρονος εκείνος φοιτητής της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου δεν διέθετε τίποτε άλλο εκτός απ’ την αξιοσύνη του την πνευματική, την γραμματολογική του ενημέρωση και την ταλαντούχο συγγραφική - λογοτεχνική του ικανότητα.

Μη έχοντας γραφεία, το περιοδικό στεγαζόταν στο σπίτι ενός απ’ τους υπεύθυνους, του Παύλου Καλλιγά, εγγονού του γνωστού απ’ το πεζογράφημα Θάνος Βλέκας συγγραφέα. Εκεί, μια συντροφιά όλο πάθος και νιάτα, μαζευόταν κάθε βράδυ και φρόντιζε την έκδοση, την αλληλογραφία και την διεκπεραίωση του περιοδικού. Αυτή η συντροφιά φαίνεται πως αποτέλεσε τον αρχικό κορμό των μετέπειτα γνωριμιών κι’ επαφών του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου με ανθρώπους των Γραμμάτων, της Τέχνης της Επιστήμης.

Το περιοδικό Μούσα με την ακαταπόνητη εργατικότητα του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου και τη ζωογόνο δημιουργική πνοή του, που μεταδόθηκε και στους άλλους συνεργάτες, αποτέλεσε τον πόλο έλξης αρκετών λογοτεχνών, δημιούργησε παράδοση κι άφησε εποχή σε μια δύσκολη εθνικά περίοδο, που άνοιξε με μια ελπίδα, για την απελευθέρωση του Ελληνισμού της Μικρασίας, κι έκλεισε με μια οδυνηρή καταστροφή.
Η λογοτεχνική γενιά της Μούσας θέλησε να εκφράσει την αντίστοιχη της εποχής της, που πέρασε την εφηβεία της αντικρίζοντας τις καταστροφές και τις σφαγές του πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου και που διαψεύσθηκε στις προσδοκίες της για μια διεθνή τακτοποίηση των προβλημάτων.

Το πρώτο βιβλίο του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου κυκλοφόρησε στα 1924, με τον τίτλο: Το βιβλίο της Μιράντας. Πρόκειται για μια συλλογή είκοσι έξι ποιημάτων που χωρίζονται σε δύο σειρές και που τα περισσότερα γράφτηκαν στα 1922. Ο τίτλος του ειδοποιεί ότι η εμπνευστική πηγή των λυρικών του συνθέσεων είναι η γυναίκα ή η απουσία της για την ολοκλήρωση της ερωτικής διάθεσης. Η ερωτική μοναξιά βρίσκει διέξοδο στο στίχο. Μετουσιώνει σε καλλιτεχνική έκφραση ροπές και ψυχικούς κραδασμούς. Παροχετεύει σε λυρικά κανάλια συναισθήματα, επιθυμίες και προσδοκίες. 

Η «Μιράντα» δεν είναι μια συγκεκριμένη θηλυκή ύπαρξη, αλλά η συμβολική έκφραση της παρουσίας της, στο νου και στην καρδιά του ποιητή, και της απουσίας της από την αγκαλιά του. Και τα δεκαέξι ποιήματα της πρώτης σειράς είναι άτιτλα. Ο εκφραστικός τρόπος είναι επηρεασμένος από το Γαλλικό και τον αντίστοιχο Γερμανικό συμβολισμό. Οι τόνοι είναι χαμηλοί. Οι καταστάσεις αβέβαιες. Οι περιγραφές του εξωτερικού περιβάλλοντος αντανακλούν την εσωτερική ψυχική ατμόσφαιρα:

«... Μονάχη απόμεινε η αυλή
και στον παλιόν εξώστη
με το ανθισμένο αγιόκλημα
 
και με την κληματίδα
 
την ηρεμία κρότος κανείς
 
ουδέ φωνή ταράζει.

Στον κήπο η στέρνα εστέγνωσε,
στο φράχτη τ’ άγρια ρόδα
ράθυμα γέρνουν στα φτερά
της λυπημένης αύρας.

Μακρυά η καμπάνα, των ωρών
το πέρασμα σημαίνει.
Και συ, καρδιά μου, που άγ-
ρυπνη μια θλίψη σε παιδεύει,
οπλές αλόγων ν’ αντηχούν
στου δρόμου ακούς τα βάθη...»



Οι στίχοι αυτοί που γράφτηκαν πριν από εξήντα περίπου χρόνια, κάτω από την επίδραση ενός διαφορετικού εποχικού κλίματος, δεν μπορούν, βέβαια, να συγκλονίσουν τον σημερινό άνθρωπο των βίαιων καιρών. Αγγίζουν όμως με απαλότητα την ψυχή του και λειτουργούν σαν αντίρροπη ηρεμιστική δύναμη κατευνασμού των αγχωτικών ημερών μας.

Στα 1925 κυκλοφόρησε το δεύτερο βιβλίο του. Πρόκειται για μια σειρά αφηγημάτων με τον γενικό τίτλο: Ο Χανς κι άλλα πεζά. Τα πεζά εκείνα κείμενα, που στον πυρήνα τους ήταν ποιητικά, ήταν μια πρώτη ένδειξη της εκφραστικής πολυμέρειας του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου.

Την ίδια περίπου χρονική περίοδο αρχίζει να συνεργάζεται στη σύνταξη της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας του «Πυρσού», στην οποία καταχωρήθηκαν τρεις χιλιάδες περίπου άρθρα του για ποικίλα θέματα.

Ακολουθούν οκτώ βαρυσήμαντα χρόνια σιγής και το 1933 εκδίδεται το δεύτερο ποιητικό του βιβλίο με τον τίτλο Λυρικά Σχέδια. Την ίδια χρονιά άρχισε η συνεργασία του με την μεγάλη Αθηναϊκή εφημερίδα Πρωία.

Το χρονοδιάστημα από το 1924 έως το 1933 είναι κρίσιμο και για την ατομική του συγκρότηση και για τα ελληνικά, αλλά και τα γενικότερα -σε παγκόσμια κλίμακα- πράγματα. Εκείνη την περίοδο διευρύνει τις γνωστικές, πνευματικές και λογοτεχνικές του προσλαμβάνουσες, ενώ παράλληλα βιώνει τις διακυμάνσεις ενός έρωτα που καταλήγει σε αδιέξοδο. Την ίδια εποχή σημειώνονται ανακατατάξεις στον διεθνή ορίζοντα. Ο Φασισμός στην Ιταλία και ο Ναζισμός στη Γερμανία κερδίζουν έδαφος. Στα άλυτα προβλήματα του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου σωρεύονται νέα, κι όλα μαζί προωθούνται για λύση στα πεδία των μαχών. Στον Ελληνικό χώρο τα πράγματα δεν είναι καλλίτερα. Οι κυβερνήσεις διαδέχονται η μια την άλλη και τα κινήματα βρίσκονται σε ημερήσια διάταξη.

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο ζει και δημιουργεί ο ποιητής και φυσικά εκφράζει τις αντιδράσεις του σε όσα συμβαίνουν γύρω και μέσα του.

«... Μια φλόγα μόνο με οδηγεί
στη σκοτεινή νυχτιά,
καθώς περνώ τα σκυθρωπά,
τρικυμισμένα δάση.
?στρο δεν είναι, ο λογισμός
να τρέμει μην το χάσει,
δεν είναι ηχώ από μακρινή,
παρήγορη φωτιά.

Είναι μονάχα η θύμηση
των όρθρων που αγρυπνεί
στου νου μια κόχη. Ο έρωτας
τη θρέφει. Κι’ ανεβαίνει
σαν προσευχή, που ο διάφανος
αιθέρας την προσμένει,
σαν ικεσία, που ο ρυθμός
του χάους τη νοσταλγεί.



«... Μια φλόγα μόνο» οδηγούσε τον ποιητή «στη νυχτιά». Κι αυτή δεν ήταν άλλη απ’ την θύμηση των όρθρων, που την έτρεφε ο έρωτας. Σε κείνη την αμφίβολη εποχή το ερωτικό φως έδινε μια κάποια ελπίδα, και δικαίωνε, έστω και πρόσκαιρα, την άρνηση της αυτοκατάλυσης.

Στα 1936 θα κυκλοφορήσει σε βιβλίο ένα ειδικό μελέτημά του γύρω από τα Νεοελληνικά λογοτεχνικά πράγματα που επιγράφεται: Στοιχεία Ιστορίας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Στο πόνημα τούτο -καρπό μόχθου κι’ ευθύνης - δίνει τα απαραίτητα στοιχεία για την παρακολούθηση της πορείας της λογοτεχνίας μας, ενώ παράλληλα δημιουργεί ερεθίσματα για αξιολογήσεις κι αποτιμήσεις των επιτευγμάτων της έως την εποχή της συγγραφής του.

Στα 1937 και στα 1940 τυπώνει αντίστοιχα δύο τόμους ταξιδιωτικών εντυπώσεων με τους τίτλους: Μορφές της ελληνικής γης και Ελληνικοί ορίζοντες. Στις σελίδες των βιβλίων αυτών βρίσκουμε περιγραφικά κείμενα διάφορων περιοχών της χώρας μας, μεστά γνώσεων και διαποτισμένα από την λυρική ευαισθησία του συγγραφέα.

Στα μαύρα χρόνια της κατοχής εμφάνισε μια εντυπωσιακή συγγραφική παραγωγή. Στα 1943 έγραψε και τύπωσε τα αφηγηματικά κείμενα με τον τίτλο Τα Χειρόγραφα της μοναξιάς, και δύο τόμους από το κριτικό μελέτημα, Τα Πρόσωπα και τα Κείμενα με τους επιμέρους τίτλους: Δρόμοι Παράλληλοι και Ανήσυχα Χρόνια. 

Στα 1944 εξέδωσε το μυθιστόρημα Οι δύο και η νύχτα και τον τρίτο τόμο από τα Πρόσωπα και τα Κείμενα που επιγράφεται Κωστής Παλαμάς. Η εμπεριστατωμένη και διεισδυτική αυτή μελέτη τιμήθηκε με το «Έπαθλο Παλαμά» του 1944. Το έπαθλο εκείνο αποτέλεσε και την πρώτη επίσημη αναγνώριση της αξίας του έργου του, που στη συνέχεια αξιώθηκε κι άλλων τεσσάρων μέγιστων τιμητικών βραβεύσεων.

Την πρώτη μεταπελευθερωτική χρονιά (1945) παρουσίασε δύο μυθιστορήματα. Αρχικά την Αστροφεγγιά κι ύστερα από λίγο τη Χαμοζωή.

Το περιεχόμενο της Χαμοζωής προπορεύεται χρονολογικά του αντίστοιχου της Αστροφεγγιάς. Η Χαμοζωή αναφέρεται στα δεύτερα παιδικά χρόνια του συγγραφέα που συμπίπτουν με την περίοδο των Βαλκανικών Πολέμων. Περιγράφει τη ζωή της οικογένειας και του περίγυρου σε μια φτωχογειτονιά του Πειραιά, όπου είχαν μετακομίσει προσωρινά για να είναι κοντά στον τόπο της περιστασιακής εργασίας του πατέρα. Τα περιστατικά δεν είναι φανταστικά. Ο συγγραφέας, όμως, δεν θέλει να ματώσει τις καρδιές των αναγνωστών. Έτσι διαχέει, με τέχνη, πάνω σ’ αυτά ένα λυρικό φωτισμό που σκιάζει τις αιχμηρές τους προεξοχές. Η αφήγηση γίνεται σε πρώτο πρόσωπο. Ο συγγραφέας προσπαθεί να δώσει εικόνες κι εντυπώσεις αυθεντικά γνήσιες κι’ όπως είχαν αποτυπωθεί στη μνήμη του δωδεκάχρονου εαυτού του. Μ’ αυτό τον τρόπο πετυχαίνει να δημιουργήσει μια ατμόσφαιρα εποχής, ενώ παράλληλα δίνει την ψυχολογία του μικρού παιδιού μέσα απ’ τις αντιδράσεις του για όσα συμβαίνουν γύρω του. Παραθέτουμε χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το τελευταίο κεφάλαιο:

«... Ήρθε ξανά το καλοκαίρι. Ο Γυφτοθόδωρος κι’ εγώ ξεσκολήσαμε. Τον αφήσαμε πια το δάσκαλο με τη βέργα. Κ’ ήταν άξιος κείνος και τα κατάφερε κι’ έπιασε δουλιά παραγιός στο μπαρμπέρη, σ’ ένα όμορφο μαγαζί, με δυο μεγάλες πολυθρόνες και καινούριους καθρέφτες και φώτα πολλά, ανάμεσα στον καφενέ και στο μπακάλικο του Ανυφαντή κι’ αντίκρυ στην ταβέρνα του μπάρμπα - Δήμου. ?ϊ, ξανάσανε πια το κακόμοιρο το παιδί! Κι’ εγώ τον καμάρωνα, τα Σαββατόβραδα, σαν τον έβλεπα να τινάζει σερπετός τις πετσέτες και να φέρνει το νερό για το ξούρισμα και να βουρτσίζει την πελατεία κι ύστερα να φουχτώνει το παραδάκι και να το ρίχνει στον κουμπαρά του. «όπου και νάναι, ο Γυφτοθόδωρος θα την κοτσάρει τη φορεσιά» συλλογιόμουν. Πήγαινα και το μεσημέρι, σαν έλειπαν όλοι, κι’ ένιωθα ξεχωριστή εφχαρίστηση να ξαπλώνουμαι στον καναπέ κειδά χάμου και να διαβάζω τη φημερίδα μου σαν αφέντης. Παρακολουθούσαμε κάποιο μυθιστόρημα κι’ ολοένα λέγαμε με το Γυφτοθόδωρο, «Πολύ μυστήριοι είναι αυτοί οι άνθρωποι που καταφέρνουν να μαθαίνουν ό,τι γίνεται στον κόσμο με το νι και με το σίγμα και να το γράφουν ύστερα όμορφα όμορφα...»

(...................................................................................................................)

«... Κι’ ήρθε το φθινόπωρο και τα πράματα πήγαν καταπώς ήθελε ο Θεός και τον φωνάξαμε τον κληρονόμο του ιδιοχτήτη και του δηλώσαμε πως ήταν λεύτερα να τα νοικιάσει τα καμαράκια του και το φορτώσαμε το έχει μας σ’ ένα μακρύ αραμπά, σκαρφαλώσαμε πάνου κι εμείς και κατηφορίσαμε γι’ άλλα μέρη...»

(...................................................................................................................)

«... Τώρα δεν απομένει παρά μια θύμηση. Μια θύμηση θαμπή, πονεμένη. Κι είναι χρόνια πολλά, μπορεί και τριάντα, που δεν ξαναπήγα σε κείνη τη γειτονιά...».
 


Ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος με τη συγγραφή της Χαμοζωής θέλησε να δώσει, όπως γράφει στον υπότιτλο του βιβλίου το «Χρονικό του παλιού καιρού». Το αποτέλεσμα όμως ξεπέρασε την αρχική πρόθεση. Προέκυψε ένα πεζό αλλά λυρικώτατο κείμενο διαχρονικής αποδοχής.

Το χρονικό πλαίσιο της Αστροφεγγιάς καλύπτει την περίοδο λίγο πριν, κατά τη διάρκεια κι’ αμέσως μετά απ’ την μικρασιατική περιπέτεια του έθνους. Η περίοδος αυτή συμπίπτει με τα δεύτερα εφηβικά και τα πρώτα νεανικά χρόνια του συγγραφέα. Το περιεχόμενο, μ’ όλο που χρησιμοποιεί βιογραφικά στοιχεία, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως στενά βιογραφικό. Το κεντρικό πρόσωπο του μυθιστορήματος είναι ο ?γγελος Γιαννούζης, που με τη συμπεριφορά του εκφράζει τις θέσεις και τις αντιθέσεις, τη βαθύτερη ψυχολογία του συγγραφέα πάνω στ’ ατομικά, στα κοινωνικά και τα πολεμικά προβλήματα της αντίστοιχης εποχής. Παράλληλα κινείται κι ένας αριθμός άλλων προσώπων, κυρίως νέων ανθρώπων, που δίνουν με τη ζωντάνια, τον αυθορμητισμό και το νεανικό τους ενθουσιασμό μια ατμόσφαιρα ξεγνοιασιάς και προσδοκιών που πολλές φορές διακόπτεται από ενδογενείς ή εξωγενείς μπόρες και καταιγίδες.

Η συμπεριφορά των νεαρών της Αστροφεγγιάς, εκφράζει, ώς ένα βαθμό, και την αντίστοιχη της γενιάς που ανήκαν. Έτσι, στις προεκτάσεις, στις διευρύνσεις και στις εμβαθύνσεις, αντικρίζουμε την απροσανατόλιστη, διαψευσμένη και πονεμένη εκείνη γενιά της εφηβείας του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου και της νεανικής ορμής της Μικρασιατικής περιπέτειας, να παραδέρνει ανάμεσα στο αδιέξοδο και στα αδιαχώρητα των τότε συνθηκών ζωής και ταυτόχρονα να μαστίζεται από ανίατες ασθένειες.

Οι αντιξοότητες εκείνες φαλκίδευαν, βέβαια, τα φτερά, εμπόδιζαν τις απογειώσεις και διέψευδαν τα όνειρα, δεν είχαν, όμως, τη δυνατότητα να καταργήσουν τις διαθέσεις της ψυχής και να εξαφανίσουν τα συναισθήματα. Έτσι, ο μικρός φτερωτός θεός, ανύποπτος, άσχετος και ξένος προς τα δεινά της ζωής, φτερούγιζε ανάμεσά τους και σημάδευε με τα βέλη της φαρέτρας του τις νεανικές καρδιές. Ένα από τα βέλη σφηνώθηκε για καλά στην καρδιά του ευαίσθητου και πονεμένου απ’ τη φτώχεια και τα οικογενειακά βάσανα, ?γγελου Γιαννούζη. Ο έρωτάς του για τη Δάφνη ξεχύνεται μέσα στις σελίδες του βιβλίου και συναρπάζει τον αναγνώστη. Είναι ειλικρινέστατος και καθαρός, έχει τη δροσιά της πηγαιότητας και την ομορφιά του πρωινού άνθους. Παρ’ όλα αυτά είναι ένας έρωτας προδομένος κι’ απελπισμένος:

«…Σαν είδε τη Δάφνη στο δρόμο, τα ξέχασε όλα. Ήταν απόβροχο κι’ εκείνη πήγαινε βιαστική κατά πάνου, στο δεξί πεζοδρόμιο της οδού Ασκληπιού. της τραγουδούσε, τραγουδούσαν τα πόδια τη,ς τα χέρια της, τα μαλλιά της. Ένας άνεμος φυσούσε ανάμεσα στο κορμί της, ένας άνεμος κι’ ένα φως. Ήξερε, πως δεν θα τον αγαπούσε ποτέ. Και κάθησε κειδά χάμου στη γωνιά και την κοίταζε να ξεμακραίνει κι’ ένιωθε να πέφτουν πολλά χειμωνιάτικα φύλλα στην καρδιά του, φύλλα νεκρά, από δάση απλησίαστα…».

Με αυτό τον τρόπο περιγράφει τις ψυχικές καταστάσεις ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, δημιουργεί ατμόσφαιρα, πείθει, συναρπάζει και συγκινεί.

Η συγγραφική - λογοτεχνική του παραγωγή συνεχίζεται. Στα 1946 δίνει στη δημοσιότητα άλλα δυο βιβλία. Πρόκειται για τον τέταρτο τόμο Των Προσώπων και των Κειμένων, που αναφέρεται στην ιδιότυπη ποιητική περίπτωση του Κ. Π. Καβάφη και επιγράφεται Ομιλίες της γυμνής ψυχής.

Ύστερα από τρία χρόνια, στα 1949, τυπώνει τον πέμπτο τόμο της σειράς των Προσώπων και των Κειμένων με το γενικό τίτλο Λυρικός λόγος, ενώ παράλληλα, την ίδια χρονιά, κυκλοφορεί την τρίτη ποιητική του συλλογή, την Αλκυόνη. 

Το δεύτερο ποιητικό του βιβλίο εκδόθηκε, όπως είπαμε, στα 1933. Είχαν περάσει δεκαέξι ολόκληρα χρόνια. Θα έλεγε κανείς πως ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος έπαψε να συνθέτει ποιήματα. Τα χρόνια που είχαν διαβεί ήταν συγκλονιστικά για την ανθρωπότητα. Τα δυναμικά γεγονότα αλλεπάλληλα. Ανάπτυξη του φασισμού και Ναζισμού στην Ιταλία και Γερμανία. Κατάλυση του Δημοκρατικού καθεστώτος στην Ελλάδα. Κήρυξη του Δευτέρου Παγκόσμιου Πόλεμου. Επίθεση της Ιταλίας εναντίον της Ελλάδας. Έπος της Αλβανίας. Εισβολή των Γερμανών. Κατοχή της χώρας μας. Καταστροφές σ’ ολόκληρη την Ευρώπη. Σφαγές σ’ όλα τα μέτωπα. Στρατόπεδα συγκέντρωσης και θάλαμοι αερίων στην πατρίδα του Γκαίτε. Ατομική βόμβα στη Χιροσίμα. Νίκη των συμμάχων και ήττα του άξονα. Εμφύλιος στην Ελλάδα. Επισφαλής ειρήνη και ψυχρός πόλεμος σε παγκόσμια κλίμακα. Χρόνια δίσεχτα. Σε πενήντα πέντε εκατομμύρια υπολογίσθηκαν οι νεκροί του Δεύτερου Παγκόσμιου Πόλεμου. Κανένας δεν έμεινε μακριά από τα δεινά εκείνης της καταστρεπτικής λαίλαπας. Στο μεταξύ, στα 1935 έσβησε και η τελευταία αναλαμπή ζωής της καλοκάγαθης μορφής του Αιτωλικιώτη Μιχάλη Παναγιωτόπουλου. Ο γιος θρήνησε τον πατέρα με ποιητικό τρόπο:

«…την ώρα την πικρότατη,
που είπες ν’ αναπαυτείς
από την τόση αντίσταση
κι’ από την τόση οδύνη,
κανείς δεν παραστάθηκε
στην τελευταία σου κλίνη
κι’ έγειρες μοναχός
να κοιμηθείς.
(……………………………………)
Κι’ ήσουν σα να είχες
του παιδιού τον ύπνο κοιμηθεί
στον κόρφο της δειλής μητέρας,
σα να σε λίκνιζε απαλός
θαλασσινός αγέρας
σ’ ένα ακρογιάλι που κανείς
δεν τόχει ονειρευθεί.

Κι’ άλλο δεν ένιωσα
παρά μια θλίψη ειρηνική
στα μάτια μου να κατεβαίνει,
γιατί είχες τόση ηλιοβολή
στο πρόσωπο χυμένη
κι είχες τόσο εγκάρδια,
πατέρα, αναπαυθεί.



Ύστερα από δύο χρόνια (1937) ακολούθησε η Κυρά Ειρήνη, η μητέρα του ποιητή. Στη συλλογή Αλκυόνη καταχωρήθηκε «Το Τραγούδι του Νεκρού Πατέρα» απ’ το οποίο αποσπάσαμε τις τρεις στροφές. Η ίδια συλλογή περιέχει κι’ άλλα τριάντα τρία ποιήματα που χωρίζονται σε τέσσερις ενότητες. 

Ο ίδιος ο ποιητής αναφέρει τα εξής χαρακτηριστικά για το τρίτο του ποιητικό βιβλίο: «…Ο ποιητής της Αλκυόνης αισθάνεται εκείνα που τον κατακλύζουν σαν ένα ποτάμι, που σπάζει τα φράγματα και καταπλημμυρίζει τους όχτους. Γίνεται αντιλακωνικός από πρόθεση, όχι από αδυναμία, αφήνει την ανάσα του να φαρδύνει να ξεχυθεί από τον κλειστό χώρο στην απλωσιά του ουρανού και της γης…»

Στα 1950 κυκλοφορεί ένα τρίτο βιβλίο εντυπώσεων, που το εμπνεύσθηκε από το ταξίδι του στα 1949 στην Αίγυπτο, με τον χαρακτηριστικό τίτλο Σκαραβαίος ο ιερός.

Την επόμενη χρονιά (1951) τυπώνεται το μυθιστόρημα Αιχμάλωτοι που μαζί με την Χαμοζωή και την Αστροφεγγιά κλείνουν ένα κύκλο τριών αφηγηματικών λόγων. Στο βιβλίο αυτό το παιδάκι κι ο προέφηβος της Χαμοζωής, ο έφηβος κι ο νεαρός της Αστροφεγγιάς δίνουν τη θέση τους στον ώριμο αλλά νέο ακόμα άντρα, που γνώρισε αρκετές όψεις της ζωής και σώριασε μέσα του μνήμες, εμπειρίες και βιώματα. Στο μυθιστόρημα αυτό βρίσκουμε επίσης τον άντρα - στοχαστή που ξόδιασε χιλιάδες ώρες στην αναζήτηση της ουσίας της ζωής και που περιπλανήθηκε, μεταξύ ουρανού και γης, δίχως να βρει απόκριση στα ερωτήματα που καταδυνάστευαν την ύπαρξή του. Ο τίτλος Αιχμάλωτοι δεν περιορίζεται στη συγκεκριμένη κατάσταση των ηττημένων στρατιωτικών, αλλά απλώνεται και στις άλλες «αιχμαλωσίες» του σύγχρονου ανθρώπου, που αρχίζουν με τις συμβουλές και τα «πρέπει», συνεχίζονται με τις αυτοδεσμεύσεις, κι επεκτείνονται στα δεσμά που επιβάλλει η κοινωνική και η ιστορική πραγματικότητα της κάθε εποχής. Ο μύθος στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά κι αναφέρεται στην πριν από τον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο εποχή, στην πολεμική και την αντίστοιχη κατοχική της χώρας μας. Ο χώρος καλύπτει τις περιοχές μεταξύ Μακρυνείας και Ναυπακτίας με αναφορές και στις αντίστοιχες μεταξύ Μεσολογγίου, Αιτωλικού και Αγρινίου. Η αφήγηση αρχίζει μ’ ένα θάνατο φυσιολογικό και τελειώνει με μια ομαδική εκτέλεση πατριωτών από τους Γερμανούς κατακτητές. Το ηρωικό πρόσωπο στη μυθιστορία των Αιχμαλώτων δεν είναι ο ίδιος ο αφηγητής αλλά ο Αντρέας, μια ανήσυχη και θαρραλέα μορφή, απ’ αυτές που καταξιώνουν και δίνουν νόημα στη ζωή. Ο αφηγητής είναι ο σπουδασμένος, ο πτυχιούχος, ο γραμματισμένος και γι’ αυτό σκεπτικιστής, ενώ ο Αντρέας είναι ο ρεαλιστικός εκφραστής της ζωής. Ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος κρατά στο κείμενο το ρόλο του αφηγητή. Στην πραγματικότητα, όμως, είναι ο συγκερασμός και η προέκταση των δύο αυτών διαμετρικά αντίθετων χαρακτήρων.

Στο βιβλίο βρίσκουμε και ωραίες περιγραφές λυρικού οίστρου. Αποσπούμε ένα κομμάτι εμπνευσμένο απ’ τη λιμνοθάλασσα Μεσολογγίου - Αιτωλικού:

«…Η λιμνοθάλασσα έστελνε στο πρόσωπό μου τ’ αρμυρό της αγέρι. Πόσο την αγαπούσα τη Λιμνοθάλασσα - και κείνα τα χαμηλά και δασωμένα βουνά ολόγυρα και τους κάμπους με το τριφύλλι και τα βαλτοτόπια με το ρύζι και τις τάπιες του Εικοσιένα παρατημένες στον αφανισμό του καιρού και τα γέρικα σπίτια που συλλογιούνται !

… Όποτε λάχαινε (………………) να καθήσω αντίκρυ στη Λιμνοθάλασσα με τα ρηχά της πλεούμενα, τα χαμηλά της νησάκια, τις αντιφεγγιές του νερού της τις μαγικές, η καρδιά μου μεθούσε από τον πόθο του έρωτα.

Είναι μια θάλασσα ερωτική, όλη πείνα κορμιού, όλη ανεμελιά και σιγαλόφωνη θλίψη…»


Το χρονοδιάστημα, όμως, που περικλείουν οι σελίδες του βιβλίου δεν προσφέρονταν για λυρικές ενατενίσεις. Η βαρβαρότητα των Ούνων, αφιονισμένη από τα συνθήματα ενός παράλογου ηγέτη, πατούσε τα χώματά μας, τρομοκρατούσε, δίωκε, έκαιγε, φυλάκιζε και σκότωνε. Την περιγραφή μιας ομαδικής εκτέλεσης, δίνουν οι τελευταίες σελίδες των Αιχμαλώτων. Αποσπούμε ένα μικρό αλλά συγκλονιστικό κομμάτι:

«…- Όσοι πάρετε το νούμερο δύο θα προχωρήσετε ένα βήμα μπροστά.
Ο επικεφαλής αρχίζει την αρίθμηση:
- Ein - Zwei, Ein - Zwei, Ein - Zwei. Κι ο σπιούνος μεταφράζει απανωτά: Ένα - δύο, Ένα - δύο, Ένα - δύο… Εγώ είμαι το δύο. Νομίζω πως δε φώναξα τίποτα. Έρχεται ο σπιούνος, μου δίνει μια σπρωξιά, με στήνει στην πρώτη γραμμή.
Ο Αντρέας είναι ένα. Ένα κι ο Παπαφώτης. Τελειώνει η αρίθμηση. Μας παίρνουν εμάς, το νούμερο δύο, μας στήνουν με το πρόσωπο στραμμένο στο νούμερο ένα, σε καμιά εικοσαριά μέτρα απόσταση. Ανάμεσά μας παίρνει θέση το απόσπασμα, με τη ράχη σε μας.
Το νέο αγόρι μουρμουρίζει σιμά μου:
- Πρώτα θα σκοτώσουν εκείνους κι’ ύστερα θάρθει κι’ η δική μας σειρά. Κάνε χάζι !.
Η ψυχή μου ανεβαίνει στα μάτια. Πασχίζω να δω τον Αντρέα αντίκρυ. Πόση απόσταση μας χωρίζει, Θεέ μου, πόση απόσταση !
Από κάπου ακούγεται μια φωνή ραγισμένη. Ένα τραγούδι. Και το τραγούδι μεγαλώνει, ψηλώνει, γίνεται κύμα, γίνεται θάλασσα και την γεμίζει την πλάση:
«Χαίρε, χαίρε, Ελευθεριά !…»
 


Η λογοτεχνική εισφορά του Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου συνεχίζεται με την έκδοση ενός άλλου ποιητικού βιβλίου, τέταρτου σ’ αυτό το είδος. Πρόκειται για τη συλλογή που κυκλοφόρησε στα 1952 με τον τίτλο Ο κύκλος των ζωδίων, και απαρτίζεται από είκοσι τρία ποιήματα χωρισμένα σε πέντε ενότητες. Ο ποιητής αγρυπνώντας συνειδησιακά, αγωνιά για το παρόν και το μέλλον της ανθρώπινης μοίρας.

Απ’ το τελευταίο ποίημα, αυτής της συλλογής, τον «Έρεβο» αποσπούμε το ύστατο μέρος, ως ρεαλιστικό, στοχαστικό απόσταγμα, που αναφέρεται στη μεταφυσική - παντοτινή νύχτα του τίποτα:

«…Η νύχτα, που δε μάθαμε μήτε και που θα μάθουμε ποτέ τ’ όνομά της, που δεν είναι η ένταση, που δεν είναι η διάρκεια, που είναι το τίποτα.
Η νύχτα που δεν υπάρχει, γιατί κανένας, κανένα να υπάρξει δε δύνεται στην κατακόρυφή της υπόσταση.
Η νύχτα η στέρφα, χωρίς στεριά, χωρίς θάλασσα, χωρίς ουρανό.
Η νύχτα, που ποτέ δε σωπαίνει, γιατί δεν έχει μιλήσει ποτέ της. Ακίνητη, άκαμπτη, απροσπέλαστη.
Θεέ μου ! Ολοένα να νιώθω που έρχεται τούτη η νύχτα, τούτος ο θάνατος !
Ας ανάψουμε τα φώτα ! Ας κρεμάσουμε στην πόρτα μας ένα στεφάνι με τριαντάφυλλα ! Ας αγρυπνήσουμε σιμά στο νερό, σιμά σ’ ένα δένδρο, ας αγρυπνήσουμε όπου !
Ας ονειρευτούμε, να την ονειρευτούμε και τούτη τη νύχτα !
Ας ανάψουμε τις ζεστές θημωνιές να ζεσταθούνε τα δάχτυλά μας, στο κατώφλι της νύχτας, που είναι η νύχτα η ακομμάτιαστη, ακίνητη, άκαμπτη, απροσπέλαστη, το τεράστιο τίποτε, το ελάχιστο τίποτε, το τίποτε - χωρίς ουσία, χωρίς έκταση, χωρίς διάρκεια, χωρίς βάρος, χωρίς φωνή,… χωρίς όραση, χωρίς μουσική, την αθέατη μουσική, που αρμονίζει τους κόσμους, η Νύχτα που δεν ξέρει τη δύναμη, που δεν κατέχει την ανημπόρια.
 
Ας αγρυπνήσουμε αντίκρυ στο θάνατο, αντίκρυ στο τίποτε, αντίκρυ στο χάος !»
 


Είναι ειλικρινέστατη αυτή η αγωνία του ποιητή για τη μεταφυσική τύχη της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα στην παντοτινή νύχτα του χάους και του τίποτα. Εδώ ο ποιητής δεν είναι λυρικός εκφραστής συναισθηματικών καταστάσεων, αλλά εναγώνιος αντικριστής και βαθύς στοχαστής πανάρχαιων και διαχρονικών προβληματισμών που απασχολούν το έλλογο ον από τότε που απόκτησε συνείδηση της υπόστασής του και που θα το βασανίζουν στον αιώνα τον άπαντα.

Ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, όμως, παρ’ όλη την μεταφυσική του αγωνία, η οποία εκφράζεται με ποιητικούς και πεζολογικούς στοχασμούς, δεν είναι μονομανής. Η ζωή τον έλκει σε όλες τις εκφάνσεις της, γιατί νιώθει ότι δεν υπάρχει τίποτα έξω απ’ αυτή. Έτσι προχωρεί και προχωρώντας δημιουργεί. Την άλλη χρονιά (1953) θα τυπώσει άλλα δύο ταξιδιωτικά βιβλία, την Ευρώπη, που γνώρισε άλλες δύο εκδόσεις στα 1962 και στα 1979, και τις Θέσεις κι αντιθέσεις του Ελληνικού Τοπίου, κείμενο το οποίο εκφωνήθηκε ως ομιλία. Τα ταξιδιωτικά κείμενα της Ευρώπης ενισχύθηκαν και συμπληρώθηκαν στις δύο επόμενες εκδόσεις. Ο τόμος που κυκλοφόρησε στα 1979 εκτείνεται σε εξακόσιες περίπου σελίδες. Περιέχει αρχικά δώδεκα κεφάλαια της λυρικής, όπως την ονομάζει, Γεωγραφίας, που γράφτηκαν αμέσως μετά το πρώτο του ταξίδι στις ευρωπαϊκές χώρες και συμπληρώνεται και με άλλα κείμενα εντυπώσεων από ξένους τόπους ως ταξιδιωτικά απόγραφα μεταγενέστερων ταξιδιών. 

Ο χαρακτηρισμός της λυρικότητας των κειμένων ερμηνεύεται «ως πρόταξη του συναισθήματος έναντι του αισθήματος». Με άλλα λόγια στις σελίδες των ταξιδιωτικών του βιβλίων δίνει προτεραιότητα στο «τι αισθάνθηκε» εν σχέσει με το «τι αντίκρυσε». 

Προλογίζοντας τις εντυπώσεις του για τις ?λπεις γράφει: «… το ταξίδι δεν έχει καμιά σημασία, είναι μια μάταιη πράξη αν δεν κατέχει τη δύναμη να συγκομίζει όχι τόσο νέα γνωστικά αποταμιεύματα, όσο πολύτιμες πείρες. Η δίψα του ανθρώπου να γνωρίσει τον κόσμο, που βρίσκεται έξω από τα σύνορα του καθημερινού του βίου είναι πολύ μεγάλη. Μα τίποτε δεν μπορεί να γνωρίσει σωστά αν δεν κατορθώσει να το νιώσει…». Με αυτή τη δεσμευτική προϋπόθεση γράφτηκαν όλα τα ταξιδιωτικά κείμενα του Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου, και γι’ αυτό το λόγο συναρπάζουν τον αναγνώστη και κρατούν το ενδιαφέρον του αμείωτο απ’ τη πρώτη παράγραφο ώς την τελευταία αράδα.

Η ακαταπόνητη συγγραφική και λογοτεχνική του δραστηριότητα δεν περιορίζεται έως εδώ. Την άλλη χρονιά (1954) τυπώνει μια σειρά δοκιμίων με το γενικό τίτλο Ο στοχασμός και ο λόγος και ένα ακόμη ταξιδιωτικό για τις Πολιτείες της Ανατολής.

Ύστερα από δύο χρόνια, στα 1956, δίνει στη δημοσιότητα το καλλίτερο, ίσως, μυθιστόρημά του, μια μεγάλη αφηγηματική σύνθεση που τιτλοφορείται Τα εφτά κοιμισμένα παιδιά. Το βιβλίο τούτο απόσπασε το πρώτο κρατικό βραβείο μυθιστορήματος εκείνης της χρονιάς. Πριν εκπνεύσει το έτος εκείνο, κυκλοφορεί και ο έκτος τόμος των Προσώπων και των κειμένων του, με τον τίτλο «Τα Ελληνικά και τα ξένα». Την άλλη χρονιά (1957) εκδίδονται δύο τόμοι διηγημάτων του Το δακτυλίδι με τα παραμύθια και Η ανθρώπινη δίψα.

Η αλυσίδα των αλλεπάλληλων συγγραφικών του κειμένων συνεχίζεται και με άλλους κρίκους. Στα 1961 κυκλοφορεί το βιβλίο Ο κόσμος της Κίνας με εντυπώσεις από αντίστοιχο ταξίδι του στη μεγάλη αυτή χώρα της ?πω Ανατολής και την επόμενη χρονιά (1962) κυκλοφορεί το πέμπτο και τελευταίο ποιητικό βιβλίο που επιγράφεται Το παράθυρο του κόσμου.

 

 

 

Στο υπόμνημα της συγκεντρωτικής έκδοσης και των πέντε ποιητικών του βιβλίων, γράφει ανάμεσα στ’ άλλα και τα εξής χαρακτηριστικά ο ποιητής: 

«… Το παράθυρο του κόσμου είναι η πέμπτη και, μπορεί, η έσχατη λυρική παρουσία του ανθρώπου που έγραψε τα τέσσερα προγενέστερα βιβλία και, από πολλές πλευρές, το τέρμα μιας πορείας. Συμπληρώνει ένα έργο και ολοκληρώνει μια φυσιογνωμία. Διατυπώνει τη στάση ενός προσώπου όχι πια μόνο αντίκρυ στον εαυτό του, τη βιοτική του περιπέτεια, τις ανησυχίες του, τις αγωνίες του, τα προβλήματά του. αλλά και αντίκρυ στον κόσμο και στα προβλήματά τα καθολικά και στις αγωνίες τις γενικώτερες…».

Αποσπούμε αντιπροσωπευτικούς στίχους από τα πενήντα δύο ποιήματα της συγκεντρωτικής έκδοσης Το παράθυρο του κόσμου που επιβεβαιώνουν τον υπομνηματισμό του ποιητή: 

«… Δος μου το χέρι σου, για να μπορέσω να λησμονήσω τη 
Χιροσίμα (…………………)
 
τώρα ζούμε την έκπληξη κατάντικρυ του θανάτου.
 
Κι’ ωστόσο, μπορούμε να λέμε:
 
Αδερφέ μου. Δεν αλλάξαμε γλώσσα.
 
Μπορούμε να λέμε: Αδερφέ μου.
Περάσαμε το ?ουσβιτς, το Νταχάου, το Λίντιτσε και λέμε
 
ακόμα: Αδερφέ μου
Ο αδερφός μας βρίσκεται στην άλλη όχθη,
 
παίζει με τα κόκκαλά του την ένατη
 
(……………………………………………………..)
Ο Αδερφός μας πασκίζει να τραγουδήσει
 
και του λείπει το χείλος.
Ο Αδερφός θέλει να κλάψει και του λείπουν τα μάτια
Ο Αδερφός μας θέλει ν’ αγγίξει τα χέρια μας,
 
να μας προσπέσει να παραπονεθεί… και του λείπουν τα χέρια.
Συμμαζώνει τα κόκκαλά του και προχωρεί.
Είναι ο νέος αδερφός, που γεννήθηκε:
 
στα χίλια εννιακόσια σαράντα τέσσερα στο Νταχάου,
 
στα χίλια εννιακόσια σαράντα πέντε στη Χιροσίμα: μετά Χριστόν.



Εδώ παρατηρείται ένας εντυπωσιακός διασκελισμός στη λογοτεχνική στοχαστική διαδρομή του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου, που του παρέσχε τη δυνατότητα ταχύτατης κάλυψης της απόστασης από το «εγώ» στο «εμείς» και που τον έφερε στην πρώτη σειρά των δημιουργών της σύγχρονης ανθρωπιστικής ποίησης.

Έτσι, έγινε κι εκφραστής πανανθρώπινων ανησυχιών κι αγωνιών, που πέρασαν στο στίχο του με τόλμη και δυναμισμό:

«… οι μετοχές του ατσαλιού ανεβαίνουν στη Νέα Υόρκη και το Λονδίνο. Ο πόλεμος βρίσκεται στην πόρτα του κόσμου. Οι επιχειρηματίες συλλογίζονται τα μεγάλα ιδανικά. Παίρνουν απάνω τους την ευθύνη της Ειρήνης, της Δημοκρατίας και της Ελευθερίας. Η κοιλιά των υψικαμίνων τροφοδοτείται με ιδανικά. Όταν τούτο συμβαίνει, ο πόλεμος βρίσκεται στην πόρτα του κόσμου. Τι τρομερή επανάληψη που είναι ο πόλεμος». 

Στην ίδια έκδοση ο ποιητικός στοχασμός διευρύνεται και προς άλλους υπαρξιακούς προβληματισμούς, ενώ παράλληλα ανυψώνεται και προς διαστημικές περιοχές, για να εκφράσει αντίστοιχους οραματισμούς.

«… Ονειρεύομαι τα περιβόλια του διαστήματος.
Ονειρεύομαι τις ακροθαλασσιές του διαστήματος.
Ονειρεύομαι τους «άλλους» ανθρώπους, τον άντρα και τη γυναίκα,
το νέο κορίτσι που μεγαλώνει στον Ωρίωνα, έτος: τρεις χιλιάδες
πεντακόσια της Γης.
Ονειρεύομαι την αιωνιότητα των αστερισμών,
τη μυστική ζωή – την αγάπη των άλλων ανθρώπων.
Δεν έχω μέτρο στα χέρια μου να μετρήσω,
 
Δεν έχω αριθμό που να μπορέσω να χωρέσω στα σπλάχνα μου,
Δεν έχω λέξη για να πω την «καλημέρα»
 
στο πνεύμα του Θεού, στο Διάστημα».



Το διάστημα, τα τελευταία χρόνια, επηρεάζει τη σκέψη μας, κεντρίζει τη φαντασία μας και προκαλεί ψυχικές διεργασίες που ήταν άγνωστες σε παλιότερες εποχές. Ο σύγχρονα στοχαζόμενος Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος δεν μπορούσε ν’ αποφύγει αυτή την επίδραση. Έτσι, με τους αναφερόμενους στο διάστημα στίχους του, μας δίνει τη συνείδηση του «άλλου», του συμπαντικού κόσμου, που είναι ταυτόχρονα υπαρκτός κι άγνωστος και γι’ αυτό το λόγο πιο μαγευτικός.

Στη διάρκεια του 1962 τύπωσε άλλα δύο βιβλία, ένα μελέτημα για τον Ζαλοκώστα και ένα ταξιδιωτικό απόγραφο που αναφέρεται στη μαρτυρική μεγαλόνησο με τον τίτλο Κύπρος, ένα ταξίδι.

Την επόμενη χρονιά (1963) κυκλοφόρησε η συλλογή διηγημάτων Φλαμίγκος και το νεώτερο ταξιδιωτικό βιβλίο Η Αφρική αφυπνίζεται που τιμήθηκε με το πρώτο Κρατικό Βραβείο Ταξιδιωτικής Λογοτεχνίας.

Η συγγραφική και λογοτεχνική πορεία όμως του Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου δεν θα σταματήσει ούτε εδώ. Στα 1965 τυπώνεται σε φροντισμένο τόμο, με ένθετο δίσκο, το αφήγημα Το παραμύθι μιας ζωής και στα 1966 κυκλοφορεί η συλλογή δοκιμίων Ο σύγχρονος άνθρωπος που απόσπασε το Α΄ Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου. Ακολουθεί, στα 1967, ο τόμος με τα δοκίμια Τα γράμματα και η τέχνη. Στα 1970, εκδόθηκε ένας πολυσέλιδος τόμος, με τον τίτλο Τα ποιήματα στον οποίο συγκεντρώθηκε όλη η ως τότε λυρική του εισφορά. Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε και το βιβλίο Αφρικάνικη Περιπέτεια που περιέχει μια συλλογή αφηγημάτων για παιδιά. Ύστερα από δυο χρόνια (1972) δίνει στη δημοσιότητα τα δοκίμια Οι σκληροί καιροί, που τιμήθηκαν με το βραβείο «ΟΥΡΑΝΗ» της Ακαδημίας Αθηνών. Στα 1974, χρονιά κατάρρευσης του αυθαίρετου στρατιωτικού καθεστώτος κι’ αποκατάστασης των δημοκρατικών ελευθεριών, τυπώνεται μια άλλη σειρά δοκιμίων του, τα Αντιλεγόμενα.

Στη διάρκεια του επόμενου έτους (1975) κυκλοφορούν τέσσερα νέα βιβλία του: το αφήγημα Αλληλογραφία, οι συλλογές δοκιμίων Η σιωπή και ο λόγος και Ερήμην των Ελλήνων και το ειδικό κείμενο Κέρκυρα- το νησί της Λυρικής Φαντασίας. 

Το αφήγημα Αλληλογραφία είναι σύνθεση μιας ιστορίας κι ενός σχολίου. Ο αναγνώστης πέρα από την συγκεκριμένη μυθιστορία, παρακολουθεί ένα θεαματικό κονταροχτύπημα παρατηρήσεων, αμφισβητήσεων, ενδοσκοπήσεων, εξομολογήσεων, ακόμα και χλευασμού που «διεξάγεται» μεταξύ του συγγραφέα και της ταραγμένης ψυχής του. Το εγχείρημα είναι πρωτότυπο και ως θέμα και ως είδος λογοτεχνικής γραφής και σύνθεσης. Δίνεται με απαράμιλλο τρόπο η συμπεριφορά των προσώπων που δρουν και ταυτόχρονα καταγράφονται οι αντιδράσεις του συγγραφέα (ως συγγραφέα), οι ανησυχίες του ίδιου, (ως συγκεκριμένης ανθρώπινης ύπαρξης), ενώ παράλληλα εμφανίζονται, στα έκπληκτα μάτια του αναγνώστη, οι συγκρούσεις του αφηγητή (ως συγγραφέα και σύγχρονου στοχαστή), με την ίδια του την ψυχή: 

«αυτή τη στιγμή κατέχω τη συνείδηση πως η ζωή μου πήγε χαμένη. Θα ήθελα, αν είχα τη δύναμη, ν’ αλλάξω τα πάντα: ν’ αρχίσω αλλιώτικα, να κατασκευάσω ένα κόσμο δικό μου, ένα κόσμο που να μεταβάλλεται, να μεταμορφώνεται την πάσα στιγμή…

Έχω βαρεθεί τα λόγια: είπα τόσα πολλά, άκουσα τόσα πολλά, θημώνιασα μέσα μου τόσα πολλά, που έχασαν πέρα για πέρα τη σημασία τους. Έχω βαρεθεί τα βιβλία, αυτά που έχουν γράψει οι άλλοι, αυτά που έχω γράψει εγώ.

Ίσως η μόνη λύτρωση είναι να μη συλλογιόμαστε τίποτε. Αλλά αυτό είναι το ακατόρθωτο. Η κατάρα του ανθρώπου είναι που συλλογιέται. Από τον παράδεισο της Γραφής ο ανέμελος άνθρωπος έφυγε στοχαστής. Το προπατορικό αμάρτημα δεν είναι το μήλο, όποιας λογής μήλο. Είναι το ρώτημα, το «γιατί»; Μόλις οι πρωτόπλαστοι συλλογίστηκαν το πρώτο «γιατί» ο παράδεισος έκλεισε την πόρτα του πίσω τους. Το να θέλεις να μάθεις είναι το πρώτο έγκλημα. Το να πιστεύεις πως μπορείς να μάθεις είναι το δεύτερο. Οι αληθινοί σοφοί είναι εκείνοι που κατάλαβαν αυτό το πράμα. Ολόκληρη η άλλη «σοφία», είναι απλή διακόσμηση…»


Στο ίδιο βιβλίο ο προβληματισμός-στοχασμός, του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου κλιμακώνεται σε διάφορα επίπεδα κι εμφανίζει τις αντιφατικές όψεις της αισιοδοξίας για το δώρο της ζωής και του απελπισμού για το χαμό της. Αποσπούμε το τελευταίο μέρος:

«… Η μεγαλύτερη δόξα του αληθινού ανθρώπου είναι να ξέρει πως κατόρθωσε να μην εξαπατηθεί. Η δόξα και το μαρτύριο (……………) Όταν αναρωτιόμουν πώς θα μπορούσε να ζήσει κανείς χωρίς παραμύθια, ένιωθα το μεθύσι της μικρής καθημερινής απάτης, που προσφέρει κάποια ομορφιά και κάποιο νόημα στη ζωή. Μόνο που ποτέ δεν την είδα διαφορετικά: πάντα, σα μια σειρά κέρινα πρόσωπα, που τα καταλεί η φωτιά. Και συ, δεν είσαι παρά ένα κέρινο πρόσωπο. Σ’ έπλασα με τη θέλησή μου, με την υπνοφαντασία μου και με την αγρύπνια μου, για να μη περάσω ασυντρόφευτος. Σε ονόμασα μακρινή και τρισαγαπημένη φωνή, για να μπορέσω να φτάσω στο απόλυτο μηδέν, χωρίς να δειλιάσω. Τώρα έφτασα πια. Σου στέλνω το στερνό μου χαιρετισμό, το φιλί της αγάπης μου, αν το θέλεις, και σε ρίχνω στις φλόγες. Σε λίγο δε θάσαι παρά μια βρωμερή καπνιά, που ταλαιπωρεί τα ρουθούνια. Κι εγώ ένα φριχτό μαυροκίτρινο άδειο κρανίο –για να σκοντάφτει κάπου το φτυάρι που ανασκαλεύει το χώμα…» 

Ο προσεχτικός, όμως, αναγνώστης του βιβλίου Αλληλογραφία, δεν πρόκειται να μηδενίσει το ενδιαφέρον του για τη ζωή, ούτε να χάσει την πάσα ελπίδα του για ένα καλλίτερο αύριο που κρατά όρθια την ψυχή του. Αντίθετα το ενδιαφέρον του πολλαπλασιάζεται, επεκτείνεται, προεκτείνεται, εμβαθύνεται και ανυψώνεται προς όλες τις κατευθύνσεις των ανθρώπινων προβληματισμών. Τα ανοίγματα αυτά δεν αφήνουν έξω απ’ τους κύκλους των αναζητήσεων ούτε την περίπτωση του ίδιου του συγγραφέα ως συγκεκριμένης ανθρώπινης μονάδας.

Η συγγραφική, όμως, διαδρομή του Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου δεν τερματίζεται ούτε εδώ. Στα 1977 εκδίδεται στη Νέα Υόρκη το βιβλίο του Οι νέοι βάρβαροι και η κατάρρευση της αυθεντίας. Την άλλη χρονιά (1978) δίνει σ’ εκδοτικό οίκο της Αθήνας μια συλλογή διηγημάτων την Ασφυξία. Το 1979 κυκλοφόρησε ένας ακόμη τόμος με δοκίμια. με το γενικό τίτλο Η Ηθική του συμφέροντος. Το 1980 εκδόθηκε το βιβλίο του Όρθιες ψυχές κι’ άλλα παράλληλα θέματα.

Τα περισσότερα βιβλία του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου επανεκδόθηκαν κι άλλες φορές, ενώ παράλληλα μεταφράστηκαν, ορισμένα απ’ αυτά, στα Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ισπανικά, Ολλανδικά και Ρουμανικά. Ο ίδιος ταξίδεψε στη Ηπειρωτική και στη νησιώτικη Ελλάδα, στην Κύπρο, στη Μικρά Ασία, στην Κωνσταντινούπολη, στην Αίγυπτο, σ’ όλες τις χώρες της Δυτικής και σ’ ορισμένες της Ανατολικής Ευρώπης, στην Κίνα και στην Αφρική. Απ’ τα ταξίδια του άντλησε υλικό για τα βιβλία του αντίστοιχου είδους που έγραψε κατά καιρούς. Όλα τα βιβλία του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου προκάλεσαν και προκαλούν το ενδιαφέρον της κριτικής. Έτσι, τα κείμενά του αναλύονται, σχολιάζονται και αποτιμώνται.

Επιλέγουμε χαρακτηριστικές κρίσεις-απόψεις για το λογοτεχνικό του έργο, τον άνθρωπο και τη στοχαστική του παρουσία:

Ο γνωστός λογοτέχνης, κριτικός κι Ακαδημαϊκός Παντελής Πρεβελάκης, σ’ ένα πρόσφατο χαιρετιστήριο κείμενό του καταλήγει: «… Η παρουσία του ανάμεσά μας με έκαμε συνάμα να φανταστώ ένα νεοελληνικό πολιτισμό, που θα έφταναν να τον ενσαρκώσουν μια διακοσαριά άνθρωποι της τέχνης, της επιστήμης και της πράξης, αν ο καθένας τους είχε το μέγεθος του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου…»

Ο Ευάγγελος Παπανούτσος, κορυφαίος εκπαιδευτικός κι έξοχος ερευνητής των προβλημάτων του νου, της ψυχής και της αισθητικής δίνει μια συνθετική εικόνα της πνευματικής και καλλιτεχνικής περίπτωσης του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου: «…Ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος συνδυάζει, όσο λίγοι τεχνίτες και των σημερινών και των παλαιότερων Γραμμάτων μας, δύο αρετές, την ευαισθησία και την λογιοσύνη. Η ευαισθησία του, πλούσια και πηγαία, χρωματίζει με ιδιαίτερο τόνο το κείμενό του και δίνει στο λόγο του ένα λυρικό πάντοτε παλμό και η λογιοσύνη του κάνει το βιβλίο του στερεό και σίγουρο, καλοχτισμένο και φωτισμένο…»

Ο πρωταγωνιστής του Εθνικού Θεάτρου Αλέξης Μινωτής δίνει από μια άλλη σκοπιά, την μαρτυρία του: «… κρατώ πάντα στη μνήμη μου την διδασκαλία που πήρα από τον Ι. Μ. Παναγιωτόπουλο, με ευγνωμοσύνη κι ευχαρίστηση. Όχι μόνο δεν πειράχθηκα απ’ αυτήν, αλλά ένιωσα την αξία της και την μετουσίωσα». 

Ασχολούμενος ο Πέτρος Γλέζος, γνωστός λογοτέχνης και κριτικός, με την πολυμέρεια του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου, αποφαίνεται: «…και η ρήση του Σολωμού «πάντα ανοιχτά, πάντα άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου» μπορεί να θεωρηθεί πως ανάλογα χαρακτηρίζει τη ζωή και το έργο του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου…»

Το ίδιο επαινετικά εκφράσθηκαν για το έργο του Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου πολλοί άλλοι πνευματικοί άνδρες και ειδικοί κριτικοί της λογοτεχνίας. Πάντως, από τα ελάχιστα δείγματα που αποσπάσαμε, μπορεί να σχηματισθεί μία αμυδρή, έστω, εικόνα της απήχησης που προκάλεσε η λογοτεχνική και στοχαστική του παρουσία στα 60 χρόνια της διαδρομής της.

Ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, δεν περιορίσθηκε όμως μόνο στη συγγραφή λογοτεχνικών κι άλλων κειμένων. Η ζωή δεν τον άφησε αδιάφορο. Δημιούργησε δική του οικογένεια και απέκτησε τρία παιδιά, δύο αγόρια και μια θυγατέρα.

Πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής, σταδιοδρόμησε επαγγελματικά ως εκπαιδευτικός της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Δίδαξε, παράλληλα, στο «Διδασκαλείο της Μέσης Εκπαίδευσης» και στο «Αθήναιον». Με τις ικανότητές του και την ευσυνείδητη εργασία του επέτυχε να δημιουργήσει άριστη φήμη συνειδητού εκπαιδευτικού επιχειρηματία με καλές οικονομικές απολαβές.

Παράλληλα, ανάπτυξε πολύπτυχη δημοσιογραφική, πολιτιστική και κοινωνική δραστηριότητα που πολλές φορές τον έφερε στο προσκήνιο της ζωής και του γενικού ενδιαφέροντος.

Συνεργάσθηκε με τις εφημερίδες Πρωία κι Ελευθερία της πρωτεύουσας και μ’ όλα σχεδόν τα αξιόλογα λογοτεχνικά και πολιτιστικά περιοδικά του κέντρου και των επαρχιών. Ίδρυσε μαζί μ’ άλλους έντεκα, την πασίγνωστη «Λογοτεχνική Ομάδα των Δώδεκα». Διατέλεσε μέλος Διοικητικού Συμβουλίου της «Εθνικής Πινακοθήκης» κι αντιπρόεδρος του αντίστοιχου Συμβουλίου «Εθνικού Θεάτρου». Συμμετέσχε στην Επιτροπή της «Βασικής Βιβλιοθήκης» και για ένα διάστημα ήταν πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΡΤ.

Στην πρώτη μεταδικτατορική Υπηρεσιακή Κυβέρνηση έγινε Υπουργός Πολιτισμού και Επιστημών. Στα 1976, το Πανεπιστήμιο της Αθήνας τον ανακήρυξε τιμητικά διδάκτορα της Φιλοσοφικής Σχολής του.

Ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, ευρισκόμενος στην αρχή του τέλους της επίγειας περιπέτειας αισθάνθηκε την ανάγκη ενός πνευματικού απολογισμού. Έτσι έγραψε ένα κείμενο με τον τίτλο Ώρα απολογισμού. 

Ο ποιητής απομυθοποιεί μόνος του την περίπτωσή του και μας δίνει τις κυριότερες φάσεις της πνευματικής του πορείας. Με τον τρόπο αυτό βοηθά τον προσεχτικό αναγνώστη των έργων του και του παραδίδει τα «σφραγισμένα» σταθμά για να ζυγίσει μόνος του την όποια αξία της συγγραφικής του εισφοράς.

Από το βαθυστόχαστο και ειλικρινέστατο αυτό κείμενο αποσπούμε την τελευταία παράγραφο: 
«…όπως κάθε συνειδητός άνθρωπος, πάλαιψα για να μπορέσω κάπου να στεριώσω τα πόδια μου και από πόσες περιοχές χρειάσθηκε να περάσω κι’ εγώ, σαν τους «λίμβους» της «Θείας Κωμωδίας», πέφτοντας από λαγούμι σε λαγούμι και μεταμορφώνοντας τη ζωή σε διαδοχικά πεσίματα και διαδοχικές εγέρσεις. Η έγερση νομίζω πως θα συντελεσθεί μέσα μου όταν και η οριστική πτώση θα φανερωθεί στο βάθος των οριζόντων του λυκόφωτος…»

Με την επιγραμματική και «εκ βαθέων» αυτή εξομολόγηση δίνεται σ’ αδρές γραμμές, μια εικόνα της επίπονης πνευματικής του έρευνας, της στοχαστικής του προβληματικής και της λογοτεχνικής του δημιουργικής. Το απόσταγμα όμως της υπαρξιακής του αγωνίας σταλάζει στους οκτώ ύστερους στίχους του τελευταίου ποιητικού του βιβλίου:

«… Σκύβω στο χώμα, στη μοναξιά,
αφουγκραίνουμαι τον καλπασμό των αιώνων
περίτρομος, αισιόδοξος, απελπισμένος.
Θέλω να πω τη στερνή «καληνύχτα»
Θέλω να πω τη στερνή «καλημέρα».
Να καρφώσω ένα βαθύ τριαντάφυλλο
στα στέρνα των κόσμων.
Να το καρφώσω και να περάσω…»



Μια βαθύτατα συνειδητή αίσθηση της ολίγιστης ανθρώπινης δυνατότητος. Ένας αισιόδοξα απελπισμένος χαιρετισμός αγάπης. Κι’ ένα βλέμμα τρυφερότητας προς τη ζωή και την ομορφιά της πλάσης.
Έξι ολόκληρες δεκαετίες ο πνευματικά εγρήγορος και ποιητικά δημιουργικός ανθρώπινος οργανισμός που έγινε γνωστός με τα στοιχεία: «Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος», μελετά το παρελθόν και το παρόν. Οραματίζεται το μέλλον. Στοχάζεται και προβληματίζεται. Ερευνά κι αναζητά την αλήθεια. Αφομοιώνει τις γνώσεις, βιώνει τα γεγονότα. Ζει με το σώμα και με το πνεύμα όλα τα στοιχεία της εποχής του. Βαθαίνει και πλαταίνει τα ψυχικά και τα νοητικά του όρια. Βελτιώνει ακατάπαυστα τις εκφραστικές –λογοτεχνικές του ικανότητες κι ανανεώνει συνεχώς τη μορφή και το περιεχόμενο του λόγου του. 

Έτσι, στη σύνθεση της πολλαπλής εισφοράς του βρίσκουμε, τουλάχιστο, μια γνήσια λογοτεχνική και πολύτιμα ωφέλιμη καταγραφή της ανθρώπινης αντιφατικής συμπεριφοράς στο αντίστοιχο διάστημα της εξηντάχρονης διαδρομής του. Αυτή η υπεύθυνα ειλικρινής κι αγωνιώδης καταγραφή μπορεί ν’ αποδειχθεί μακροπρόθεσμα αναλλοίωτη και διαχρονικά άφθαρτη. Τούτο, αν συμβεί, θ’ αποτελέσει και την υπέρτατη καταξίωση του όλου έργου του.

1 Ομιλία που εκφωνήθηκε ενώπιον του Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου στο Αιτωλικό στις 5-12-1980, κατά την απονομή του Χρυσού Μεταλλίου της Πόλεως.


ΕΚΛΟΓΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ
Ι. Μ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

  • Βαφόπουλος Γ. Θ., Ποίηση και ποιητές, εκδ. Ιωάννης Ρέκος και Σία Ο.Ε., Θεσσαλονίκη 1983.
  • Γιάκος Δημ., «Ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος και η πνευματική παρουσία του», περ. Ρίζα Αγρινιωτών, εκδ. Σύλλογος των εν Αθήναις Αγρινιωτών, τευχ. 16-17, Ιούνιος 1994 σ.14.
  •  
  • Γιάκος Δημ., Ι.Μ.Παναγιωτόπουλος: ο ποιητής, ο πεζογράφος, ο κριτικός, τυπογρ. Καραμαλέγκου, Αθήνα 1951.
  • Γιάκος Δημ., Λυρικοί της Ρούμελης, Αθήνα 1958.
  • Γιάκος Δημ., Μορφές της Ελληνικής Λογοτεχνίας, εκδ. Φιλιππότη, Αθήνα 1982.
  • Δημάκης Μηνάς, Λογοτεχνικά δοκίμια και μελέτες, εκδ. «Βάκων», Αθήνα 1969.
  • Δικταίος ?ρης, Ανοιχτοί Λογαριασμοί με το χρόνο, εκδ. Γ. Φέξη, Αθήνα 1963.
  • Ελληνική Ταξιδιωτική Λογοτεχνία, επιμ. Αννίτας Π. Παναρέτου, τομ. Γ΄, 20ος αιώνας: Η άνθηση και η ακμή, εκδ. Επικαιρότητα, Αθήνα 1995.
  • Ζακυθηνός Διον., Νεοελληνική κριτική, εκδ. Ζαχαρόπουλου, Αθήναι 1956.
  • Ζάππας Τάσος, «Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, ένας κορυφαίος πνευματικός ταξιδιώτης», περ. Πνευματική Ρούμελη, τευχ. 16, 1982, σσ. 22-24.
  • Θρύλος ?λκης, Μορφές της Ελληνικής Πεζογραφίας και μερικές άλλες μορφές, Αθήνα 1962.
  • Καραντώνης Ανδρέας, Νεοελληνική Λογοτεχνία. Φυσιογνωμίες, τόμ. Α΄-Β΄, Γ΄ έκδοση. Συμπληρωμένη με νέες φυσιογνωμίες και βιογραφικά, εκδ. Δημ. Ν. Παπαδήμα, Αθήνα 1977.
  • Μαστροδημήτρης Παναγιώτης Δ., Νεοελληνικά: Μελέτες και άρθρα, τομ. Γ΄, εκδ. Γνώση, Αθήνα 1992.
  • Μητσάκης Κ., Σημεία Αναφοράς Μελέτες Νεοελληνικής Φιλολογίας, εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1987.
  • Παναρέτου Αννίτα Π., Εργογραφία – Βιβλιογραφία του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου, Αφιέρωμα στον Ι. Μ. Παναγιωτόπουλο, Θεσσαλονίκη 1989, σσ. 15-19.
  • Παπαδημητρίου Κων. Δ., Γνωριμία 60 λογοτεχνών. Ανθολόγηση, κριτική και θεώρηση της ζωής και του έργου τους, τόμος Β΄, εκδ. Ντουντούμη, Αθήνα 1998.
  • Παπανούτσος Ευαγγ. Π., «Χαιρετισμός στον Ι. Μ. Παναγιωτόπουλο: Εξήντα χρόνια πνευματικής παρουσίας», επιμ. Γιώργου Θ. Βαφόπουλου, περ. Τετράδια Ευθύνης, Αθήνα 1979.
  • Παράσχος Κλέων, Έλληνες Λυρικοί. Από το Σολωμό έως σήμερα. Και τρία δοκίμια (Τι είναι ποίηση-Ησίοδος-Σαπφώ), Αθήνα 1953.
  • Πολίτης Θ. Μ., «Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος. Τα παιδικά του χρόνια στο Αιτωλικό», περ. Επίκαιρα Αιτωλοακαρνανίας, τευχ. 50, Νοέμβριος 1999, σ. 22.
  • Πολίτης Θ. Μ., Σκιαγραφήσεις Λογοτεχνών, Β΄ έκδοση, εκδ. Πολύπλευρο, Μεσολόγγι 1986.
  • Τσάκωνας Δ., Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, 3 τόμοι, Αθήνα 1981.
  • Τσάκωνας Δ., Λογοτεχνία και κοινωνία στο Μεσοπόλεμο, Αθήνα 1987.
  • Τσούρας Νίκος, Η δεσποτεία του Λόγου. Δοκίμια, εκδ. Τ. Πιτσιλού, Αθήνα 1984.
  • Χάρης Πέτρος, Έλληνες πεζογράφοι, τόμ. Ζ΄, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 1986.
  • Χατζίνης Γ., «Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος», Νέα Εστία, τομ. 48 και 49, σ. 902 και 213.
  • Χατζίνης Γ., Προτιμήσεις. Ελληνικά Κείμενα, εκδ. Γ. Φέξη, Αθήναι 1963.

 


 

 

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε την εμπειρία χρήσης σας. Χρησιμοποιώντας αυτή την ιστοσελίδα αποδέχεστε τους όρους μας. Όχι, θέλω να μάθω περισσότερα.