ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ ΤΑΣΟΣ

aκείμενο: ΦΡΟΣΩ ΚΛΑΜΠΑΝΙΣΤΗ

Ο Ποιητής Τάσος Γιανναράς Μύθος, Σιωπή και Μνήμη στο Ποιητικό του Έργο

 «Ο στίχος, ιερή γραφή, κρύβει το μυστικό του       

σαν ίσκιος φυλλωσσιάς χλωρής πα σε νερά καθάρια,      
σαν παρουσία φανταστική μιας απουσίας που τρέμει»      

(Απ. Μελαχρινός)   



Ο Τάσος Γιανναράς γεννήθηκε στη Σύμη της Δωδεκανήσου, αλλά μεγάλωσε στο Μεσολόγγι, όπου συμπλήρωσε τη γυμνασιακή του εκπαίδευση. Φοιτητής της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών από το 1937, τύπωσε αισθητικό και φιλοσοφικό μελέτημα για το πρόβλημα της καλλιτεχνικής δημιουργίας με αφορμή το ποιητικό έργο του Απόστολου Μελαχρινού ( «Τα Φίλτρα επωδών» του Αποστόλου Μελαχρινού, Αθήνα 1939), ενός ποιητή που επηρέασε τις αισθητικές του αντιλήψεις για την ποίηση και τη γλώσσα. Το 1940 δημοσίευσε σε έκδοση του περιοδικού Κύκλος τη μετάφραση του «Παραθαλάσσιου Νεκροταφείου» (Le Cimetiere marin) του Πωλ Βαλερύ και 23 χρόνια αργότερα τη μετάφραση της «Νεαρής Μοίρας» (La jeune Parque) του ίδιου ποιητή με μια πολυσέλιδη «ερμηνευτική εισαγωγή» (Β΄ έκδοση και των δύο ποιημάτων, Αθήνα 1979, Πλέθρον). 

Το 1946 πήρε το πτυχίο του φιλολογικού τμήματος της Φιλοσοφικής Σχολής και εργάστηκε για βιοπορισμό στο Bulletin Analytique de Bibliographie Hellenique του Γαλλικού Ινστιτούτου καθώς και ως συντάκτης και μεταφραστής (γνώριζε τη γαλλική, ιταλική, αγγλική και γερμανική γλώσσα) σε περιοδικά και εκδοτικούς οίκους της Αθήνας ή παραδίδοντας ιδιωτικά μαθήματα στο Μεσολόγγι. Κατά την περίοδο αυτή δημοσίευσε τα ακόλουθα δοκίμια κριτικής μελέτης κι αισθητικής αξιολόγησης έργων Νεοελλήνων ποιητών και μεταφραστών των Γάλλων συμβολιστών: «Ο Απόστολος Μελαχρινός και τα σαραντάχρονα των παραλλαγών», Ηώς, περ. Β΄ έτος 3ο (1947), 20-21), «Ο Καίσαρ Εμμανουήλ και η μετάφραση μουσικοπαθών λυρικών», Ποιητική Τέχνη, τόμ. Β΄, (1949) 182-186), «Προλεγόμενα στην ποίηση και την αισθητική του Απολλώνιου του Α. Μελαχρινού», Αφιέρωμα των Ελλήνων ποιητών στον ποιητή Α. Μελαχρινό, Αθήνα 1947, 77-97), «Χρονικό της τελευταίας δεκαετίας», Συμπόσιο, Πάτρα 1950, 11-21 κ.ά. Το 1952 εξέδωσε την πρώτη και μοναδική του ποιητική συλλογή, Τα Τραγούδια του Ανήλιαγου. 

Το 1957, μετά την εκπλήρωση των στρατιωτικών του υποχρεώσεων και ύστερα από τρίχρονη διδασκαλία στην Παλαμαϊκή Σχολή Μεσολογγίου και δίχρονη μετεκπαίδευσή του στο Διδασκαλείο Μέσης Εκπαίδευσης, σπούδασε με υποτροφία Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο του Freiburg im Breisgau, όπου παρέμεινε ως υφηγητής κι αργότερα ως καθηγητής μέχρι τον Ιούνιο του 1975. Εκλεγμένος έπειτα από τη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών ως τακτικός καθηγητής της Ιστορίας της Φιλοσοφίας, δίδαξε από τον Οκτώβριο του 1975 ως την 1η Δεκεμβρίου του 1977. 

Οι κυριότερες φιλοσοφικές του εργασίες είναι (στα γερμανικά): Τύχη και κίνηση στον Πλάτωνα (1960), Η ερμηνεία της Αντιγόνης στον Έγελο και το πρόβλημα της ατομικεύσεως (1968 ), Το επιχείρημα του Αρχύτου και ο κοσμολογικός προσδιορισμός του «εξωκοσμίου», μελέτη του Convivium Cosmologium (1973), Προς δικαίωση της Αισθητικής, στα Asthetik hente (1974), Προϋποθέσεις κατανοήσεως του έργου «Μουσική και λόγος» (1970), Η αρχή της φιλοσοφίας και η φιλοσοφία της Αρχής (1969), Η προοπτικότητα στην Ελληνική Σκέψη (1969), «Πλάτων και Κ.R. Popper», Φιλοσοφία, τ.3, (1973), «Σύγχρονες κατευθύνσεις της Αισθητικής» και «Ο Δημόκριτος, επιστημολόγος ή φιλόσοφος», Επετηρίδα της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, 1978). Εξέδωσε το φιλοσοφικό έργο του Ε. Κάντ, Κριτική του Καθαρού Λόγου, εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια, Α΄ μέρος, Αθήνα 1977 (Παπαζήση) και Β΄ μέρος (1979). Υπάρχουν επίσης σε χειρόγραφα οι παραδόσεις του στο Πανεπιστήμιο του Freiburg και οι πανεπιστημιακές του σημειώσεις στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Μερικές από τις τελευταίες έχουν εκδοθεί, ενώ άλλες, όπως Ο γερμανικός ιδεαλισμός και Η φιλοσοφία του 20ου αιώνα, είναι ανέκδοτες1. 

Ως άνθρωπος ο Τάσος Γιανναράς, όπως τον γνώρισε και τον έζησε από κοντά ο κ. Σ. Κανίνιας2 «… ήταν κάτι περισσότερο από φιλόσοφος, ήταν ένας κατεξοχήν «καλός καγαθός» άνθρωπος, που ο λόγος του και η όλη σεμνή του βιοτή ανέδιδαν οσμήν ευωδίας πνευματικής. Η ζωή του υπήρξε ένα τίμιο άθλημα, μια ενσυνείδητα συνεχής και αδιάκοπη προσπάθεια για την καταξίωσή του στον κόσμο του πνεύματος. Ο άνθρωπος αυτός, κυριαρχημένος από το πάθος του στοχασμού, δεν εγνώρισε ξεκούραση, δεν έδωσε στους κροτάφους του ανάπαυση και στα βλέφαρά του νυσταγμό. Υπήρξε ο ιδεατός τύπος του Μεσολογγίτη καθώς είναι βέβαιο ότι ο πλούτος και η ένταση της πνευματικής του ζωής στο Μεσολόγγι εγνώρισε μοναδικές κορυφώσεις. ?λλωστε ολόκληρο σχεδόν το ποιητικό του έργο (πρωτότυπο και μεταφραστικό) εδώ το συνέθεσε. Ήταν όμως και χαριτωμένος άνθρωπος, πολύ ευχάριστος για ολιγομελή παρέα και ως πραγματικά σοφός, κατανοώντας την καθολικότητα και την οξύτητα των φιλοσοφικών προβληματισμών αισθανόταν την ανάγκη για περισσότερη και πληρέστερη γνώση και κατάρτιση». 

Ως καθηγητής της Φιλοσοφίας ο Τάσος Γιανναράς ξεχώριζε για την τιμιότητα, την παρρησία του, την απλότητα και την αγωνιστικότητά του. Το γνωστικό του πεδίο στα φιλοσοφικά θέματα ήταν βαθύ, εκτεταμένο και πάντα σε ετοιμότητα. Συνδύαζε τη βαθειά γνώση των κειμένων, την ευαισθησία στην προσέγγισή τους και την ξεχωριστή ερμηνεία τους. Οπαδός των μεγάλων ρευμάτων της υπαρξιακής Φιλοσοφίας και Φαινομενολογίας (συνεργάτης του Μ. Heidegger, μαθητής του Ε. Fink), του ορθολογισμού και της επιστημολογίας, πίστευε στη διεπιστημονική συνεργασία ως βάση της ενότητας του φιλοσοφικού και επιστημονικού πνεύματος στην εποχή μας και την εφήρμοσε στη Γερμανία σε ομαδικές εκδόσεις με γλωσσολόγους, φυσικούς, μουσικούς, ιστορικούς κ.α. πάνω στο ίδιο κάθε φορά θέμα3

Έχει διαπιστωθεί4 ότι ως ποιητής ο Τάσος Γιανναράς κινήθηκε με νεορομαντική διάθεση στο κλίμα της καθαρής ποίησης, όπου θήτευσε στα νεανικά του χρόνια, προσκολλημένος στην ομάδα του περιοδικού Κύκλοςτου Απόστολου Μελαχρινού. Η κατοχική και μεταπολεμική πραγματικότητα, που έζησε έντονα, αποστάζονται στα ποιήματά του σε συγκρατημένους ελεγειακούς στίχους, η συμβολιστική μελαγχολία δεσπόζει και η μουσικότητα κυριαρχεί. Λάτρης του Πωλ Βαλερύ μετέφρασε δύο δύσκολα ποιητικά του κείμενα με λεπταισθησία και διεισδυτικότητα. Τα ίδια χαρίσματα κυριαρχούν και στα δοκίμιά του5, απόλυτα εναρμονισμένα με την προσπάθειά του να μεταφυτεύσει την καθαρή ποίηση στο τόπο μας. 

Η δική μας προσέγγιση επικεντρώνεται στη μοναδική ποιητική συλλογή που εξέδωσε με τον τίτλο Τα Τραγούδια του Ανήλιαγου (Αθήνα 1952) 6. Πρέπει ωστόσο να επισημάνουμε ότι υπάρχουν και ποιήματα7 που δεν περιέλαβε στην ποιητική του συλλογή, ενδεχομένως επειδή δεν θεωρούσε ότι αυτά προωθούν την ποίησή του. Πρόκειται για τα ποιήματα: «Χαϊδάρι» ( Πειραϊκά Γράμματα, 1945), «Θαλασσινό» (Κύκλος, τ.15 (1947), 188) και «Στροφές του Νότου» (Νέα Εστία, τ.44 (1948), 228). Μετά την έκδοση της ποιητικής του συλλογής δημοσίευσε τα ποιήματα: «Η ελεγεία της Ζάκυθος» (Νέα Εστία, τ. 54, (1953), 1047-1048) και «Στον Κωνσταντίνο Γεωργάκη» (Αθηναϊκή, 19-9-74). 

Τα Τραγούδια του Ανήλιαγου περιλαμβάνουν τις ακόλουθες ενότητες: 

«Οικόσημα πένθους» (με 10 άτιτλα αλλά αριθμημένα ποιήματα), «Τα τραγούδια του Ανήλιαγου» (ομοίως με 10 άτιτλα ποιήματα), «Αγρυπνίες και Κομμοί» (με όμοιο τρόπο παρατίθενται 10 ποιήματα), «Δόνηση απόνα βέλος που έφυγε»: (Τα ποιήματα στην ενότητα αυτή τιτλοφορούνται: «Ειρωνεία», «Πορεία», «Τελευταία Λόγια», «Πρωινή Παρουσία», «Σταλαχτίτης», «Αναμονή», «Φωτιές», «Λησμονημένο επεισόδιο», «Μακεδονικό», «Εριχθόνιος»). Στην τελευταία ενότητα τα «Κουρέλια από γαλάζια έκταση» ανήκουν τα ποιήματα: «Οδυσσέας», «Θεοφάνεια», «Ρεμβασμός στις αλυκές», «Εγκατάσταση», «Όξω από το φράχτη», «Αλκυονίδες»). 

Σε αυτήν την παρουσίασή μας θα ασχοληθούμε με το ποιητικό έργο του Τάσου Γιανναρά. Ειδικότερα, θα παρουσιάσουμε την ποιητική συνείδηση και τέχνη του δημιουργού μέσα από το τρίπτυχο: μύθος, σιωπή και μνήμη. Με τον όρο ποιητική συνείδηση εννοούμε την αντίληψη που είχε διαμορφώσει ο Τ. Γιανναράς για τη φύση και τον προορισμό, τη λειτουργία και τη σημασία της ποιητικής τέχνης. Με τον όρο ποιητική τέχνηορίζουμε τον τρόπο, τους ιδιαίτερους εκφραστικούς δρόμους και τα συστατικά γνωρίσματα του ύφους του, τα οποία συγκροτούν την ιδιαιτερότητα του ποιητικού του λόγου. Με τον όρο μύθος ορίζουμε τα θέματα που ποιητικά μετουσιωμένα διατρέχουν το σύνολο του έργου του. Με τον όρο σιωπή και μνήμη αντίστοιχα εννοούμε τον τρόπο παρουσίας και λειτουργίας τους μέσα στο συμβολιστικό περιβάλλον των ποιημάτων του. 

Η ποιητική συνείδηση του Τ. Γιανναρά επηρεάστηκε αποφασιστικά από το γαλλικό συμβολισμό και τον κυριότερο εκπρόσωπό της, τον Valery, αλλά και από την ελληνική εκδοχή του κινήματος αυτού, όπως εκφράστηκε ιδιαίτερα από τον Α. Μελαχρινό, ποιητή που εθαύμαζε βαθύτατα. Από την άποψη αυτή ο Τ. Γιανναράς θεωρούσε ότι ο ποιητής επιδιώκει να προσεγγίσει «τη μυστική γνώση του κοσμικού νοήματος που πηγάζει κατ’ ευθείαν από το όνειρο και όχι από την εγκεφαλική λειτουργία του φιλοσοφικού ετασμού» 8. Η λέξη διατηρεί για τον ποιητή τον πυρήνα του ποιητικού ενδιαφέροντος. Σε αυτή οφείλει να κατευθύνεται όλη η ένταση, η προσοχή και τέχνη του δημιουργού ώστε να αναπτυχθεί «η σπαργώσα και σφριγηλή σάρκα του Στίχου»9

Στην ποιητική συλλογή Τα Τραγούδια του Ανήλιαγου η αγωνία του δημιουργού για τη φύση, τον προορισμό και την ουσία της τέχνης του είναι εμφανής. Η ποιητική ενασχόληση ενδύεται μεταφορικά τη συμβολική εκδοχή του βασιλιά Ανήλιαγου, ο οποίος διψά κι αναζητά πρώτα μέσα στον εαυτό του το υπόβαθρο και την υποδομή της αληθινής, ειλικρινούς τέχνης: 

«με τη δίψα και το τσαπί του Ανήλιαγου      
σκάβω κι εγώ τα σπλάχνα μου,      
 
για να ξεθάψω τα πανάρχαια αιτωλικά τραγούδια»     

(σ.22)    



Η ποίηση είναι ένα τραγούδι που βασανίζει τον ποιητή, καθώς ο πόνος του κόσμου διαπερνά την ψυχή του. Η γόνιμη εξάλλου και δημιουργική αξιοποίηση επιρροών από άλλους ομοτέχνους του τον οδηγούν στην επιβεβαίωση της θέσης του για την αποστολή της ποίησης: η ποίηση καθρεφτίζει το πικρό καταστάλαγμα της γεύσης της ζωής, πονά βαθειά για τον κόσμο, σε μια διηνεκή πορεία: 

«πορεύομαι στους ποιητές και τους ζητάω να μου δανείσουν 
κι άλλη ποίηση ακόμα πιο πικρή»
 
ή
 
«θολώνεις την πηγή του κρυσταλλένιου τραγουδιού σου,
 
για να πιης
 
και ξεδιψάς μέσα στην πίκρα που αναδίνει».



Η ποιητική αυτοσυνείδηση του Τ. Γιανναρά συνοδεύεται από την επίγνωση της επιτακτικής ανάγκης να προλάβει ως δημιουργός το χρόνο και το πεπερασμένο της ανθρώπινης δυνατότητας, ώστε μέσα στην ησυχία της νυκτερινής έμπνευσης να κατορθώσει την ποιητική άρθρωση του λόγου. Είναι ακριβώς η στιγμή, κατά την οποία ο δημιουργός συναισθάνεται σε μυστική επικοινωνία και προσευχή με τον Πλάστη του ότι το πιο βαρύ και βασανιστικό είναι ο αγώνας της έκφρασης, μέσα στη σιωπή της περισυλλογής, τον πόνο της καρδιάς, το δέος της νύχτας, την επίγνωση της ανθρώπινης μηδαμινότητας και την αγωνία να διοχετεύσει σε τέχνη τον κόσμο και την ψυχή του: 

Να με, κλεισμένος σ’ ένα σημάδι αόρατο,     
συμμαζεμένος σ’ ένα σπυράκι χρόνου,     
κρυμμένος σ’ ένα μόριο σιωπής,     
στάλα που αγεροκρέμεται και ακριβοζυγιάζει το πέσιμό της στο βυθό,
 
να με, σφιγμένος σ’ ένα φλούδι ολόστεγνο     
κι ύστερα απίστευτα τιναγμένος     
σαν του ροδιού το σπόρο που σπάει τον κλεισμό     

(σ.38)    



Όμως ο Τ. Γιανναράς απέναντι στο θείο Δημιουργό γνωρίζει την ασημαντότητά του και θεωρεί πως με την ποίηση δεν υψώνεται. αντίθετα, η ποίηση μετασχηματίζεται σε μία κλίμακα καθοδική που τον οδηγεί διαρκώς και προσεγγιστικά προς την ταπεινότητα ως βασική προϋπόθεση της αληθινής δημιουργίας: 

κάθε μου ποίημα κι ένα βαθύ σκαλί,     
για να κατέβω, να κατέβω     
μες στης γλυκιάς ταπεινοσύνης το βυθό     



Η ειλικρίνεια και η ποιητική αυτογνωσία οδηγείται στο μέγιστο σημείο της, όταν ο ποιητής αυτοαναλυόμενος προσδιορίζει ότι κάθε τι που συνθέτει, είναι στην ουσία εικόνα και δάνειο από τη θεία Ποιητική Δημιουργία. Μάλιστα έχει συνθέσει ένα ολόκληρο ποίημα, του οποίου ο τίτλος είναι ενδεικτικός, όσο και αποκαλυπτικός: «Ειρωνεία», ώστε να τονίσει απευθυνόμενος στους αναγνώστες και τους κριτικούς του, ενδεχομένως και προκαταβολικά, τους ασήμαντους στίχους του που είναι μόνον λογοκοπία: 

«Αν ψάξετε τον κόρφο μου δε θα βρήτε τίποτε άλλο 
από μια δέσμη χειμωνιάτικα χειρόγραφα,
 
μια δέσμη από παράξενα τοπία
 
που μου τα φέρνει ο άνεμος από πανάρχαιες θάλασσες,
 
εικόνες κλεμμένες απ’ τα ποιήματα του Θεού,
 
μια δέσμη χειρόγραφα, εικόνες και τοπία
 
που αν τα καίγατε όλα μαζί στο τζάκι σας
 
η στάχτη τους θα μύριζε μονάχα
 
λογοκοπία»



Ο μύθος αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση της ποιητικής τέχνης. Είναι το υλικό που διοχετεύει στο σώμα του ποιήματος το απαραίτητο υπόβαθρο της ιστορίας, μέσα από την οποία ο ποιητής έχει κάτι να πει στους αναγνώστες του. Λέξη και μύθος έχουν τη δύναμη να ενσαρκώσουν, παροδικά όμως, το δημιουργικό πυρετό του ποιητή μέσα στο σώμα του στίχου10

Στα Τραγούδια του Ανήλιαγου η πρώτη ενότητα είναι αφιερωμένη στον πατέρα του ποιητή, ο οποίος ενδύεται το συμβολικό σχήμα του δύτη – μολονότι το επάγγελμά του ήταν μηχανικός – και το πραγματικό γεγονός παρουσιάζεται μερικές φορές στο τέλος του ποιήματος, ενώ προτάσσεται ο ποιητικός σχολιασμός στην αρχή του: 

«Κοιμάται ο άνθρωπος πάνω στη χλόη της καλοσύνης του. 
………………………………………………………
 
Με κείνο το χαμόγελο που το κράτησες αμάραντο εξήντα πέντε χρόνια».
 



Ως μεταφορικός και συμβολικός δύτης ο αγαπημένος πατέρας εξακολουθεί να υπομνηματίζει με την απουσία του την πολύτιμη αλλοτινή ύπαρξή του: 

Δε μελετάς πια τον κόσμο μεσ’ από μάτια γυάλινα,     
δεν ξεσηκώνεις στα σχέδια με τις διαστάσεις που ήξερες     
τα σπίτια, τα ποτάμια και τις λίμνες

(σ. 16)    



Στη συγκεκριμένη ποιητική συλλογή θα συναντήσουμε νύξεις για τη φιλτραρισμένη και διυλισμένη αξιοποίηση του Αιτωλικού μύθου με έμμεσους υπαινιγμούς όπως: 

Με τη δίψα του βασιλιά Ανήλιαγου     
που σκάβει το ξερό βουνό, για να φέρει στην Κυρά Ρήνη το νερό,
από τη λίμνη τ' Αγγελόκαστρου     

(σσ. 22, 23)    

 

 

 

 

Παράλληλα, η λογοτεχνική παραγωγή της κλασικής αρχαιότητας σε συνδυασμό με την επίδραση από την αντίστοιχη αξιοποίησή της στο Σεφερικό έργο οδηγεί τον Τ. Γιανναρά σε στίχους που δείχνουν την επιρροή που άσκησε στο ποιητικό του έργο και η γενιά του ’30. Ενδεικτικά παραθέτουμε την περίπτωση του στίχου: 

«με τούτα τα σπασμένα γόνατα και το κομμένα χέρια» (σ. 26)



ο οποίος παραπέμπει στο σεφερικό: 

«Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια»



Παρόμοια είναι η περίπτωση της αξιοποίησης θεμάτων από τη γενιά των Ατρειδών12 (σελ. 40) και τον Ομηρικό Οδυσσέα13 (σελ. 57). 

Αξίζει να σταθούμε στον τρόπο με τον οποίο το θέμα της λιμνοθάλασσας του Μεσολογγίου αξιοποιήθηκε στο ποιητικό έργο του Τ. Γιανναρά από άποψη περιεχομένου. Ο ενάλιος κόσμος του βυθού και ειδικά τα φύκια αποκτούν για τον ποιητή μια ιδιαίτερη σημασία ως προς την αφή τους και η αίσθηση αυτή μετασχηματίζεται σε ποιητική ευαίσθητη χειρονομία: 

και φέρε μου στα χέρια τούτα που λησμόνησαν στα φύκια την αφή (σ. 23)



ή 

να ψηλαφώ τα φύκια, ν’ ανακατώνω τα φώσφορα (σ. 35)



Το καμάκι του ψαρά μετατρέπεται σε συμβολική λειτουργία της ακάματης ανθρώπινης προσπάθειας για να αγγίξει το όνειρο και την ευτυχία: 

και να καρφώνω με το καμάκι μου τη λεία σάρκα 
που ταξιδεύει στ’ όνειρο και την ειρήνη του νερού (σ. 35)
 



Η πρώτη και η δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου μεταλλάσσεται συστελλόμενη (από τη διαχρονική και παγκόσμια σημασία της) σε προσωπική αυτοπολιορκία του ποιητή, ο οποίος προσπαθεί να εκπορθήσει το ποιητικό οχυρό της αληθινής τέχνης: 

Ξαναδιαβάζω την πρώτη και τη δεύτερη πολιορκία μου 
στο χωματένιο φράχτη,
 
ξαναπαίρνω τη στάχτη στα χέρια μου
 
και πλάθω καινούργια ποιήματα
 
…………………………………………
 
μέσα στου Μάγερ την αγκαλιά,
 
στοιχειοθέτης της θλίψης μου,
 
χρονικογράφος της λησμονιάς μου (σ. 41)
 



Η ελώδης ακινησία της λίμνης δανείζει το στιλπνό της χρώμα στο βασανισμένο από την απώλεια του έρωτα πρόσωπο του ποιητή: 

Κοιτάξτε με, απ’ τα νεροσταλάματα 
το πρόσωπό μου τρύπησε το πέτρινο,
 
ράγισε ο στοχαστικός καθρέφτης του μετώπου μου
 
και τ’ αετίσια μάτια μου πήραν το χρώμα του βυθού
 
και τη στιλπνή ακινησία του έλους (σ. 49)
 



Το ηλιοβασίλεμα επίσης καθίσταται αφορμή ρεμβασμού και περισυλλογής μέσα από «τα σκουντήματα του άνεμου»: 

Βουλιάζει ο ήλιος στη λιμνοθάλασσα 
κι αφήνει τώρα ν’ αφουγκράζομαι
 
τις μυστικές συγκρούσεις μες το αίμα μου (σ. 61)
 



ενώ οι Αλκυονίδες μέρες ξυπνούν στον ποιητή την επιθυμία για την αίσθηση της ομορφιάς ως της πιο μεγάλης αλκυόνας «πα στου βοριά τα κύματα και στους αφρούς του γραίγου». 

Το αντιπροσωπευτικότερο ποίημα της ενότητας για τη λιμνοθάλασσα έχει τον τίτλο: «Ρεμβασμός στις αλυκές» (σ. 59) και είναι γραμμένο με παραδοσιακή στιχουργική τεχνική: 

Ρεμβασμός στις Αλυκές 

Κάποτε αρνιέται η θάλασσα την ασημένια δίνη
 
κι έρχεται μόνη σ’ άτρεμα σύνορα να σταθή.
 
κάποτε αρνιέται η θάλασσα την απεραντοσύνη
 
κι έρπει στα έλη τα ζεστά να μεταμορφωθεί.
 
Τότε μαζί της σέρνεσαι, μαύρη ψυχή ωκεάνια,
 
από τα βάθη τα μουντά και τη βαθιά φυγή
 
και πλέεις στα τέλματα έκθαμπη, στις μούντες, στα τηγάνια,
 
και μες στη λάμψη χάνεσαι που φωσφορίζει η γη.
 
Τώρα δε βλέπεις τίποτε μπροστά σου να σαλεύη.
 
ο ήλιος είναι θάνατος που σε κοιτάει στηλά.
 
μα κάτι ακούς τριγύρω σου που αθανασία γυρεύει
 
από τη στέγνα την πυρή που σου χαμογελά,
 
κάτι σα δίψα σκοτεινή που δυνατά σε κράζει
 
να βγης απ’ την ουσία σου, στη διάφανη να μπης
 
στιγμή της μεταμόρφωσης και το κορμί σου στάζει
 
κόμπους χρυσούς τον ίδρωτα στον κόρφο της σιωπής.
 
Να το, που πλάι σου ξαφνικά παρθένο έχει ανατείλει,
 
αστέρι πρωτογέννητο στον άσπαρτο ουρανό,
 
μαργαριτάρι απ’ της καρδιάς βγαλμένο το κοχύλι,
 
όραμα που πυκνώνεται μπροστά σου σιγανό.
 
τ’ αλάτι βγαίνει απ’ την αγνή σιγή και σε κοιτάζει
 
κι εσύ μες στο κοχύλι σου μαζεύεσαι ξανά
 
απ’ την τρομάρα του στοιχειού που γρήγορα ξαλλάζει
 
και πήζει γύρω σου από φως ολόασπρα βουνά.
 



Ο καθρέφτης και τα πρόσωπα: Στο πλαίσιο του μύθου ο καθρέφτης αποτελεί για τον ποιητή το αντικείμενο όπου όλα προβάλλονται με καθαρότητα, διαύγεια και συνέπεια. Δεν διαψεύδει, δεν ωραιοποιεί, δεν εξιδανικεύει. Ταυτίζεται με τη φωνή της συνείδησης, αποκαλύπτει τις κρυμμένες διαστάσεις της ψυχής, είναι μαγικός όσο και εύθραυστος. 

Μέσα στην καθαρότητά του αντανακλάται η ψυχή καθαιρόμενη από τα προσωπεία της και λυτρωμένη από τα θραύσματά της. 

και σκύβοντας μες στο βαθύ πηγάδι μου 
ρουφάω, ρουφάω τον πικρόν αχό και τον αντίλαλο
 
και καθρεφτίζομαι γυμνός στα σκοτεινά του στέρνα (σ.29)
 



Τέλος η προσευχή στο Θεό περιέχει την ικετευτική επίκληση για παρηγοριά και παραμυθία στο πολυκύμαντο πέλαγος, να γιατρέψει τις πληγές, να κλείσει στις φτερούγες του τη φοβισμένη καρδιά του πένητος ανθρώπου: 

Κύριε των νεφελών, 
Κύριε των ποταμών και των υδάτων,
 
Σε περιμένουμε ξανά στο γύρισμα του χρόνου.
 



Προχωρούμε στη δεύτερη παράμετρο της προσέγγισής μας, τη σιωπή. Ανάμεσα στην ανυπαρξία και την ύπαρξη, ο ποιητής διαλέγει το δρόμο της δημιουργικής πορείας του λόγου, ο οποίος είναι πράξη. Η σιωπή αρθρώνεται σε στιγμές μυστικές, όταν ο ποιητής εντοπίζει την πραγματική του ύπαρξη, τον παλμό και την ένταση, τη μαγεία της λέξης. Οι λέξεις ματώνουν, πονούν. Επίμονα τριγυρνούν στο μυαλό του ποιητή τα λόγια όσων τον πληγώνουν. Αυτά θα μετατραπούν σε ποίηση επεξεργασμένα από την ευαισθησία του και θα επιδιώξει την επικοινωνία, το πλησίασμα των ψυχών. Όταν ο ποιητής απομονώνεται στη μοναξιά και στη σιωπή του είναι που θέλει να ανασυγκροτηθεί, για να διασωθεί: 

ας μου δώσει η σιωπή το βελουδένιο αχείλι της 
και θα μπορέσω να σου μιλήσω (σ.10)
 



Η σιωπή ως έννοια και περιεχόμενο παραμένει ανερμήνευτη (σ. 15) ή ταυτίζεται με το ταξίδι σε έναν άλλο κόσμο (σ. 12), ενώ συχνά ο υπερβολικός θόρυβος εξισώνεται με τη σιωπή (σ.16) μέσα «στον κόσμο αυτό τον άλαλο και το βουβό» (σ. 30) όπου τα αγάλματα της σιωπής κατακλύζουν τις άδειες από ουσιαστική επικοινωνία πολιτείες (σ. 33), ενώ η παρουσία του Θεού σιωπηλά συντροφεύει τη μέσα σε περίσκεψη και σιωπή ανθρώπινη ποιητική δημιουργία: 

Αγρυπνάς μαζί μου κι αγωνιάς κι εσύ πάνω στο άσπρο αυτό χαρτί, 
………………………………………………………………
 
γυρίζεις τις σκουριασμένες βρύσες και σωπαίνεις (σ. 34)
 



Η σιωπή της νύχτας μετατρέπεται σε κοχύλι που κατεβαίνει από τ’ άστρα, ώστε να επικοινωνήσει ο ποιητής με άφωνους κόσμους, κάθε φορά που η επικοινωνία σκοντάφτει στην αδιαφορία: 

Η νύχτα είναι ’να διάφανο κοχύλι ακουστικό 
που το ξεκρεμάς απ’ τάστρα, για να τηλεφωνής
 
σε κόσμους που δεν έχουνε φωνή,
 
……………………………………………
 
Η νύχτα είναι ’να διάφανο κοχύλι ακουστικό
 
που το τσακίζεις καταγής από θυμό,
 
γιατί ’ναι πάντα χαλασμένο, π’ ανάθεμά το ! (σ. 31)
 



Ενώ ο άνεμος και η νύχτα γίνονται άλλοτε πολύτιμοι αρωγοί στην ολοκλήρωση της ποιητικής σύνθεσης. (Ανάλογες θέσεις συναντούμε στον Τ. ?γρα και στον Α. Μελαχρινό). 

Η μνήμη 

«Τι σε θέλουν οι καημοί που λεν: θυμήσου;» (Α. Μελαχρινός) 



Η ανάκληση της μνήμης ως αφορμή ποιητικής έμπνευσης λειτουργεί συχνά στην ποίηση του Τ. Γιανναρά σε συνδυασμό με την ομολογημένη θλίψη και τη διαπιστωμένη οδύνη: 

μα δεν μπορείς να λησμονήσης 
πως είσαι ’να κρούσταλλο που καθρεφτίζει τη θλίψη του καιρού
 
κι ένας μαγνήτης που τραβάει την οδύνη (σ.27)
 



Ενδέχεται όμως η μνήμη να συντηρεί δια της ποιητικής γραφής την αναπόφευκτη λήθη: 

Χρονικογράφος της λησμονιάς μου (σ. 41) 



ή επανέρχεται με τρόπο ρυθμικό μέσα στους στίχους ανακαλώντας ήχους και ρυθμούς από λαϊκή ποίηση και μουσικές παρηχήσεις: 

Θυμάται κάτου στο γιαλό, κάτου στο περιγιάλι, 
θυμάται μεσ’ απ’ το θυμάρι (σ. 13)
 



Προχωρούμε στη συνοπτική παρουσίαση των σημαντικότερων γνωρισμάτων της ποιητικής τέχνης του Τ. Γιανναρά. 

 

 

Ι. Ο εσωτερικός μονόλογος 

Ο εσωτερικός μονόλογος ως μια ιδιότυπη μορφή διαλόγου αποπνέει το άρωμα της εσωτερικότητας και της προσωπικής εκμυστήρευσης. Ο τόνος είναι εξομολογητικός, ένας λόγος που αποβλέπει να εκφράσει με ειλικρίνεια την εσωτερική πραγματικότητα απελευθερωμένος από τις συμβατικότητες του συνηθισμένου διαλόγου. Ο ποιητής με το β’ ενικό πρόσωπο υποθέτει πως έχει απέναντί του ένα συνομιλητή. Ο υποθετικός αυτός συνδιαλεγόμενος είναι κατ’ αρχήν ο εαυτός μας προς τον οποίο οφείλουμε να απευθυνόμαστε με παρρησία. Ο εσωτερικός μονόλογος μετατρέπεται σε μία παρατηρησιακή γλώσσα που με υπομονή και ικανότητα αποτυπώνει και αποκρυπτογραφεί το βάθος των καταστάσεων. Η εσωτερική δυναμικότητα αυτής της μορφής λόγου σε συνδυασμό με την κατάλληλη τοποθέτηση των λέξεων στο ποίημα οδηγεί σε αισθητικά αποτελέσματα: 

αν είναι η απλή ψυχή μου πεταλούδα, 
…………………………………
 
για να’ χω μαζεμένα τα πανιά
 
απ’ τη βαθιά πνοή που λέει: τραγούδα
 
και κάμε μουσική τη σκοτεινιά (σ.52)
 



ΙΙ. Παράθεση – Επεξήγηση 

Ο Τ. Γιανναράς αρέσκεται συχνά στη χρησιμοποίηση του συντακτικού σχήματος της επεξήγησης προκειμένου να διασαφηνίσει και να εκλεπτύνει τη συναισθηματική του διάθεση απευθυνόμενος στους αναγνώστες: 

τριγύρω απ’ την ακρόπολη του πόνου, την καρδιά μου; ( σ. 39) 



Εξίσου όμως χρησιμοποιεί και το αντίστροφο συντακτικό σχήμα της παράθεσης με την οποία προάγει και γενικεύει την εξειδικευμένη προβολή του ψυχικού του κόσμου: 

Η δίψα μου, η δίψα μου αστέρι πολικό. 



ΙΙΙ. Επανάληψη 

Η επανάληψη είναι το κατ’ εξοχήν σχήμα που χρησιμοποιεί ο Τ. Γιανναράς με διάφορες παραλλαγές και μορφές: Με αυτή επιδιώκει την επίταση της εσωτερικής του έντασης και την προβολή του μέγιστου σημείου από την κορύφωση του ψυχικού του πόνου. Διακρίνουμε τις ακόλουθες μορφές: 

α. Απλή επανάληψη στον ίδιο στίχο: 

ρουφάω, ρουφάω (σ. 29) 



β. Επανάληψη και προσθήκη: 

Αν αύριο ξυπνήσουν οι άνθρωποι, 
Αν αύριο ξυπνήσουν και ρωτήσουν,
 



γ. Επανάληψη όμοιων και παρόμοιων ηχητικά λέξεων μέσα στον ίδιο στίχο. Το αποτέλεσμα είναι η μεγενθυμένη προβολή της ποιητικής αγωνίας: 

αυτός κι ο τελευταίος μου σπασμός, 
ο ασπασμός μου ο τελευταίος τελευταίος (σ.24)
 



δ. Επανάληψη με προσθήκη παράθεσης σε αυτή στον ίδιο στίχο: 

Η δίψα μου, η δίψα μου, αστέρι πολικό 



ε. Επανάληψη συγκινησιακά φορτισμένη επίμονα και βασανιστικά γύρω από τη λέξη - κλειδί: 

δίχως να φοβάται την πτώση, την πτώση ; (σ.17) 



στ. Προοδευτικοί αναβαθμοί επανάληψης: 

Κάτι ξέρει ο άνεμος που σε ντύνει με την αόρατη χλαμύδα του, 
Κάτι ξέρει η ομίχλη που έρχεται ξεχτένιστη
 
…………………………………………………………
 
κάτι ξέρει ο άνεμος, κάτι ξέρει η ομίχλη, κάτι ξέρεις κι εσύ (σ. 28)
 



ζ. Επανάληψη παραδοσιακού λαϊκού τραγουδιού του οποίου όμως το εύθυμο περιεχόμενο μετασχηματίζεται σε οδυνηρή εμπειρία. Με τον τρόπο αυτό πραγματοποιείται η δραματική κορύφωση του συντακτικού σχήματος της επανάληψης κατά την έκθεση της ποιητικής ιστορίας: 

θυμάται κάτου στο γιαλό, κάτου στο περιγιάλι, 
θυμάται μεσ’ απ’ το θυμάρι.
 
…………………………………………
 
Κάτου στο γιαλό, κάτου στο περιγιάλι
 
του πήραν οι Αλουστίνες το μεσημέρι τη μιλιά,
 
του πήραν οι σπηλιάδες το τιμόνι
 
κι ο θάνατος που του ξερίζωσε την καρδιά
 
γίνηκε μονομιάς κοράλι
 
κάτου στο γιαλό, κάτου στο περιγιάλι.
 



η. Στο πλαίσιο της δραματικής κορύφωσης της επανάληψης εντάσσεται και η περίπτωση της εμφαντικής προβολής του συναισθηματισμού με την προσθήκη και επιπρόσθετη επανάληψη στο τέλος του τρίτου στίχου: 

Πουλί πουλάκι ζύγωσε να σε δω 
πουλί πουλάκι να σε ρωτήσω
 
πουλί πουλάκι δε θάρθη δε θάρθη.
 



Επίσης ο Τ. Γιανναράς χρησιμοποιεί στον ποιητικό του λόγο εκφράσεις που προέρχονται από τον ελληνικό λόγο παλαιότερης μορφής, είτε αυτούσιες, είτε συνειδητά παραλλαγμένες. Ενδεικτικό της δεύτερης περίπτωσης είναι η τροποποίηση του ελληνικού (στην Παλαιά Διαθήκη) «αβρόχοις ποσί» στη διατύπωση: οι άβροχοι ουρανοί (σ. 22) 


IV. Ενεργητική – Παθητική σύνταξη 

Ενδεικτική είναι η συντακτική κίνηση ανάμεσα στην εναλλαγή της χρήσης ενεργητικής και παθητικής σύνταξης με την οποία παίζει με την ίδια λέξη και τις εναλλακτικές γραμματικές μορφές της: 

τα ματωμένα χέρια που καθρεφτίζουν το πρόσωπο 
η ζωή που καθρεφτίζεται στα λάθη της
 
και σπάει τον καθρέφτη (σ. 50)
 



V. Ασύνδετο σχήμα με προοδευτικούς αναβαθμούς διεύρυνσης του σημασιολογικού περιεχομένου των λέξεων: 

Μέρες και νύχτες που σκύβουν περίεργες από πάνω μου 
μήνες που ρωτούν ανήσυχοι
 
χρόνια που λοιώνουν από αγωνία.
 



VI. Μουσικότητα-Παρηχήσεις 

α. Ένας από τους τρόπους που επιλέγει ο Τ. Γιανναράς προκειμένου να δημιουργήσει μουσική υποβλητική ατμόσφαιρα είναι η χρήση των κλητικών προσφωνήσεων – επικλήσεων με τις οποίες επικεντρώνει το σφυγμό και τον παλμό του στίχου στο σημείο που προβάλλει μεγεθυντικά τη δόνηση της ψυχής του: 

άνεμε που φυσάς απ’ τη μασχάλη 
της θάλασσας, αύρα που σε ρωτώ
 



?λλες πάλι φορές για να προσδώσει μεγαλύτερη ένταση στην εσωτερική του διέγερση μετέρχεται στο σώμα του στίχου μαζί με την κλητική προσφώνηση και την παρεμβολή επιτακτικών μορίων που ενισχύουν το καταφατικό περιεχόμενό της: 

Φύσα, ναι φύσα πνοή του ανέκφραστου και μη μ’ αφήνης μόνο 



β. Η χρήση των παρηχήσεων συμβάλλει αποτελεσματικά στη δημιουργία μιας ηχητικής ατμόσφαιρας που κατά περίπτωση προβάλλει εμφαντικά κι ένα διαφορετικό φθόγγο: 

σ’ ένα μεγάλο φράχτη από φωτιά (σ. 52) 
……………………………………………………
 
και σπρώξε το τραγούδι μου ως το στερνό το σύνορο (σ. 30)
 



Συνοψίζοντας, θα λέγαμε ότι η ποίηση του Τ. Γιανναρά διακρίνεται για το συμβολιστικό της περιεχόμενο, το διάφανο, λεπτό και ευγενή λυρισμό της, τη συγκρατημένη θλίψη της και τη σεμνή στάση της απέναντι στον κόσμο, την ευαισθησία στη μορφή και στο περιεχόμενο του ποιήματος, τη δημιουργική αξιοποίηση της κλασικής παιδείας, το διαυγή στοχασμό και την ομολογία της ανθρώπινης ενοχής και αδυναμίας. 

Με τα λόγια του ίδιου του ποιητή: 

«Ας μη λησμονούμε, άλλωστε, ότι η ποίησις γενικώς και ο ποιητής 
είναι δύο φαινόμενα που αξίζουν κάθε προσοχή, κάθε αγάπη και
 
κάθε κατανόηση»14
 

 

 

 

Βιβλιογραφία

  • Γιανναράς Τ., Τα «φίλτρα επωδών» του Αποστόλου Μελαχρινού, Μελέτη, Αθήναι, 1939.
  • Δημαράς Κ.Θ., Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Β΄έκδοση, Αθήνα 1957.
  • Κανίνιας Σ., «Αναστάσιος Γιανναράς. Μία σκιαγραφία του», Νέα Εστία, τομ. 104, τ. 1224 (1-7-1978) 851-861.
  • Καρβέλης Τ., «Το ποιητικό έργο του Α. Γιανναρά», Μνήμη Αναστασίου Γιανναρά, έκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1981, σσ. 295-303.
  • Καρβέλης Τ., Η νεότερη ποίηση. Θεωρία και πράξη, εκδ. Κώδικας, Θεσσαλονίκη 1983.
  • Κόρφης Τ. «Γιανναράς Αναστάσιος», Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, τ. 17, σσ. 242-243.
  • Μαστροδημήτρης Π.Δ., Εισαγωγή στη νεοελληνική φιλολογία, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1983.
  • Μπεκιάρης Α.Π., «Αναγραφή δημοσιευμάτων Αναστασίου Γιανναρά», Μνήμη Αναστασίου Γιανναρά, εκδ. Παπαζήση, σσ. 304-321.
  • Μπεκιάρης Α.Π., «Το κριτικό και δοκιμιογραφικό έργο του Αναστασίου Γιανναρά», Μνήμη Αναστασίου Γιανναρά, εκδ. Παπαζήση, σσ. 284-294.
  • Σεφέρης Γ., Ποιήματα, 14η έκδοση, Αθήνα 1982.


ΤΑΣΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ

  • Γιανναράς Τάσος, Τα φίλτρα επωδών του Αποστόλου Μελαχρινού, Μελέτη, Αθήναι 1939.
  • Κανίνιας Σπύρος, «Αναστάσιος Γιανναράς. Μία σκιαγραφία του», Νέα Εστία, τομ. 104, τευχ. 1224, 1-7-1978, σσ. 851-861.
  • Καρβέλης Τάκης, Δεύτερη ανάγνωση. Δοκίμια, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1984.
  • Καρβέλης Τάκης, Η νεότερη ποίηση. Θεωρία και πράξη, εκδ. Κώδικας, Θεσσαλονίκη 1983.
  • Καρβέλης Τάκης, «Το ποιητικό έργο του Α. Γιανναρά», Μνήμη Αναστασίου Γιανναρά, έκδ. Παπαζήση Αθήνα 1981, σσ. 295-303.
  • Κόρφης Τάσος, Γιανναράς Αναστάσιος, Εγκυκλ. Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, τομ. 17, σσ. 242-243.
  • Κόρφης Τάσος, Ματιές σε ποιητές του Μεσοπολέμου: Δοκίμια, εκδ. Πρόσπερος, Αθήνα 1978.
  • Μαστροδημήτρης Π.Δ., Εισαγωγή στη νεοελληνική φιλολογία, εκδ. Δόμος, Ε΄ έκδοση, Αθήνα 1990.
  • Μπεκιάρης Α.Π., «Αναγραφή δημοσιευμάτων Αναστασίου Γιανναρά», Μνήμη Αναστασίου Γιανναρά, εκδ. Παπαζήση, σσ. 304-321.
  • Μπεκιάρης Α.Π., «Το κριτικό και δοκιμιογραφικό έργο του Αναστασίου Γιανναρά», Μνήμη Αναστασίου Γιανναρά, εκδ. Παπαζήση, σσ. 284-294.
  • Πολίτης Θ. Μ., Σκιαγραφήσεις Λογοτεχνών, Β΄ έκδοση, εκδ. Πολύπλευρο, Μεσολόγγι 1986.


1 Τ. Κόρφη, «Γιανναράς Αναστάσιος (Τάσος)», Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, τ. 17, σσ. 242-243. 
2 Σ. Α. Κανίνια, «Αναστάσιος Γιανναράς». Μια σκιαγραφία του», Νέα Εστία, τομ. 104, τ. 1224 (1-7-1978), 851-861. 
3 Τ. Κόρφη, «Γιανναράς Αναστάσιος (Τάσος)», Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, τ. 17, σσ. 242-243. 
4 ο.π, 243, Τ. Καρβέλη, «Το ποιητικό έργο του Α. Γιανναρά», (εκδ. Παπαζήση), Μνήμη Αναστασίου Γιανναρά, Αθήνα 1981, σσ. 295-303. 
5 Για τα δοκίμια του Τ. Γιανναρά βλ. Α.Π. Μπεκιάρη, «Το κριτικό και δοκιμιογραφικό έργου του Αναστασίου Γιανναρά», (εκδ. Παπαζήση), Μνήμη Αναστασίου Γιανναρά, Αθήνα 1981, σσ. 284-294. 
6 Για το σύνολο των δημοσιευμάτων του Τάσου Γιανναρά βλ. Α.Π. Μπεκιάρη, «Αναγραφή δημοσιευμάτων Αναστασίου Γιανναρά», (εκδ.Παπαζήση), Μνήμη Αναστασίου Γιανναρά, σσ. 304-321. 
7 Βλ. Τ. Καρβέλη, «Το ποιητικό έργο του Α. Γιανναρά», σ.298 σημ. 5, του ίδιου, Η νεότερη ποίηση. Θεωρία και πράξη, Θεσσαλονίκη 1983, σσ. 16-17. 
8 Τ. Γιανναρά, Τα «φίλτρα επωδών» του Απόστολου Μελαχρινού. Μελέτη, Αθήναι 1939, σσ. 13-14 
9 Βλ. ο.π., σσ. 14-15. 
10 ό.π., σ. 41. 
11 Γ. Σεφέρη, Ποιήματα, Αθήνα 198214, σ. 45. 
12 ό.π. σσ. 62-63. 
13 ό.π. σσ. 87-89. 
14 Τ. Γιανναρά, «Τα φίλτρα επωδών» του Απόστολου Μελαχρινού, σ. 47. 

ΣHMEIΩΣH: Το κείμενο αυτό είναι παρμένο από το βιβλίο «ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ ΤΗΣ ΛΙΝΜΟΘΑΛΑΣΣΑΣ» που εκδόθηκε από την Παπαχαραλάμπειο Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ναυπάκτου το 2002. 

 


 

 

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε την εμπειρία χρήσης σας. Χρησιμοποιώντας αυτή την ιστοσελίδα αποδέχεστε τους όρους μας. Όχι, θέλω να μάθω περισσότερα.