ΖΩΤΟΣ ΜΙΝΩΣ

κείμενα: Θ. Μ. ΠΟΛΙΤΗΣ, ΘΩΜΑΣ ΓΚΟΡΠΑΣ

Το ποιητικό έργο του Μίνου Ζώτου

Το σύνολο του ποιητικού έργου του Μίνου Ζώτου δεν είναι εκτεταμένο, αφού μέσα στα δέκα περίπου χρόνια της ποιητικής του ζωής (πέθανε, όπως είναι γνωστό προτού συμπληρώσει τα 28 του χρόνια) 1 δεν πρόλαβε ούτε να το αναπτύξει ούτε να το κορυφώσει. Παραταύτα, όμως, κρινόμενο και ως ποσότητα δεν μπορεί να θεωρηθεί ευκαταφρόνητο. Απαρτίζεται από τρεις ποιητικές συλλογές κι απ’ άλλα «σκόρπια» ποιήματα δημοσιευμένα, κατά καιρούς, σε διάφορα έντυπα αλλά και από ποιήματα που δεν είδαν στο φως της δημοσιότητας. Θα προσπαθήσουμε να το προσεγγίσουμε τηρώντας τη χρονολογική σειρά.

Η πρώτη ποιητική συλλογή του Μίνου Ζώτου τυπώθηκε το έτος 1929 και κυκλοφόρησε με τον τίτλο: Βήματα. Χωρίζεται σε δυο ενότητες με τις επιγραφικές ενδείξεις: «Λησμονημένοι σκοποί» και «Βήματα». Περιλαμβάνει, συνολικά, 36 ποιήματα. Η στιχουργική γραφή ακολουθεί παραδοσιακές φόρμες. Οι στίχοι ομοιοκαταληκτούν σταυρωτά. Χαρακτηριστικό είναι το ποίημα που τιτλοφορείται «Σιγά-Σιγά»

«…Σιγά-σιγά. μη βιάζεσαι ζωή. Φρόνιμα τώρα.
Τα θέλγητρά σου σπάταλα κι αν σκόρπιζες μπροστά μου,
εγώ σου ακριβοπλήρωσα τ’ απατηλά σου δώρα,
μ’ όλους, θαρρώ τους πόθους μου και μ’ όλα τα όνειρά μου.
………………………………………………………
Το βλέπω πια. υστερόβουλη, ζωή, μου εφάνεις. Τώρα
στάλα τη στάλα ράθυμα θα πιω το νέο ποτήρι.
κι αν είναι αργά και θάνατός μου γίνει απά στην ώρα
Θα μ’ εύρει σαν τον άτρομο, καλό καραβοκύρη…»



Όπως συμπεραίνεται εκ των υστέρων, όταν έγραφε αυτό το ποίημα ο Μίνως Ζώτος, είχε διαισθανθεί τη σύντομη διάρκεια και την αναγκαστική σμίκρυνση του βιολογικού του κύκλου.

Η πρώτη συλλογή του εμπεριέχει ποιήματα που είχε γράψει ώς το 1929. Η κριτική-λογοτεχνική σκέψη της εποχής εκείνης τα αντιμετώπισε ευνοϊκά και επαινετικά. Είχαν γράψει επαινετικές κριτικές παρουσιάσεις: ο Κλέων Παράσχος, ο Απόστολος Μαγγανάρης, ο Χαρίλαος Παπαντωνίου (αδερφός του Ζαχαρία Παπαντωνίου), ο Σπύρος Παναγιωτόπουλος και άλλοι. Αποσπούμε χαρακτηριστικές κρίσεις:

«…Τα τραγούδια του νεοκλασικά (………) έχουν το χρώμα της υγιούς ποιήσεως. Τα «Βήματά» του ακούσθησαν σαν σταθερά βήματα επάνω στο δρόμο της επιτυχίας…». Συνόψισε ο Απόστολος Μαγγανάρης.

«Ως ποιητής ο Μίνως Ζώτος διψά μουσικώς τον Μαλακάση και είναι αφ’ετέρου κυριευμένος από την τεχνική αδηφαγίαν του Μορεάς. Φιλοσοφικώς φαίνεται ότι κοντεύει να τον αφομοιώσει εις τα ποιήματά του…».Αποφάνθηκε ο Χαρίλαος Παπαντωνίου.

«… Ο στίχος του, υποταγμένος σ’όλους τους αυστηρούς τεχνικούς κανόνες, είναι δροσερός, αρμονικός, αψεγάδιαστος και κορνιζάρει ταιριαστά τις περίτεχνες εικόνες της ψυχής του…». Συμπέρανε ο Σπύρος Παναγιωτόπουλος.

Η δεύτερη ποιητική συλλογή του Μίνου Ζώτου τυπώθηκε στα 1930 και κυκλοφόρησε τον ίδιο χρόνο με τον τίτλο Αφιέρωμα. Είναι χωρισμένη στις ενότητες: «Αφιέρωμα» και «Ο εξόριστος». Απαρτίζεται από τριάντα δύο (32) ποιήματα παραδοσιακής στιχουργικής μορφής. Ένα από τα ωραιότερα ποιήματα της συλλογής αυτής είναι και το τιτλοφορούμενο «Περιδέραιο» από το οποίο αποσπούμε χαρακτηριστικές στροφές:

«… Ν’ αποξεχνιέμαι
κι ώρες να σε κυττάζω εκστατικός.
σε μύρο, σε αύρα, σε όνειρο, σε φως
να πνέω και να διαλυέμαι
Να μη ταράσσει
καθώς θα μπαίνω στο είναι σου ελαφρός
την αίσθησή μου, ουδ’όσο φύλλων θρος
τα ησυχασμένα δάση…

Ώ έσφιξαν τώρα οι μέρες.
οι ώρες στένεψαν πολύ.
η ωραία στιγμή περίτρομο πουλί
που καρτερεί τη μπόρα.

Μαζί να πλέμε
κι εγώ να σε κυττάζω εκστατικός.
σε μύρο, σε αύρα, σε όνειρο, σε φως
να πνέω και να διαλυέμαι…»



Με το ποίημά του αυτό ο Μίνως Ζώτος δημιουργεί τέλεια υποβλητική ατμόσφαιρα σε βαθμό έκστασης. Η αίσθηση της ζωής σε άμεση αντιστοιχία με τη συνείδηση του θανάτου. Η μοναδικότητα και το ανυπέρβλητο της ερωτικής δύναμης. Η δικαίωση της αξίας της ζωής διαμέσου του ερωτικού συναισθήματος. Ο εξαγνισμός και η υπέρβαση της φθαρτότητας με την παντοδυναμία της Αγάπης.

Στο ειδικό μελέτημά του για το Μίνω Ζώτο, ο Δημήτρης Γιάκος αναφέρει την πληροφορία πως όταν ο ποιητής Μιλτιάδης Μαλακάσης διάβασε σε χειρόγραφο το ποίημα τούτο, πλημμυρισμένος από αισθητική συγκίνηση άφησε το χαρτί να πέσει απ’ τα χέρια του…

Αργότερα, κι ύστερα από το θάνατο του Μίνου Ζώτου ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος έγραψε: 
«…κανείς δεν θα μπορέσει να του αρνηθεί την ποιητική ιδιοφυϊα, την πηγαία έμπνευση, το πλούσια θρεμμένο με το ίδιο του το φτωχό του αίμα πάθος. Όποιος τον γνώρισε δεν θα μπορέσει να τον ξεχάσει ποτέ. Ήταν μια θερμή φλογισμένη καρδιά πέρα-πέρα κι είναι γραφτό, φαίνεται, κάποιες καρδιές να γίνονται στάχτη με την ίδια τη φλόγα τους…»

Ο Γιώργος Κοτζιούλας εξάλλου αναφερόμενος στην κριτική-αισθητική ικανότητα του Μίνου Ζώτου έγραψε στα 1933 ανάμεσα στ’ άλλα και τα εξής χαρακτηριστικά:
«… Αξιοθαύμαστη ήταν η κρίση αυτού του νέου. Έκρινε με γνώση και ασφάλεια, δυσανάλογα με την ηλικία και την πείρα του. Σ’ ένα τετράστιχο που άξιζε τον κόπο εύρισκε ο Ζώτος λεπτομέρειες που δεν ήταν εύκολο στον καθένα να τις ιδεί. Εμάντευε τις μυστικές αιτίες που έκαμαν τον Ποιητή να εκφραστεί με τούτον ή τον άλλον τρόπο (…………………) ο Μίνως Ζώτος ήταν για την ερμηνεία ποιημάτων αυθεντία…». 

Η τρίτη και τελευταία ποιητική συλλογή του Μίνου Ζώτου, με τον τίτλο Σουρντίνα δεν τυπώθηκε όσο ζούσε ο ποιητής. Ούτε κυκλοφόρησε σε ξεχωριστό βιβλίο μετά το θάνατό του. Καταχωρήθηκε στα ?παντά του, δηλαδή στον τόμο που εκδόθηκε τιμητικά από την Κοινότητα Νεοχωρίου, με την επιμέλεια του Κ. Σ. Κώνστα.

Η συλλογή Σουρντίνα χωρίζεται σε πέντε ενότητες που έχουν τους εξής τίτλους: «Σουρντίνα», «Νότες», «Η Τούλα», «Το Τραγούδι» και «Στο περιθώριο». Απαρτίζεται από σαράντα έξι (46) ποιήματα. Η ποιητική εργασία της Σουρντίνας κάλυψε την κοντινή προς το θάνατο περίοδο της ζωής του Μίνου Ζώτου. Είναι διαποτισμένη από αγωνία και πόνο.

Στις περισσότερες λυρικές συνθέσεις αυτής της περιόδου συναντάμε μια έντονη μελαγχολία ή μια κραυγαλέα χαρά για ζωή ως αντίδραση κι αντίσταση στην επερχόμενη μοίρα του θανάτου. Την ίδια εποχή ο ποιητής, όπως προκύπτει από ορισμένες επιστολές του, βιώνει τη ζωή όσο μπορεί πιο έντονα: Ερωτεύεται και απογοητεύεται. Γλεντάει και ξενυχτάει. Ματώνει και αδιαφορεί. Ένα από τα αντιπροσωπευτικότερα ποιήματα αυτής της εποχής είναι το επιγραφόμενο «Το μαύρο περιστέρι» από το οποίο παραθέτουμε ορισμένους στίχους:

«…τα ξωτικά μου πήρανε το νου
κι εκεί που αρχίζει η θάλασσα η μεγάλη
απ’ τα ριζά του απόγκρεμου βουνού,
σε τούτο εδώ με ρίξανε ακρογιάλι,
π’ έχει μπροστά του πέλαο, βράχο πίσω
να μην μπορώ κοντά σας να γυρίσω.
………………………………………

Βοήθεια εγώ καμιά δεν καρτερώ
γιατί πηχτό σκοτάδι μας χωρίζει.
Σα μέσα σ’ άλλον έπεσα καιρό
και μια κατάρα ασήλωτη μ’ ορίζει
 
σε σας μηνώ καθένας να το ξέρει
 
με τούτο εδώ το μαύρο περιστέρι:

Είναι πολλά στο βίο τα ξαφνικά
κι απ’ την οργή της μοίρας φυλαχθείτε,
να μην σας βρουν και σας τα ξωτικά
και κάποιο βράδυ απάντεχα βρεθείτε
στα στοιχειωμένα μέρη στ’ ακρογιάλι,
 
εδώ που αρχίζει η θάλασσα η μεγάλη…»



Ο Μίνως Ζώτος, με το κακό προαίσθημα του θανάτου μέσα του, γύρισε στα 1932 στο χωριό του, οριστικά και αμετάκλητα αθεράπευτος από τη φυματίωση που φώλιασε στο στήθος του. Το τελευταίο του καλοκαίρι το πέρασε κάτω από αντίσκηνο, κοντά στο μοναστήρι «Αη-Γιώργης» του Ζυγού. Από εκεί, διωγμένος από τους καλόγερους, που φοβήθηκαν τη μεταδοτικότητα της νόσου, επέστρεψε στο χωριό του για να σβήσει τελικά στο σπίτι του, στην αγκαλιά της μάνας του το πρωϊ της 17ης Δεκεμβρίου του 1932.

Το προτελευταίο από τα είκοσι (20) εκτός σειράς ποιήματά του (καταχωρημένα κι αυτά στον τόμο των Απάντων του) έχει τον τίτλο «Δικαίωσις». Είναι στιχουργημένο με μέτρο και ομοιοκαταληξία σταυρωτή.

Πρόκειται για μια σαρκαστική φαντασίωση της μετά τον θάνατό του διαδικασίας. Θυμίζει ψαλμωδία κι έχει θαυμάσια εικονοπλασία. Θεωρείται αριστουργηματικό. Αξίζει να το παραθέσουμε:

«…Αγίων ψαλμοί και Αγγέλων κίνησις πολλή.
Η ανάκλησίς μου εν Ουρανοίς εορτή μεγάλη.
Εν νεφέλη αφαρπάζομαι. ?γγελοι εν στολή
προς το αναβήναι με κρατούν απ’ τη μασχάλη.
Και ιδού πομπή με δάδας και πυρσούς
 
με δέχεται εν οργάνοις. δεν απουσιάζει
εκ των Αγίων ουδείς, και μόνον ο Ιησούς
ολονέν και πλέον βαρύθυμος, πέραν μονάζει.

Μακαρίζω την τύχην. Ευτυχής εγώ
ότι ηξιώθην χάριτος. Εδόθη μοι όντως
 
λαμπρά δικαίωσις τον Θεόν να υμνολογώ
εκ δεξιών Αγίου Κλαυδίου του μειδιώντος…»



Ο Μίνως Ζώτος γνώριζε καλά πως δεν μπορούσε να νικήσει το θάνατο. Δεν παραδέχθηκε όμως, όπως φαίνεται, ποτέ την υπεροχή του. Δεν ταπεινώθηκε μπροστά στην ακατάβλητη δύναμή του. Δεν εκλιπάρησε και δεν ζήτησε παράταση ζωής. Αντιμετώπισε αγέρωχα τη μοίρα του. Και όταν πλησίασε η ώρα η … θριαμβική του Θανάτου σάρκασε, με ποιητικό τρόπο, το ζοφερό μεγαλείο της νίκης του.

Μόνο είκοσι επτά και μισό έτη έζησε στο φλοιό της γης ο Μίνως Ζώτος. Απ’ αυτά σχεδόν τα μισά τα πέρασε με τη συναίσθηση ότι η ασθένειά του ήταν ανίατη. Ίσως ήταν λίγα για μια ολοκληρωτική κατάκτηση της ποιητικής τέχνης. Ήταν όμως αρκετά για μια γνήσια λυρική περιγραφή του ψυχικού και συναισθηματικού του κόσμου, που εντυπωσιάζει με την ειλικρίνεια, συναρπάζει με τη ζωντανή εικονοπλασία, παρασύρει σε συμμετοχή και δημιουργεί άμεσες συγκινησιακές καταστάσεις για να δικαιώσει, τελικά, και την αγαθότητα της ποιητικής πρόθεσης και την ιερότητα της λυρικής αλλά «De Profundis» εξομολόγησης του Ανθρώπου.

Θ. Μ. Πολίτης

 

 

 

Ο ποιητής Μίνως Ζώτος 2

Ο Ζώτος, ένας από εκείνους που έφεραν το καινούργιο ποιητικό ρίγος ανάμεσα στο 1920 και στο 1930 και άνοιξαν το δρόμο για τον Εμπειρίκο, τον Σεφέρη και τους άλλους, έζησε και πέθανε τραγικά. Φυματίωση, φτώχια, πιοτό, ξενύχτι, απελπισμένοι έρωτες και μέγα πάθος για μια νέα ποίηση, μια ζωντανή γλώσσα, μια Ελλάδα καλύτερη…

Δεν είναι τυχαίο ότι κι ο κορμός της ποιητικής γενιάς του ’20 σε μεγάλο βαθμό αποτελέσθηκε από συμπατριώτες μας: Γιώργος Τσουκαλάς, Στάθης Ζαρκιάς, Γιώργος Αθάνας, Θόδωρος Σκουρλής, Χάρης Σταματίου, Τάκης Μπαρλάς, Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, Θωμάς Λαλαπάνος, Δημήτρης Γαλάνης, Τάκης Μαυροκέφαλος, Γερ. Κασόλας κ.ά. Και δεν ήταν τυχαίο επίσης πως ένας, ο πιο σημαντικός, από τους κρίκους που συνδέουν την παλιά, πριν το 1900, ποίησή μας με την καινούργια είναι ο Μαλακάσης. Ο ποιητής του «Τάκη Πλούμα» και των άλλων αριστουργημάτων των εμπνευσμένων από την ιδιαίτερη πατρίδα του, στα μεσοπολεμικά χρόνια θ’ ανταποδώσει με πολλή αγάπη και στοργή τη λατρεία που του είχαν οι καταραμένοι ποιητές της «Χαμένης γενιάς» (Καρυωτάκης, Ζώτος, Πολυδούρη, Λάσκος, Ανθίας, Μπολέτσης και άλλοι) των οποίων το στέκι, το υπόγειο λουκουματζίδικο στο ξενοδοχείο «Μπάγκειον» της Ομονοίας, θα φτάσει σαν θρύλος σε μας τους νεότερους. Κι ας σημειώσουμε εδώ, ότι ένας ακόμα λαμπρός ποιητής και ακέραιος διανοούμενος που τους δίνει την αγάπη και το κύρος του, τότε που αυτοί οι απόγονοι του Ρεμπώ, του Μορεάς και του Απολλιναίρ αναστατώνουν την Αθήνα με τη νεότερη ποίησή τους, αλλά και την ανατρεπτική κοινωνική συμπεριφορά τους, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, από τη μάνα του είναι μεσολογγίτης. Μια τρίτη προσωπικότητα, ο σπουδαίος μεσολογγίτης ποιητής, αισθητικός και μεταφραστής Μίμης Λιμπεράκης τους δίνει επίσης την εύνοιά του.

Ο Γεράσιμος Κασόλας στο φύλλο της 19-1-1933 του φιλολογικού περιοδικού Ελληνικά Χρονικά, που έβγαινε στο Μεσολόγγι, έγραφε: «Ο ποιητής των ανθρωπίνων παθών, ο γλυκύς Μίνως Ζώτος πέθανε. Ο Χάρος φτερούγισε Μαύρος και ίσκιωσε το ήσυχο χωριουδάκι του και πήρε τον Γόητα». 

Ο Απ. Μελαχρινός έγραφε σε σημείωμά του στο περιοδικό Κύκλος αρ. 5-6, 1932: «Αγνό λυρικό αίσθημα κ’ ένας παλμός ειλικρινής και θερμός χαρακτήριζαν τα μάλλον πεσιμιστικής διάθεσης ποιήματά του..» 

Ο Απόστολος Μαγγανάρης, οξύ κριτικό μάτι της εποχής, γράφει στο πρωτοποριακό περιοδικό Ο Λόγος, τ.1, 1930: «…Στο “Αφιέρωμα” διακρίνει κανείς ευθύς αμέσως μια δυνατή ποιητική φλόγα. Αίσθημα λεπτό, ραφιναρισμένο, ντυμένο κομψά, τεχνικά, μελετημένα. Τα περισσότερα τραγούδια ποτισμένα από τον πιο πικρόχολο πεσιμισμό κρύβουν μέσα τους μια αυθόρμητη μελαγχολία και μιαν ακατανίκητη απογοήτευση… Δυό από τα τραγούδια το «Περιδέραιο» και το «Δεν θέλω πια να πάω σ’ άγνωστους τόπους» είναι δυό μικρά αριστουργήματα». 

Από τους συμπατριώτες μας λογοτέχνες με τη ζωή και το έργο του Ζώτου έχουν ασχοληθεί ο Δημήτρης Σταμέλος, ο Δημήτρης Γιάκος, ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, ο Γεράσιμος Κασόλας, ο Θ. Λαλαπάνος, ο Γ. Τσουκαλάς, ο Ι. Ν. Κουφός και προπαντός ο Κ. Σ. Κώνστας, ο οποίος και επιμελήθηκε των Απάντων του (έκδοση Κοινότητας Νεοχωρίου, 1972).

Ο Ζώτος είναι ένας μετασυμβολιστής με λαμπρή μαθητεία σε ποιητές όπως ο Μορεάς κι ο Μαλακάσης. Εδώ κ’ εκεί, στο Αφιέρωμα και ώς το θάνατό του, σε κάποια ποιήματα αναδεύεται έμπνευση σουρρεαλιστική. Αν ζούσε, σίγουρα, όπως έγινε με τον Αναστάσιο Δρίβα, η ποίηση του Νιοχωρίτη λυρικού θα τραβούσε για πολύ πιο πέρα, όπου θα συναντούσε την ποίηση την πλήρως νεότροπη του Εμπειρίκου, του Σαραντάρη, του Ελύτη…

Η «Φαντασμαγορία», το «Περιδέραιο», είναι απ’ αυτά τα ποιήματα που καθόριζαν το ποιητικό μέλλον του Ζώτου.

Σαρκασμός, αυτοσαρκασμός, ευαισθησία εύθραυστη στο έπακρον. Πάθη της πόλεως και της νύχτας. Έρωτας για τα κορμιά και για τα πράγματα. Εικόνες με μια κινητικότητα μέσα τους. Και ένα στοιχείο που το συναντούμε μόνο στους προικισμένους δημιουργούς της εποχής του, η αγωνία και ο αγώνας του για το πλάσιμο μιας γλώσσας, που θα βγάλει οριστικά άχρηστη την «δημοτική» των Παλαμάδων, πριν ακόμα φτάσει ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος.

Ο Μίνως Ζώτος υπήρξε ένας από τους τρεις μεγάλους έρωτες της Μαρίας Πολυδούρη: οι άλλοι δυο ήταν ο Κώστας Καρυωτάκης κι ο Γιάννης Χονδρογιάννης. Η απαγγελία του στίχων υπήρξε μαγική, απάγγελνε από στήθους και καθήλωνε. Ήτανε ολόκληρος ποτισμένος με ποίηση. Και υπήρξε θρυλική όσο και του Λάσκου –αυτού εντυπωσιακή, με θεατρικά μέσα..

Ο Ζώτος, ένας από τους τελευταίους μποέμηδες, της λεγόμενης τώρα παλιάς εποχής, έβρισκε τη ζέστη ή τη δροσιά έξω από την πληκτική, άθλια εργένικη κάμαρα, στα χειμωνιάτικα υπόγεια με τα πολλά χνώτα, το αψέντι και το κρασί, στα υπαίθρια ξενυχτάδικα, στον Βασιλικό Κήπο και το Ζάππειο, στους περιπάτους ώς την Καστέλα κι ώς το Μενίδι…

Η ζωή του υπήρξε αυθεντική και πρωτότυπη όπως κ’ η ποίησή του. Σήμερα παραμένει λησμονημένος. Οι νεότεροι, ακόμα κ’ οι συμπατριώτες του δεν ξέρουν ότι υπήρξε κάποτε, πόνεσε κι έγραψε. Όμως το μέλλον ανήκει μόνο στους ποιητές της ράτσας του Ζώτου.

Θωμάς Γκόρπας





1 Ο Μίνως Ζώτος γεννήθηκε το 1905 στο Νεοχώρι της επαρχίας Μεσολογγίου κι άφησε την τελευταία του πνοή στον ίδιο τόπο το 1932.
2 Το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Τα Γιοφύρια που εκδίδεται στο Αιτωλικό από τον κ. Απόστολο Μπλίκα.

ΕΚΛΟΓΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ

ΜΙΝΩΣ ΖΩΤΟΣ

  • Γιάκος Δημ., Λυρικοί της Ρούμελης, Αθήνα 1958.
  • Κόρφης Τάσος, Ματιές σε ποιητές του Μεσοπολέμου: Δοκίμια, εκδ. Πρόσπερος, Αθήνα 1978.
  • Κώνστας Κ. Σ., «Μίνου Ζώτου: Ανέκδοτα Ποιήματα», Ρουμελιώτικο Ημερολόγιο επιμ. Δ. Χ. Σταμέλου, έτος Γ΄, Αθήνα 1959, σ. 119-120.
  • Κώνστας Κ. Σ., ?παντα: Όσα βρέθηκαν φιλολογικά κείμενα δημοσιευμένα από 1η Αυγούστου 1947 ως 1η Μαρτίου 1967, εκδ. Μαυρίδη, Αθήνα 1991.
  • Κώνστας Κ. Σ., ?παντα: Όσα βρέθηκαν φιλολογικά κείμενα δημοσιευμένα από 1η Μαρτίου 1968 ως 31η Σεπτεμβρίου 1978, τομ. 6ος , εκδ. Μαυρίδη, Αθήνα 1994.
  • Κώνστας Κ.Σ., «Φιλολογικά στο Μίνω Ζώτο», περ. Στερεοελλαδική Εστία, έτος Α΄, τευχ. 5-6, Οκτ.-Δεκ. 1960, σ. 314.
  • Λαλαπάνος Θωμάς, «Πώς θυμούμαι το Μίνω Ζώτο», Ρουμελιώτικο Ημερολόγιο, επιμ. Δ. Χ. Σταμέλου, έτος Θ΄, Αθήνα 1965.
  • Πολίτης Θ. Μ., Σκιαγραφήσεις Λογοτεχνών, Β΄ έκδοση, εκδ. Πολύπλευρο, Μεσολόγγι 1986.
  • Πολίτης Θ.Μ., «Μίνως Ζώτος: Ένας άξιος και ξεχασμένος Νιοχωρίτης ποιητής», περ. Επίκαιρα Αιτωλοακαρνανίας, τευχ. 40, Δεκέμβριος 1998, σ. 22.
  • Σταμέλος Δημ., Νεοέλληνες: Πνευματικές και καλλιτεχνικές φυσιογνωμίες του 19ου και 20ου αιώνα, Αθήνα 1968, σσ. 29-36.

ΣHMEIΩΣH: Το κείμενο αυτό είναι παρμένο από το βιβλίο «ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ ΤΗΣ ΛΙΝΜΟΘΑΛΑΣΣΑΣ» που εκδόθηκε από την Παπαχαραλάμπειο Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ναυπάκτου το 2002.

 


 

 

 

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε την εμπειρία χρήσης σας. Χρησιμοποιώντας αυτή την ιστοσελίδα αποδέχεστε τους όρους μας. Όχι, θέλω να μάθω περισσότερα.