ΓΚΟΡΠΑΣ ΘΩΜΑΣ

κείμενα: ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΥΒΑΡΑΣ, ΚΩΣΤΑΣ ΑΘ. ΞΥΓΚΑΣ-ΝΕΡΟΜΑΝΙΩΤΗΣ

Ένας Μεσολογγίτης ποιητής οι καταβολές και οι διαδρομές του 1

Η Αιτωλοακαρνανία, μία από τις ευφορότερες λογοτεχνικά περιοχές της επικράτειας, έχει βαθιές πνευματικές καταβολές και τη μεγαλύτερη ίσως πυκνότητα ποιητών ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο. Ειδικότερα το Μεσολόγγι, ακένωτη δεξαμενή, τροφοδότησε τον Μινώταυρο του κέντρου με πλειάδα ποιητών πρώτης γραμμής: Παλαμάς, Μαλακάσης, Λιμπεράκης, Λαπαθιώτης, Γκόλφης, Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, Ζώτος.

Ισχυρός κρίκος αυτής της αλυσίδας είναι ο Θ. Γκόρπας. Γεννήθηκε το 1935 που είναι και επίσημη γενέθλια χρονιά του ελληνικού υπερρεαλισμού (εκδίδεται η Υψικάμινος), από τον οποίο -και με τον νόμο των συμπτώσεων- δεν βγαίνει ανεπηρέαστος. Ο ίδιος έχει δική του υψικάμινο που αφομοιώνει ετερόκλητο γλωσσικό μετάλλευμα παράγοντας το ιδιότυπο έργο του. Νωρίς εξάλλου, ψημένος στην υψικάμινο της βιοπάλης, ζυμώθηκε με τους καημούς της λιμνοθάλασσας, με τον ιδρώτα, το αλάτι των λαϊκών στρωμάτων. Γέννημα θρέμμα της αλμυράς γης που εξέθρεψε τόσους ποιητές. Από ένα τέτοιο υπέδαφος αρδεύεται ο πικρός κάποτε λυρισμός του, το υφάλμυρο χιούμορ, αλλά και η ευθύτητα, η έλλειψη επιτήδευσης.

Έχοντας αναπνεύσει παιδιόθεν το ιώδιο, την αδικία, την ομίχλη, την αχλή των θρύλων της πόλης του, έχει κληρονομήσει, συν τοις άλλοις, μια αίσθηση διαρκούς πολιορκίας και δυσφορίας. Το δικό του Μεσολόγγι δεν έχει έξοδο, διέξοδο από το δίχτυ της μετέπειτα νοσταλγίας. Πλωτή πόλη, τον ακολουθεί παντού κι ας μην κατονομάζεται ρητά:

«Έχει μια καρδιά κλειστή και μέσα ήλιος.
Και πίσω από τον ήλιο της βουνά γαλάζια γκρι.
Και πίσω από τα βουνά μια θάλασσα με κοράλλια.
Και πίσω από τη θάλασσα των κοραλλιών η πόλη των εκπλήξεων.
Και πίσω από την πόλη των εκπλήξεων πάλι θάλασσα η θάλασσα…»



«Από το 1954 η Αθήνα για μένα και την ποίησή μου, είναι άλλη μια φορά το Μεσολόγγι», δηλώνει σε συνέντευξή του. Aνατροπέας εξ ιδιοσυγκρασίας, αντιδιανοούμενος εκ πεποιθήσεως, αντιεξουσιαστής από κούνια. Δέσμιος ίσως και υποσυνείδητα της ιδιαίτερης φόρτισης του βιβλικού του ονόματος. Ναι, ο Θωμάς πάντα αναδιφεί, αναθεωρεί, απιστεί. Πρωτοεμφανίζεται το 1957, με τη συλλογή Σπασμένος καιρός. Τίτλος φορτισμένος, με συνωστισμό συνυποδηλώσεων. Στο επίθετο «σπασμένος» λανθάνει ίσως καρυωτακική καταγωγή: «έχω κάτι σπασμένα φτερά… Ο Γκόρπας, ωριμασμένος πρόωρα από τις συνθήκες, ξέρει τι να κάνει αυτά τα φτερά, το ταξίδι του το έχει αρχίσει με την κατάληψη του δρόμου, μετατρέποντας την απαισιοδοξία σε μαχητική βελτιοδοξία.

Με την πρώτη του συλλογή οριοθετεί το χώρο που θα γεωργήσει σταθερά. Διευρύνει την αστική τοπιογραφία που εγκαινιάζει ο Καβάφης, μπολιάζοντάς την με την εμπειρία του εσωτερικού μετανάστη. Κατεβάζει την ποίηση από τη θαλπωρή του γραφείου στην «άσφαλτο» -η δεύτερη λέξη που κομίζει στην ποίηση.

Στις επόμενες συλλογές πυκνώνουν οι κόμβοι και οι οδικές αρτηρίες με τον άξονα Ομόνοια-Πετράλωνα, το ποίημα Οδός Αχαρνών, την οδό Σταδίου, τη γωνία Πατησίων και Χέυδεν. Κορύφωσή του ο μεγάλος δρόμος του Μεσολογγιού. Ο Γκόρπας αδελφοποιεί τις δύο πόλεις σύροντας νοητό άξονα ανάμεσά τους τις μυθικές γραμμές των στίχων του. Με την εμφάνισή του, λοιπόν, αφήνει οδόσημα, άγουρος βάρδος της άγραφης εποποιίας των δρόμων, των ακατάσχετων παλιρροϊκών τους κυμάτων.

Στις επόμενες συλλογές του Παλιές ειδήσεις 1966, Πανόραμα 1975, Στάσεις στο μέλλον 1979, Τα θεάματα 1983, Περνάει ο στρατός 1983, αποκρυσταλλώνονται τα υφολογικά του γνωρίσματα και διευρύνεται η θεματική του. Σκιαγραφεί αδρά το ύφος μιας άλλης Ελλάδας, διασώζοντας θύλακες αυθεντικότητας, εικόνες μαγικές που αναδίδουν ιθαγένεια, με πολλά στοιχεία από εκείνη της μεταφυτευμένης υπαίθρου στον εξαστισμένο χώρο. Στιγμές ανόθευτες, μακράν του εξωραϊσμένου ελληνοκεντρισμού της γενιάς του ’30. Μια Ελλάδα που προσπαθεί υπό την σκιά του αστυνομικού κράτους, να υπάρξει, να επουλώσει: «Υπάρχουμε ως ανοιχτές πληγές, υπάρχουμε ως υπογραφές κόκκινες κατακόκκινες της φωτιάς/ σ’ απίθανα σημεία της νύχτας»!

Κανένας θαρρώ δεν περιέθαλπε επιμελέστερα τις πληγές της γενιάς του.
Η δραματικότητα εναλλάσσεται με την καυστικότητα, η βλαστήμια με την προσευχή. Κάποτε τα έξοχα λυρικά του ανοίγματα τα διαδέχονται άνισες ταλαντώσεις. Ο Γκόρπας λακτίζει προς κέντρα, ιερά βέβηλα (πολιτικά, λογοτεχνικά). Συνήθης σκηνικός του χώρος ένα λαϊκότροπο περιβάλλον, ταπεινά ουζερί, μπαρ κ.ά. Σύγχρονος του Βιγιόν, προγενέστερος των μπιτ, προλαλήσας της περιώνυμης γενιάς του ’70. Αθεράπευτος ιδαλγός και λάτρης λαϊκών ασμάτων (εγκιβωτίζει συχνά στίχους τους) αλλά και ωτακουστής «ρουμελιώτικων σκοτεινιασμένων μοιρολογιών» ιδρύει τον παράδεισό του επι γης.

Στο μεταίχμιο των δεκαετιών ’50 ’60 –επισημαίνουν γλωσσολόγοι, κριτικοί, κοινωνιολόγοι- παρατηρείται στροφή και τομή στα γλωσσικά δρώμενα. Στις δρομολογήσεις αυτών των εξελίξεων παρών και ο Γκόρπας ανήκει στους πρωτεργάτες της ανανέωσης της ποιητικής γλώσσας. Η συμβολή του έγκειται και στο ότι ανοίγει την πόρτα, εκτελωνίζοντας πλέον στην ποιητική επικράτεια πλήθος λέξεων, αδιανόητο στο προπολεμικό λεξιλόγιο, ενσωματώνοντας κατεξοχήν «αντιποιητικές» λέξεις, αγοραίες εκφράσεις, λαϊκές, της αργκό, βωμολοχίες. Και όχι χάριν πρόκλησης αλλά από ανάγκη επιτακτικής αμεσότητας και γνησιότητας. Διευρύνει τα όρια της γλώσσας εντάσσοντας λειτουργικά στο ποιητικό σώμα «κακές» λέξεις, εμπλουτίζοντας τη σύγχρονη αστική που μπορεί να εκφράσει πλέον πειστικότερα τις άμεσες κοινωνικές ανάγκες, την καταγγελία. Με τον Γκόρπα, η ποιητική γλώσσα ενηλικιώνεται έτι μάλλον καθώς πολιτογραφεί πληθώρα απόβλητων λέξεων, όρους της πραγματικότητας.

Αν ο Σινόπουλος είναι ένας άνθρωπος που έρχεται συνέχεια από τον Πύργο (δεν αναφέρω τυχαία το όνομα, υπαινίσσομαι και εδώ συγγένειες βάθους), ο Γκόρπας είναι ένα διαρκώς πολιορκημένο από καημούς και περιφρονημένο Μεσολόγγι. Λιμναίος, πλωτός, μετέωρος ανάμεσα σε δύο πόλεις –πόλους, που τις αδελφοποιεί να μην τον συνθλίψουν. Μεσολογγίτης, Μεσολογγεύς, Μεσολογγέας. Για να επιτονίσω περισσότερο με τη μανιάτικη κατάληξη την εμμονή του στην πόλη του.

Το Μεσολόγγι με το Μεγάλο Δρόμο του είναι η κεντρική αρτηρία που διασχίζει την ποιητική ενδοχώρα του Γκόρπα. Έπος του ανοιχτού χώρου σε συνειδησιακή ροή. Θαρρείς πως από το πρώτο του κιόλας ποίημα «Οδός Αθηνάς», και όλα τα μέχρι τώρα ήταν προπόνηση, πιλοτικές ασκήσεις για να χαραχθεί ο Μεγάλος Δρόμος, όπου μνημειώνεται μοναδικά το αείροο παλιρροϊκό κύμα –οδός άνω και κάτω- της άστατης ανθρωποθάλασσας, όπου συνωστίζονται, αλληλοδιασταυρώνονται γενεές επί γενεών. Μια μνημονική ταινία που έχει διασώσει τη στρωματογραφία, ίχνη επί ιχνών, αγωνιστών, εργατών, μπακαλόγατων, παρακατιανών, κοριτσιών, πληθυσμιακός καταιονισμός όλων των εποχών, μοναδική ανθρώπινη τοιχογραφία- λιτανεία: «Μεγάλε Δρόμε σπαραγμέ παγιδευμένη νιότη ορυχείο κομμένο απ’ το φως/ Μεγάλε Δρόμε σπαραγμέ… σου χαρίσαμε αναστεναγμούς πουλιά και λόγια τρυφερά φλογερά φλογερά την καρδιά μας επί πίνακι».

Η λέξη Δρόμος με το βαρύ σημασιακό της φορτίο είναι μια άλλη λέξη -σήμα που κομίζει στην ποίηση ο Γκόρπας, ανοίγοντας δρόμους στην έκφραση και χρωματίζοντας τη γλώσσα.

Η ποίηση λένε είναι σαν το ποτάμι, δεν τελειώνει, συνεχίζεται μέσα μας. Και ο Θωμάς Γκόρπας έχει στιγμές από θυμωμένο Αχελώο.

Γιάννης Κουβαράς

 

 

 

Σκιαγράφηση της ζωής και του έργου του Μεσολογγίτη ποιητή

Το να καταπιαστεί κανείς, να σκιαγραφήσει και να γράψει για τον Θωμά Γκόρπα, γι’ αυτόν τον διαχρονικό και αξεπέραστο εκπρόσωπο της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς ποιητή, δεν είναι και τόσο εύκολο εγχείρημα. Ο άνθρωπος αυτός, ο βέρος Μεσολογγίτης, ο ποιητής Γκόρπας δεν συμμαζεύεται ούτε σε πάπυρο, ούτε σε περγαμηνή, ούτε σε χαρτί. Είναι πλασμένος από ατσάλι. Από ατσάλι είναι πλασμένη η νόησή του, από ατσάλι τα γραπτά του, ατσάλινος ακόμα είναι και ο λόγος του –ατσάλινη ρομφαία- που εξέρχεται από το «έρκος των οδόντων του». Και το ατσάλι δεν συμμαζεύεται και δεν τυλίγεται στο χαρτί…

Ο Γκόρπας, γεννήθηκε στο Μεσολόγγι, στην Ιερά Πόλη της Αιτωλίας, το 1935. Ο ίδιος ο ποιητής αυτοβιογραφούμενος γράφει: 

«Γεννήθηκα στο Μεσολόγγι το 1935, επίσημη χρονιά του ελληνικού σουρεαλισμού… Τα μαθήματα του Δημοτικού, τα άκουσα, μέσα σε μια αποθήκη κρασιών, στο πίσω μιας καρβουναποθήκης, λόγω επιτάξεως των σχολείων… Από το 1945, έως το 1950 έπαιξα Καραγκιόζη, με δικές μου φιγούρες… Το καλοκαίρι του 1951, μαζί μ’ άλλους δύο συμμαθητές κατασκεύαζα φιλολογικό περιοδικό και λειτουργούσα πρωτόγονο κινηματογράφο… 1949-50 έγραψα τους πρώτους μου συνειδητούς στίχους, χωρίς ρίμες… Το 1952 άνοιξε ο φάκελός μου στην Ασφάλεια, με πρώτες εγγραφές την ηγετική μου συμμετοχή σε μαθητική διαδήλωση υπέρ της Ενώσεως της Ελλάδας με την Κύπρο…, την ασέβειά μου κατά την ώρα της ομαδικής προσευχής, την ανάγνωση κομμουνιστικών εφημερίδων («Νεολόγος Πατρών», «Βήμα», «Ελευθερία» κ.ά.), την ανάγνωση «κομμουνιστικών βιβλίων» (Μπαλζάκ, Ντοστογιέφσκι, Γκόρκι κ.ά.)… Στο παράρτημα Ασφάλειας, είχαν καταθέσει ο Γυμνασιάρχης και οι περισσότεροι καθηγητές μου και δυστυχισμένοι άνθρωποι όπως 3-4 συμμαθητές και φίλοι μου, μέλη αριστερών οικογενειών… Το 1953 στο απολυτήριό μου, με άριστα το 20, στη γυμναστική (μέλος των ομάδων βόλεϋ και μπάσκετ και πρωταθλητής στους περιφερειακούς μαθητικούς αγώνες στην δισκοβολία με κατάρριψη του πανελληνίου ρεκόρ) είχα 10, στα Νέα Ελληνικά (με 2-3 κόλλες αναφοράς στην έκθεση) 11, στα Αρχαία Ελληνικά (διάβαζα από το πρωτότυπο, χωρίς μεταφραστικό βοήθημα έως και Θουκυδίδη) 11… Την ίδια χρονιά και την επόμενη απορρίφθηκα στις εξετάσεις της Νομικής λόγω του φακέλου. Το 1954, ήρθα πρώτος στις εξετάσεις της Παντείου, πήγα σε δύο τρία μαθήματα κι από τότε δεν έχω περάσει ούτε απ’ έξω. Δεν επρόκειτο περί σχολής, αλλά περί στάβλου. 500-600 φοιτητές σε μια αίθουσα που βρώμαγε κάτουρο, ποδαρίλα και βομβαρδίζονταν από χιλιάδες στραγάλια και σαίτες… Ήδη δούλευα μεταφορέας… Από το 1955 έως σήμερα, δούλεψα λογιστής, τοιχοτρίφτης, επιμελητής εκδόσεων, μπογιατζής, παλαιοβιβλιοπώλης, συντάκτης στον Ημερήσιο Τύπο («Ανεξάρτητος Τύπος», «Μεσημβρινή», «Εξπρές», «Νέα Πολιτεία»). Ακόμα υπήρξα συντάκτης ή Αρχισυντάκτης στα Περιοδικά «Ρουμελιώτικη Βίγλα», «Ο Λογοτέχνης», «Η τέχνη στην Αθήνα», «Η Καλλιτεχνική», «Μουσικά Θέματα», και σύμβουλος εκδόσεως της «Ποιητικής Αντιανθολογίας». Το 1979 εκπροσώπησα την Ελλάδα στο πρώτο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Μπητ στην Όστια της Ρώμης. Εργασίες μου πολύχρονης έρευνας για το Μεσολόγγι, την Αθήνα, το λαϊκό τραγούδι, τον Καραγκιόζη και την Πρωτοπορία του 1920, παραμένουν στα συρτάρια μου…».

Για την ποίηση και την καταγωγή του, σε μια εκδήλωση που οργάνωσε προς τιμή του η Ένωση Αιτωλοακαρνάνων Λογοτεχνών στο Τριφύλλειο Μέγαρο, έδωσε τις εξής πληροφορίες: 

«…Είμαι 500 ετών Μεσολογγίτης και 50 ετών ποιητής… Εγώ έρχομαι από τον Κάλβο, τον Τριαντάφυλλο Σποντή, τον Στασινό Μικρούλη, τον Καρασούτσα, τον Βαλαβάνη, τον Παπαδιαμαντόπουλο, τον Καμπά, τον Μαλακάση, τον Λιμπεράκη, τον Βάρναλη, τον Φιλύρα, τον Καρυωτάκη. Γι’ αυτό και συναντήθηκα με τον Εμπειρίκο, τον Εγγονόπουλο, τον Ελύτη, την Πολυδούρη και τον Ζώτο… Είμαι απόγονος του Ρήγα Φεραίου, του Αλή Πασά, του Καραϊσκάκη, του Ανδρούτσου… Είμαι απόγονος του Ρόκου Χοϊδά, του Βελουχιώτη, του Μπελογιάννη, του Πλουμπίδη, του Λαμπράκη –αυτών των δολοφονημένων από την σύμπραξη εχθρών και συντρόφων τους…».

Ο Θωμάς Γκόρπας είναι ένας πολυτάλαντος ποιητής. Τα θέματά του είναι πρωτότυπα και διαχρονικά, είναι ο ποιητής του παρελθόντος, του παρόντος αλλά και του μέλλοντος, γιατί τα ποιήματά του δεν τα αγγίζει ο χρόνος, αυτός που με την αχλύ του σκεπάζει τα πάντα. Κι’ αυτό συμβαίνει με τον Γκόρπα, γιατί τα θέματά του είναι γνήσια. Έτσι λοιπόν είναι γνήσια και η ποιητική του φωνή. Ο Γκόρπας έφερε μια καινούργια πρωτόγνωρη πνοή στην ποίησή μας, που δεν μπαίνει σε καλούπια και σχήματα. Είναι ακόμα πηγαίος σε κάθε του σύλληψη. Πολλές φορές ο στίχος του, έτσι που παρουσιάζει μια περίεργη ανομοιογένεια ύφους, κατρακυλά με πάταγο από τις ηλιόλουστες κορφές του Παρνασσού ωσάν του καταρράχτη των νερών. Ακόμα ο στίχος του Γκόρπα πολλές φορές, σε κόβει όπως το κοφτερό μαχαίρι αλλά δεν σε πληγώνει. ?λλοτε είναι μειλίχιος σαρκαστής, αλλά κι άλλοτε, άγριος σαρκαστής, κι’ άλλοτε ειρωνικός, κι άλλοτε δεν διστάζει να γίνει και αθυρόστομος και σίδερο κόκκινο – αναμμένο, καυστικός, ειρωνικός και σκώπτης δεινός. Τις περισσότερες όμως φορές, εκεί που πάει να σε εξοργίσει, με μυστήριο τρόπο, σε γεμίζει συγκατάβαση. Ιδού ένα τέτοιο δείγμα:

Αλλά κανείς δεν φεύγει
Πόλη κρυόκωλη και πόλη αργόμισθη και πόλη σαφρακιασμένη
 
πρόωρα γερασμένη κιτρινιάρα κομπλεξικιά φτωχοπουτάνα… Πάντες
οι χτεσινοί πρεντζόβλαχοι και βρωμοποδαράδες ριγούν από ευτυχία
μέσα στην αγκαλιά σου πλήρως ικανοποιημένοι γαμώντας το μοτοσακό τους
τα μηχανάκια τους τις μηχανάρες τους τα αυτοκίνητά τους
πληρώνοντας τη βεντζίνα τους σαν κατσικίσιο γάλα και οι μαμάδες
απαυτώνονται τηλεοπτικώς αγοράζουν στα σούπερ μάρκετ το καταπέτασμα
για τα… παιδάκια τους…
…………………………………………………………………
βλαχιά της πόλεως λέπρα της πόλεως νέφος της πόλεως τα στήθια
 
σάπιες βάρκες κι’ ο καθαρός αέρας μόνο στ’ απομονωμένα χωριά
κι’ αυτά μόνο για τους τουρίστες…
…………………………………………………………………
Χαθήκαμε
χεστήκαμε στο τάληρο
μπερδεύτηκαν τα μπούτια μας
και θα ξαναπάμε στο χωριό μας να μην πεθάνουμε
και θα ξαναπάμε στο χωριό μας για να πεθάνουμε καλύτερα…



Κι’ αλλού:

«…………………………………………………………
» Γύρω και μέσα τους χακί χακί χακί χακί χακί
 
κι’ η ματωμένη άρνηση για την «πορεία» και τη «βολή»
να τους τρελαίνει να τους αγκυλώνει
σκατά χακί κι’ οι βλοσυρές στιγμές σαν τα σπασμένα ντρίλια
κουρέλια για την πιο βασανισμένη τους ελπίδα
που την κρατάνε σαν γλυκιά ανάμνηση και σαν αγαπημένη μουσική
από πολύτιμο φιλί με δόντια και με χείλια…



Ακόμα κι’ ετούτο:

«Ο μπαμπάς του υπήρξε ιδεολόγος 
πήγε και ξαναπήγε εξορία
και τώρα τύπος και υπογραμμός
στην εκλεκτή του ενορία
τώρα ένας πρώην θλιβερός
 
άσσος στις συμβουλές που τρώει
απ’ το παχύ φαϊ μιανής κυρίας
κάποτε μισητής πολύ ονόματι υπεραξίας…
……………………………………………………
»Η μαμά
Νεάζει δρα με νεανίσκους στα κρυφά
Στα φανερά παίζει κουμ καν με πάθος…
……………………………………………………
»Η μαμά
λέει τον άντρα της στημένη λεμονόκουπα
το γιό της κόκκινο μπαλόνι έτοιμο να σκάσει
……………………………………………………
»Τώρα το παιδί υπηρετεί στο ναυτικό
η Αριστερά τονίζει πως υπηρετεί αυτή
η Δεξιά γνωρίζει τον μπαμπά και δεν ανησυχεί
το Κέντρο δεν ενδιαφέρεται περί φακέλλων
εγώ του νεαρού τούφκιαξα φάκελλο για την Αριστερά
αλλά αυτή με θεωρεί και με το δίκηο της δεξιό…»



Ο Θωμάς Γκόρπας είναι ένας ποιητής που μπορεί να κρατά το μαστίγιο στα χέρια του και να σαρκάζει ή και να βωμολοχεί ενίοτε, δεν παύει όμως στην κυριολεξία να είναι ένας από τους πιο αισθαντικούς ποιητές, που οι στίχοι του αποπνέουν αίσθημα λυρικής λύπης ή άλλοτε αποτελούν εξομολόγηση αγάπης, έρωτα, πικρού ρεαλισμού, ρομαντισμού, νοσταλγίας άφατης και μουσικής γεμάτης αίσθημα και συναίσθημα αλλά και μελαγχολίας, όπως οι βραδυνοί στίχοι του μπουζουκιού των αγαπημένων του «Μπάτη» και «Χατζηχρήστου». 

Από αυτά τα ποιήματά του θα μπορούσε να αναφέρει κανείς πολλά. Στην τύχη, ανοίγοντας τις συλλογές του Στάσεις στο μέλλον και Θεάματα, που έχουν σημειώσει πρωτόγνωρες κι απανωτές εκδοτικές επιτυχίες παραθέτω εδώ ενδεικτικά μερικούς τέτοιους στίχους:

Πληγές
Πληγή από σίδερο πληγή από κάψιμο πληγή από χάδι
πληγή από φιλί τρελλής ξανθιάς
πληγή από σφύριγμα το βράδυ,
πληγή από της ερημιάς το μελαγχολικό τραγούδι
πληγή από αγκάθι ρόδου
πληγή από την καλημέρα ξένου
 
πληγή της γειτονιάς σαν παίρνει να βραδυάζει
πληγή από ανυπόφορη αγάπη…
……………………………………………………
πληγή απ’ τ’ αδυσώπητο εργαλείο της δουλειάς
πληγή απ’ την καλοσύνη ανυποψίαστης αγκαλιάς
πληγή απ’ το μεγαλείο της φτώχιας
 
πληγή από ανάμνηση κι’ από βαρειά κουβέντα
απ’ το μαχαίρι του ριγμένου φίλου
απ’ το χαμόγελο του πεθαμένου φίλου
πληγή από φωτιά φωτιά κι’ από φωτιά ονείρου
πληγή απ’ του αποτυχημένου τη ντροπή
κι’ απ’ τη σιωπή του ντροπιασμένου
πληγή απ’ τα νύχια τρομοκρατημένου
πληγή απ’ τα νύχια απ’ τα δόντια απ’ τα αχ απ’ τα φιλιά
της προδομένης που γατζώθηκε πριν φύγει πάνω σου
και μένει εκεί για πάντα να σου γδέρνει την καρδιά
 
πληγή της εξορίας της φυλακής και της ελευθερίας.
………………………………………………………
πληγή απ’ το πικρό παράπονο του αλήτη
πληγή από το στόμα της που βασανίζεται στην ξενητειά
κι’ ακόμα η πληγή για την πληγή που δεν ομολογεί ποτέ κανένα στόμα…

Ανάμνηση
Στην πατρίδα
Εσύ ξεκίναγες τη μέρα εσύ ξεκίναγες τη νύχτα
εσύ ξεκίναγες τ’ όνειρο σε ταξίδι χωρίς επιστροφή
τώρα χαθήκαμε μες τη μεγάλη πολιτεία που πίνει το αίμα μου
γιατί είναι μόνο κόκκαλα και θέλει να περπατήσει.
…………………………………………………………
Πολύ απλό που χάθηκες αγάπη μου
όπως χάθηκαν τόσα καλοκαίρια
με τους καημούς και με τα σχέδια πεθαμένα
στα δυό μου χέρια.
…………………………………………………………

Ένα στήθος στο τραίνο
Το στήθος σου λευκό δίφυλλο ρόδο
Το στήθος σου αφρός του μπάτη
Επάνω στο σταυρό του λιγοθύμισεν ο ήλιος.
Το στήθος σου είναι προσκλητήριο μέσα στο μεσημέρι
Απάνω στο σταυρό του ακουμπάει ο έρωτας και περιμένει.
Το στήθος σου είναι ο τελευταίος δρόμος.
Επάνω στο σταυρό του διαμαρτύρεται το έρημο καλοκαίρι
…………………………………………………………

Αγάπη
Επιστροφή
Μελαχροινό κορίτσι της αγάπης
τρυφερό σημείωμα
τυφλή γιορτή
σε περιμένω πάλι
Στο σκοτεινό ακρογιάλι
με την παληά καρδιά
με δάκρυα και ψεύτικα φιλιά.

Πάλι η ζωή
Αυτό που πιάνω δεν είναι το χέρι σου πατέρα
Αυτό δεν είναι το κεφάλι σου γερτό πριν απ’ τον ύπνο
Εσύ δεν είσαι σκεφτικός που όλο ρωτάς τη μάνα
Μαρία γυρίσαν τα παιδιά;
Εσύ δεν είσαι ο ανυπέρβλητος πικρός και τρυφερός
Φουμάρεις το τσιγάρο σου χαμογελάς ρωτάς;
Τι άλλο χρειάζεται ο κόσμος μωρέ παιδιά
για να πλαγιάζει κατά τη μεριά της καρδιάς;



Και το τελευταίο ετούτο ποίημά του, με το σπαραχτικό του περιεχόμενο, που καθώς το διαβάζεις, σπαράζει και σένα η καρδιά σου κι’ απορείς και αναλογίζεσαι, πού την βρίσκει τόση λυρική ευαισθησία και τόση τρυφερή καρδιά και πώς τα χωρά, τα δυό αυτά, μέσα σε τούτους τους στίχους του, αυτός ο άνθρωπος –ποιητής.

Διαβάστε το ποίημα ολόκληρο, δεν μπορεί κανείς να βάλει αποσιωπητικά ούτε να αφαιρέσει έστω και μια του λέξη:

Περιστατικό στην Οδό Σταδίου
Ένα παιδί σωριάστηκε μες τη γιορτή του δρόμου.
Ήταν τα μάτια του άγρια ξένα και βυθισμένα.
Το κεφάλι του στην πέτρα βρόντηξε ξεβρόντηξε
Το κορμί του σαν το ελάφι και σαν τ’ άλογο
 
Απ’ το στόμα του πετάχτηκαν αφροί
κ’ έπαιξαν στα μάτια σας
απ’ το στόμα κι’ απ’ τη μύτη τίναξε το αίμα του
πούκατσε στα μάτια σας κ’ άρχισε να κλαίει.
- Από πείνα. Είπατε
Τα πόδια σας πώς είναι ακόμα ανάλαφρα, για τον περίπατό σας
- Από πείνα. Είπατε
Τα χέρια σας πώς ξεριζώθηκαν ωραία μου, από τους ώμους σας;
- Από πείνα. Είπατε
Τα μάτια σας πώς σκοτεινιάσαν μπρος σε τόσα χρώματα και φώτα;
- Από πείνα. Είπατε
- Σηκώστε το λοιπόν να μην βουλιάξει ο δρόμος…».



Αλλά εκεί που ο Γκόρπας απογειώνεται και ανεβαίνει πετώντας στις κορφές του Παρνασσού και στις κορφές του Αιτωλικού ουρανού, είναι όταν γράφει για το «Μεσολόγγι του» αυτός ο «500 ετών Μεσολογγίτης», όπως ο ίδιος δηλώνει και γράφει. Διαβάζοντας κανείς όσα γράφει για το Μεσολόγγι, την «πόλη του», ο Γκόρπας, νοιώθει μέσα του «καπνόν αναθρώσκοντα», καθώς κοιτάζει από πολύ μακριά την αγαπημένη πόλη. Ένα τέτοιο δείγμα, σ’ ετούτο του το ποίημα:

Μεσολόγγι
Πατρίδα μου
καπρίτσιο και νταλκά ηλιοβασίλεμα στα βυσινιά
 
δάκρυ’ αργοκύλητα και ψεύτικα φιλιά και του ντουνιά
πορτραίτα στα πακέτα των τσιγάρων μου και μες στα πρώτα
αγαπημένα μου τραγούδια να μικραίνεις μες στα χνώτα
να μου μικραίνεις αχ να σκίζομαι να μη σε πιάνω
μέσα στα ξένα στ’ Αθηναίϊκα χνώτα και απάνω
που σ’ εύρισκα διά μέσου νέας αγάπης πάλι σε χάνω
 
Πατρίδα μου
Πρώτη μεγάλη αγάπη μου και πρώτη γλύκα της ζωής
 
χρυσάφι στα σκοτάδια μάτια μου και λάδι της ψυχής
 
σκαμμένος τώρα από ποταπότητες εχθρούς και φίλους
ξαναθυμάμαι αετούς στεφάνια σάλτινα και μύλους
χασίσια που δεν ξεγελάν και λέω πως σε φτάνω
μες τα τραγούδια μου που όλο σε βρίσκω και σε χάνω
πόλη μου που με πας από τον Κάτω κόσμο στον Απάνω…



Ο Γκόρπας από τα πρώτα χρόνια που ήρθε στην Αθήνα συχνάζει στα μεγάλα στέκια συγγραφέων και καλλιτεχνών, όπου γνωρίζεται και συναναστρέφεται δόξες του παρελθόντος, όπως ο Βάρναλης, ο Πέτρος Κυριακός, ο Ορέστης Λάσκος, ο Γ. Ζάρκος και πολλοί άλλοι. Αρχίζει να γράφει σπουδαίους στίχους από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 και εμφανίζεται στο ποιητικό προσκήνιο από το 1957, με τη συλλογή του Σπασμένος καιρός που έτυχε ευμενεστάτης υποδοχής, και άρχισε από τότε να καθιερώνεται ως σπουδαίος ποιητής.

Στο βιβλίο του αυτό, καταγγέλλει ατρόμητα και παλληκαρίσια με την διαμαρτυρία του την μετεμφυλιακή μισαλλοδοξία της τότε εποχής. Τα πιστοποιητικά φρονημάτων, οι δηλώσεις μετανοίας, είναι στην καθημερινή διάταξη. Τα ξερονήσια είναι γεμάτα αγωνιστές. Μετά ακολουθούν οι Συλλογές Παληές Ειδήσεις (1966), Πανόραμα (1975), Στάσεις στο μέλλον (1980), Περνάει ο στρατός (1981), τα Θεάματα (1983). Όλες του οι ποιητικές συλλογές σημειώσανε εξαιρετική εκδοτική επιτυχία και έτσι έγινε πλέον ευρέως γνωστός.

Παράλληλα όμως με την σύνθεση των παραπάνω ποιημάτων του, ο Γκόρπας ασχολήθηκε –και ασχολείται- και με όλα τα άλλα είδη του λόγου. Έχει γράψει δοκίμια, έχει ασχοληθεί με λαογραφία, έχει γράψει σενάρια για κινηματογραφικές ταινίες και έχει συνεργαστεί με πολλά περιοδικά.

Το βιβλίο του Το πανηγύρι του Αη-Συμιού αποτελεί πρωτότυπη και σπουδαία λαογραφική μονογραφία.

Δίδαξε ακόμα Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας σε Δραματική Σχολή ηθοποιών. ?σκησε επί έτη το επάγγελμα του δημοσιογράφου στην εφημερίδα Μεσημβρινή και σε πληθώρα άλλων εντύπων. Είναι ακόμη από ετών μέλος της «Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών» αλλά και μέλος της «Εταιρείας Αιτωλοακαρνάνων Λογοτεχνών». Επίσης έχει εκδώσει, σε δύο τόμους, μια πρωτότυπη εργασία με σταχυολογήσεις κειμένων Ελλήνων πεζογράφων και τη βιογραφία τους. Ο τίτλος του έργου του τούτου είναι Περιπετειώδες κοινωνικό και μαύρο νεοελληνικό αφήγημα. Σημείωσε μεγάλη εκδοτική επιτυχία, αλλά και έτυχε ευμενέστατης υποδοχής από το αναγνωστικό κοινό. Ποιήματά του, έχουν συμπεριληφθεί σε όλες τις μέχρι σήμερα Ποιητικές Ανθολογίες, με ευμενέστατες σε όλες κριτικές.

Η ποίηση του Γκόρπα, όπως προανέφερα, είναι διαχρονική, δεν μπορεί να την κλείσεις σε κανένα καλούπι. Κι’ αν προσπαθήσεις να την κλείσεις, εκείνη δραπετεύει και πετά στο άπειρο, στον άπειρο ουρανό, στο άπειρο αύριο.

Ο στίχος του δεν μπαίνει επίσης σε μέτρα αλλά ούτε σε ρίμες ούτε σε ποιητικούς τετριμμένους κανόνες. Ο Γκόρπας έχει δικούς του κανόνες στη γραφή του. Γι’ αυτό τον λόγο άλλωστε η τεχνική του ονομάστηκε «Γκορπισμός».

Κι’ ακόμα ετούτο. Ο Γκόρπας διακρίνεται από τους άλλους ομοτέχνους του, για τον αβίαστο και τερετίζοντα στίχο του, που καθώς τον διαβάζεις κυλάει εύχαρις και σαν κρυστάλλινο νερό από Μεσολογίτικη πηγή, που δίπλα της «λαλούν αηδόνια και πουληά». Ακόμα θα προσθέσω ότι ο στίχος του Γκόρπα είναι όλος ένα εύηχο άσμα, ένα εύηχο εμβατήριο και μια εξαίσια ποιητική άρπα.

Για το έργο του –τόσο το ποιητικό, όσο και το άλλο πολυποίκιλο έργο του- έχουνε γραφεί εγκωμιαστικά σχόλια από πολλούς. Ενδεικτικά σημειώνω εδώ μερικά ονόματα, όπως ο Νικηφόρος Βρεττάκος, ο Μανόλης Αναγνωστάκης, ο Τάκης Δόξας, ο Στ. Μαράντος, ο Παναγής Λευκαδίτης, ο Δημοσθένης Ζαδές, ο Κώστας Παπαπάνου, ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος, ο Σπ. Κατσίμης, ο Κώστας Παπαγεωργίου, ο Τάσος Λειβαδίτης, ο Δημ. Τσάκωνας, ο Μιχάλης Σταφυλάς, ο Μάρκος Γκιόλιας, ο Φάνης Κλεάνθης, ο Ανδρέας Καραντώνης, ο Τάσος Βουρνάς, ο Στέλιος Γεράνης, ο Δημοσθένης Κόκκινος, ο Γιάννης Δάλλας.

Θα μου επιτραπεί εδώ τελειώνοντας να αναφέρω επιγραμματικά τι γράφουν για τον Θωμά Γκόρπα ο Δημοσθένης Ζαδές και ο Κώστας Παπαπάνου. 

«… Σαρκαστικός και ειρωνικός, βλάστημος και τρυφερός, ρεαλιστής και ρομαντικός –όλα μαζί ανακατεμένα. Δείχνει ένα ανήσυχο πνεύμα που δεν θέλει να κολλήσει σε κανέναν. Σήμερα, χτες, αύριο. Έχει μια δική του θέαση των πραγμάτων και των αισθημάτων…», γράφει ο Δημοσθένης Ζαδές. 

Και ο Κώστας Παπαπάνου γράφει. «… Ο Γκόρπας θέλει να δειχτεί άγριος σαρκαστής. Ωστόσο φαίνεται πως έχει μια τρυφερή καρδιά, έτοιμη να σπαρταρίσει στο πρώτο καλωσυνάτο άγγιγμα…».
Προσυπογράφω.


1 Δημοσίευμα στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ την 20 Αυγούστου 2002 με τίτλο “ΘΩΜΑΣ ΓΚΟΡΠΑΣ, ένας Μεσολογγίτης ποιητής. Ανατροπέας εξ ιδιοσυγκρασίας, αντιδιανοούμενος εκ πεποιθήσεως, αντιεξουσιαστής από κούνια - Οι καταβολές και οι διαδρομές του”


ΕΚΛΟΓΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ

ΘΩΜΑΣ ΓΚΟΡΠΑΣ 

Ι. Αφιερώματα περιοδικών:

Τα Νέα βιβλία 1965, Νέα Σύνορα 1970, Κούρος 1971, Panderma 1972, Σήμα 1977, Ωλήν 1980, Ιδεοδρόμιο 1980 και 1983, Διαβάζω 1995, Ελευθεροτυπία Κυριακάτικη (ένθετο) 1996 & 1997, Παρουσία Επιθεώρηση Λόγου και Τέχνης τευχ. 18, Οκτ.-Δεκ. 2001.

ΙΙ. ?ρθρα και Μελέτες

  • Αθανασόπουλος Κώστας, Η γλώσσα του στρατού, 1986.
  • Δασκαλόπουλος Δημ., «Τα ποιήματα 1957-1983», εφημ. Τα Νέα, 11-7-1995.
  • Κάσσος Βαγγ., Ασφυξία του βλέμματος, εκδ. Νέα Σύνορα, 1989.
  • Κουβαράς Γιάννης, «Ο ποιητής Θωμάς Γκόρπας», εφημ. Καθημερινή, 5-12-1995.
  • Μαράντος Στ., «Γύρω από την νεώτερη ποίηση-Αναθεωρήσεις», περιοδ. Δελτίο Κριτικής και βιβλιογραφίας, εκδ. Βιβλιοπωλείο Σιδέρη, τ. 25, 5-7-1966.
  • Μέντη Δώρα, Μεταπολεμική Πολιτική Ποίηση, εκδ. Κέδρος, 1998.
  • Μπελεζίνης Ανδρ., «Η άβυσσος», εφημ. Τα Νέα, 8-6-1992.
  • Ναθαναήλ Παύλος Π., «Οι μεταπολεμικοί ποιητές και η ποίησή τους», περιοδ. Δωδεκάτη ΄Ωρα, 1963.
  • Παπακωστόπουλος Πάνος Γ., Σύγχρονες προσωπογραφίες: Δοκίμια, εκδ. Το Ελληνικό Βιβλίο, Αθήνα 1971.
  • Πολίτης Θ. Μ., Σκιαγραφήσεις Λογοτεχνών, Β΄ έκδοση, εκδ. Πολύπλευρο, Μεσολόγγι 1986.
  • Τσακνιάς Σπ., Δακτυλικά αποτυπώματα, Κριτικά Κείμενα, εκδ. Καστανιώτη 1983.
  • Τσάκωνας Δημ., Ελληνικός Υπερρεαλισμός, εκδ. Κάκτος 1989.
  • Τσατσούλη Ερμιόνη, «Θωμάς Γκόρπας ο ασυμβίβαστος», περιοδ. Επίκαιρα Αιτωλοακαρνανίας, τεύχ. 65, Μάρτιος 2001.

«Σπασμένος Καιρός»

  • Βρεττάκος Νικηφόρος, περιοδ. Επιθεώρηση Τέχνης, 1-2-1958.
  • Δόξας Τάκης, εφημ. Αυγή Πύργου, 3-3-1958.
  • Λευκαδίτης Παναγής, περιοδ. Ιόνιος Ηχώ, 1-2-1965
  • Μαράντος Στ., Τα Νέα Βιβλία, 6.1965.
  • Τριανταφύλλου Νικόλας, περιοδ. Αθηναϊκά Γράμματα, 1.1959.

«Παλιές Ειδήσεις»

  • Δόξας Τάκης, εφημ. Η Αυγή Πύργου, 11-9-1967.
  • Ζαδές Δημοσθένης, περιοδ. Σμύρνα, 7-8-1969.
  • Ζενάκος Λεωνίδας, εφημ. Ο Ταχυδρόμος, 12.1966.
  • Μαράντος Στ., Αθηναϊκή, 28-12-1966.
  • Παπαπάνος Κώστας, περιοδ. Περιηγητική, 11.1967.
  • Ραφτόπουλος Λευτέρης, εφημ. Η Θεσσαλία Βόλου, 22-1-1967.
  • Στουπάκης Δημήτρης, εφημ. Φως Καΐρου, 29-3-1967.
  • Τζίφας Θέμης, εφημ. Ευθύνη Πύργου, 28-2-1967.

«Στάσεις στο μέλλον»

  • Αρανίτσης Ευγένιος, εφημ. Πρωϊνή, 28-12-1979.
  • Αρανίτσης Ευγένιος, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 18-1-1981.
  • Γουδέλης Γ., περιοδ. Η Πέννα, 6.1980.
  • Κατσίμης Σπ., εφημ. Καθημερινή, 28-2-1980.
  • Κονιδάρης Δημ., περιοδ. Πόρφυρας, 6.1981.
  • Κουτσούκος Ηλίας, εφημ. Θεσσαλονίκη, 26-8-1980.
  • Λειβαδίτης Τάσος, εφημ. Αυγή, 29-6-1980.
  • Παπαγεωργίου Κώστας Γ., περιοδ. Αντί, 29-2-1980.
  • Πολίτης Θ. Μ., εφημ.Αιτωλική Μεσολογγίου, 27-1-1980 & 10-2-1980.
  • Σταματίου Κώστας, εφημ. Τα Νέα, 24-5-1980.
  • Στουπάκης Δημ., εφημ. Φως Καΐρου, 21-2-1980.
  • Ταξιάρχης Ντ., περιοδ. Πολιτική και Κοινωνική Έρευνα, 11.1980.
  • Τσακνιάς Σπ., περιοδ. Διαβάζω, 3-10-1980.
  • Τσαούσης Κ.Ι., εφημ. Ελευθεροτυπία, 28-2-1980.

«Περνάει ο Στρατός»

  • Κατσίμης Σπ., εφημ. Καθημερινή, 22-1-1981.
  • Κουτσούκος Ηλίας, εφημ. Θεσσαλονίκη, 8-1-1981.
  • Στουπάκης Δημ., εφημ. Φως Καίρου, 19-2-1981.

«Τα Θεάματα»

  • Κατσίκας Στ., περιοδ. Ομπρέλα, 12.1984.
  • Κατσίμης Σπ., εφημ. Ειδήσεις, 29-2-1984.

ΣHMEIΩΣH: Το κείμενο αυτό είναι παρμένο από το βιβλίο «ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ ΤΗΣ ΛΙΝΜΟΘΑΛΑΣΣΑΣ» που εκδόθηκε από την Παπαχαραλάμπειο Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ναυπάκτου το 2002.

Κώστας Αθ. Ξύγκας-Νερομανιώτης

 


 

 

 

 

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε την εμπειρία χρήσης σας. Χρησιμοποιώντας αυτή την ιστοσελίδα αποδέχεστε τους όρους μας. Όχι, θέλω να μάθω περισσότερα.