ΒΟΥΤΥΡΑΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ

κείμενο: ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΑΛΑΤΣΗΣ

Ο «ΑΝΘΡΩΠΟΣ - ΔΙΗΓΗΜΑ»

Ο Δημοσθένης Βουτυράς είναι ένας από τους σημαντικότερους λογοτέχνες του 20ου αιώνα με επιβλητικό έργο σε όγκο και ποιότητα. Ο λογοτέχνης αυτός έχει άμεσους δεσμούς με την πόλη του Μεσολογγίου, αφού η μητέρα του Θεώνη Παπαδή ή Παπαγιάννη ήταν Μεσολογγίτισσα και ο ίδιος έζησε ένα μέρος από τα παιδικά του χρόνια στο Μεσολόγγι. Ο δεσμός της οικογένειας Βουτυρά με το Μεσολόγγι ανανεώθηκε με το γάμο της κόρης του με τον Μεσολογγίτη τραπεζικό υπάλληλο Ανδρέα Κυριακόπουλο.

Ο Δημοσθένης Βουτυράς γεννήθηκε στις 25-3-1872 στο πλοίο με το οποίο ταξίδευαν οι γονείς του για την Κωνσταντινούπολη, όπου έμειναν τρία χρόνια. Στη συνέχεια η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στο Μεσολόγγι μέχρι που ο πατέρας του, λίγα χρόνια αργότερα, διορίσθηκε συμβολαιογράφος στον Πειραιά.

Μια σοβαρή αρρώστια, επιληψία με συχνές κρίσεις, καθόρισε την πορεία της ζωής του. Τον ανάγκασε να σταματήσει τη φοίτησή του στο Γυμνάσιο και να γίνει αυτοδίδακτος. Η φοβερή του θέληση να νικήσει τις συνέπειες της αρρώστιας του τον οδήγησε στη συγγραφική εργασία, όπου έβρισκαν διέξοδο οι πόθοι του και διοχέτευε τη μεγάλη ζωτικότητα που τον χαρακτήριζε. Πριν αφιερωθεί ολοκληρωτικά στη λογοτεχνία ο πατέρας του χρεοκόπησε και αυτοκτόνησε και η περιουσία του κατασχέθηκε, γι? αυτό ο Δημοσθένης αναγκάστηκε να εργασθεί σε σκληρές χειρωνακτικές εργασίες. Έτσι γνώρισε τη ζωή και την ψυχολογία των ανθρώπων του μόχθου και της βιοπάλης. Η γνώση αυτή και το έμφυτο ταλέντο του τον ανάδειξαν σε εισηγητή του ρεαλιστικού διηγήματος στην Ελλάδα.

Ο Βουτυράς είναι από τους πρώτους λογοτέχνες των αρχών του 20ου αιώνα που έγραψε κοινωνικό διήγημα. Σ? όλα τα διηγήματά του ασχολείται με κοινωνικά θέματα και οι ήρωές του είναι άνθρωποι από τη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα. Η εκμετάλλευση των εργαζομένων στις πρώτες εργατικές φάμπρικες, οι νέες κοινωνικές συνθήκες που δημιουργούνταν στην Ελλάδα στις αρχές του εικοστού αιώνα, η απανθρωπιά και η δυστυχία της καπιταλιστικής κοινωνίας καυτηριάζονται μέσα από το έργο του. 

Όλοι οι κοινωνικοί θεσμοί, κράτος, θρησκεία, εκπαίδευση, δικαιοσύνη, και ο πόλεμος έγιναν αντικείμενο κριτικής και σάτιρας στο έργο του. Κτυπώντας το άδικο και παράλογο, ξεσκεπάζοντας τις πληγές της κοινωνίας που στηρίζεται στην εκμετάλλευση ο Βουτυράς, πότε έμμεσα και πότε άμεσα, πρόβαλε την ανάγκη της αλλαγής και μάλιστα της επαναστατικής κοινωνικής αλλαγής. Με το έργο του Δημοσθένη Βουτυρά η νεοελληνική πεζογραφία υποπτεύεται και αρχίζει να συνειδητοποιεί την ύπαρξη του κοινωνικού προβλήματος με τη μορφή που το αντιλαμβανόμαστε σήμερα. Το γεγονός αυτό κάνει τον Βουτυρά αντιπρόσωπο μιας ολόκληρης εποχής. Το έργο του διαβάστηκε με πάθος και διαπαιδαγώγησε χιλιάδες αναγνώστες με τις ανθρωποκεντρικές ιδέες που προέβαλε. Οι ιδέες αυτές αποτέλεσαν για μεγάλο χρονικό διάστημα πνευματική τροφή για το προοδευτικό κίνημα της χώρας μας.

Επίσης, ο Δημοσθένης Βουτυράς θεωρείται ως συγγραφέας των αποτυχημένων της ζωής. Χρεοκοπημένοι μικροαστοί, μικροϋπάλληλοι, απλοϊκοί άνθρωποι του λαού χτυπημένοι από τη φτώχεια και τη δυστυχία, άτομα με ψυχικά τραύματα αποτελούν τους ήρωες του διηγηματογράφου. Ο συγγραφέας, άτομο με σοβαρά προβλήματα υγείας και έχοντας νοιώσει στο πετσί του πολλές αποτυχίες στη ζωή, φαίνεται να διάκειται ευνοϊκά προς τους ανθρώπους εκείνους που βιώνουν τον κοινωνικό ρατσισμό και να επιδιώκει με την προβολή και τη δικαίωσή τους, τη δικαίωση τής ίδιας του ζωής και των αντιλήψεών του.

Ως άνθρωπος ο Δημοσθένης Βουτυράς υπήρξε φωτεινή φυσιογνωμία. Ο Κώστας Βάρναλης έγραψε την επομένη του θανάτου του (17 Απριλίου 1958): «Βράχος ταλέντου, εργατικότητας, πίστης και ήθους. Βράχος ριζωμένος στην ελληνική ζωή. Ακατάλυτος κι ασάλευτος. Ασάλευτος και στις αγάπες και στα μίση του στα πάθη και στις αδυναμίες του. Ασάλευτος και στο κουράγιο του... Μόνο το λαό αγαπούσε. Μόνο το λαό μελετούσε. Και το λαό ζωντάνευε κι απαθανάτιζε στα έργα του». 

Στο γράψιμό του ο Βουτυράς είχε καταπληκτική ευχέρεια. Ονομάσθηκε «ο άνθρωπος-διήγημα» κι ο ίδιος δήλωνε ότι μπορούσε να τυλίξει όλη τη γη με διηγήματα. Ο Βουτυράς δεν πρόσεχε ιδιαίτερα τη γλώσσα της γραφής του, ούτε τον ενδιέφεραν τα εξωτερικά λογοτεχνικά γνωρίσματα. Τα διηγήματά του όμως έχουν εσωτερική συνοχή, λογική συνέπεια και δράση των προσώπων, πλούσιο και πηγαίο αίσθημα, σπάνια παρατηρητικότητα, γνήσια ποιητική αίσθηση, δυνατές εικόνες, μεταφορές και παρομοιώσεις. Για όλες αυτές τις αρετές του έργου του ο Βουτυράς θεωρείται ένας από τους καλύτερους Έλληνες πεζογράφους1.

Πρωτοεμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα το 1901 με το μεγάλο του αντιπολεμικό διήγημα Ο Λαγκάς. Από το 1901 μέχρι το 1950, που δημοσιεύθηκε το τελευταίο του διήγημα με τίτλο Αργό ξημέρωμα, δημοσίευσε 30 τόμους διηγημάτων με περισσότερα από 400 διηγήματα. Τα κυριότερα είναι: Παπάς ειδωλολάτρης (1920), Οι αλανιάρηδες (1921), Το γκρέμισμα των Θεών (1922), Ο θρήνος των βοδιών (1923), Αριστοκρατική γειτονιά (1924), Μέσα στους ανθρωποφάγους (1927), Στους άγνωστους θεούς (1927), Ύστερα από εκατομμύρια χρόνια (1932), Ο έρωτας στους τάφους (1943) καθώς και τα μυθιστορήματα Το σπίτι των ερπετών (1933) και Τρικυμίες (1945). 

Ο Λαγκάς

Το διήγημα αυτό βρίσκεται στη συλλογή «Ο Λαγκάς και άλλα διηγήματα». «Ο Λαγκάς» θεωρείται ως το πρώτο αντιπολεμικό έργο της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Είναι εμπνευσμένο από τον ατυχή πόλεμο του 1897. Στο αντιπολεμικό αυτό διήγημα ο Δημοσθένης Βουτυράς δείχνει τη φρίκη και τη δυστυχία που σκορπάει ο πόλεμος. Καυτηριάζει την παράλογη λογική με την οποία ξοδεύονται εκατομμύρια για όπλα τη στιγμή που χιλιάδες άνθρωποι πεθαίνουν από την πείνα!
Παρατίθεται μικρό απόσπασμα:
 


«Το βράδυ άκουσε τον καθηγητή να λέει ότι πολλούς Τούρκους τους έπαιρναν με τη βία στο στρατό. Αυτό του ξύπνησε και άλλες ιδέες. 

Και αυτοί ήταν άνθρωποι και αυτοί είχαν όνειρα, ελπίδες. Πίσω τους θα τρέμαν γι' αυτούς φτωχές μητέρες, παιδιά, γυναίκες! Και αν κανείς απ' αυτούς εδειλίαζε; Ήθελε τη ζωή του; Θάνατος! Θάνατος σε κείνον, που θέλει τη ζωή, που αρνιέται να σκοτώσει τον όμοιό του εν ονόματι της πατρίδος και του νόμου! Της πατρίδος! Τη λένε μητέρα! Μητέρα όμως που τρώει τα παιδιά της.

Έναν καιρό υπήρχε δικαιολογία σε όλα αυτά. Τώρα όμως; Θυμήθηκε τα λόγια του Αρίδα. Έχουνε συμφέρο πολλοί να υπάρχουν οι στρατοί, τα άρματα, η μεγάλη ψευτιά, γιατί, αν πάψουν αυτά παύει και η αρχή τους! Είναι καιρός όμως να τελειώσουν όλα αυτά, είναι καιρός να αρχίσει άλλος πόλεμος, ποιο έθνος να δώσει στην ανθρωπότητα το μεγαλύτερο γιατρό, τον εφευρέτη, το φιλόλογο, το φιλόσοφο. Ποιος θα ανακουφίσει τους δυστυχείς, ποιος θα δώσει ζωή και όχι να αφαιρέσει. Κράτη, πλούσια κράτη, ξοδεύουνε εκατομμύρια για στόλους, για μπαρούτι, ενώ έχουνε χιλιάδες φτωχούς που πεθαίνουν απ? την πείνα, χιλιάδες δυστυχισμένους που μ' αυτά τα χρήματα μπορούσανε να τους κάνουν να δούνε κι αυτοί τη ζωή γλυκιά.

Και ο Λαγκάς έκανε με το νου του και μια εικόνα. Εδώ ένας φτωχός πεθαίνει απ' τη δυστυχία και για να κρατηθεί στη ζωή, να έρθει στα καλά του, έχει ανάγκη από λίγα χρήματα, εκεί πέρα σ' ένα λόφο, ή σ' ένα πλοίο κάποιος με φτερά κοκόρου και με χρυσά, ανεβαίνει. Το πλοίο κανονιοβολεί. Ο καπνός που βγαίνει, ο κρότος που έγινε στοιχίζουνε πολλές λίρες, και για να βγουν ιδρώσανε πολλοί, πολλοί άνθρωποι στενάξανε.
Και ο φτωχός πεθαίνει από την πείνα, κοιτάζοντας αυτόν τον καπνό που διαλύεται στον αέρα».

Το Ημερολόγιο της Κατοχής

Το «Ημερολόγιο της Κατοχής» είναι ένα ακόμη αντιπολεμικό διήγημα του Δημοσθένη Βουτυρά. Ενώ στο διήγημα «Ο Λαγκάς» ο ήρωάς του στέλνει μήνυμα φιλίας και συναδέλφωσης των λαών στο «Ημερολόγιο της Κατοχής» ο συγγραφέας γίνεται αμείλικτος. Καλεί τους λαούς να γίνουν δικαστές και τιμωροί των υποκινητων του πολέμου.
Ακολουθεί μικρό απόσπασμα:
 


« ...Ένα πολυβόλο δουλεύει μανιασμένα. Σταμάτησε. Πυροβολισμοί αραιοί μόνο!... 
Πώς έχω βαρεθεί, σιχαθεί, αυτό ν? ακούω, ν? ακούω τη βαρβαρότητα να μιλά με τη φωνή της, γιατί αυτή είναι η φωνή της.

Μα δε θάρθει ένας καιρός να τιμωρηθεί το απαίσιο αυτό έγκλημα, το άτιμο το πιο φρικαλέο, που λέγεται πόλεμος...

Ε, σεις λαοί! Εσείς μόνοι, μόνοι εσείς που θα βγείτε από τους σωρούς των ερειπίων, να γίνετε οι πρώτοι δικαστές και τιμωροί. Και τότε μόνον, μόνον τότε, θα παύσει το φρικαλέο αυτό έγκλημα, που λέγεται πόλεμος, να υπάρχει, να ζει!...»

Οι Αλανιάρηδες

Στο διήγημα αυτό ο Δημοσθένης Βουτυράς καταπιάνεται με ένα μεγάλο κοινωνικό πρόβλημα που δυστυχώς βασανίζει ακόμη την κοινωνία μας, την ανεργία. Περιγράφει το δράμα χιλιάδων ανθρώπων που προσπαθούν να βρουν εργασία για να εξασφαλίσουν την επιβίωσή τους και την αξιοπρέπειά τους, αλλά αυτό δεν είναι πάντα εφικτό. Κεντρικός ήρωας του διηγήματος είναι ένας νέος, ο Αλίμπης, ο οποίος μάταια επιδιώκει να βρει μία μόνιμη εργασία για να ζήσει ο ίδιος και η γριά μητέρα του. Είναι διατεθειμένος να εργασθεί σε οποιαδήποτε χειρωνακτική εργασία προκειμένου να εξασφαλίσει έναν πόρο ζωής, αλλά αυτό δεν καθίσταται εφικτό. Στο τέλος, μη μπορώντας να ανεχθεί το δράμα της μάνας του, η οποία κινδυνεύει να πεθάνει από την πείνα, αποφασίζει να της δώσει ένα ανεπαίσθητο θάνατο. Στο παρακάτω απόσπασμα ο συγγραφέας ψυχογραφεί θαυμάσια τον ήρωά του: 

«Η ζωή αυτή του φαινότανε κακιά, βαρετή. Η σκέψη του δε σταματούσε σε τίποτα καλό. Όλα τριγύρω του τα έβλεπε κλειστά άγρια, κι έτσι του φάνηκε σα να βρισκότανε φυλακισμένη η ψυχή του... Και μέσα σε κείνο το πλήθος των ευτυχισμένων του φάνηκε αυτός να είναι σημάδι σκοτεινό, μέσα στη χώρα, στον πλούτο, σαν ένα κομμάτι της δυστυχίας, της φτώχειας που το κύλησε ίσαμε κει ο άνεμος.

Ντράπηκε για τα ρούχα του, για το καπέλο του κι έκανε γρήγορα να φύγει αφού είδε ότι κανείς άλλος που να του μοιάζει δε βρισκόταν εκεί, να φύγει να χωθεί στα δέντρα, που πυκνά τριγυρίζουνε το μέρος εκείνο.

Όλα φεύγανε, χανότανε, ελπίδες, όνειρα που μόλις έκαναν να φανούνε σα να τα σάρωνε μεγάλος ανεμοστρόβιλος...

...Απ' τα βουρκωμένα μάτια του, καθώς ήτανε έτοιμα να χύσουμε δάκρυα, πετάχτηκε μια φλόγα και τα έκανε να γίνουν στεγνά, να ξεραθούνε. Και επεθύμησε κάτι κακό, μεγάλο κακό να έκανε στην ανθρωπότητα και να έβριζε, να έβριζε τη μεγάλη δύναμη που διευθύνει τα πάντα!»

Ανάσταση νεκρών

Το διήγημα αυτό είναι ένα φανταστικό αφήγημα με το οποίο επιχειρείται μια κριτική σάτιρα των σύγχρονων κοινωνικών θεσμών. Η υπόθεση δίνει στον Βουτυρά την ευκαιρία να σατιρίσει τη γραφειοκρατία, τον κομματισμό και πολλές άλλες πληγές της ελληνικής κοινωνίας. Το σατιρικό αυτό ευθυμογράφημα είναι από τα πιο καυστικά που γράφτηκαν για να σατιρίσουν την κακομεταχείριση των αρχαίων συγγραφέων στην Ελλάδα. Ο Βουτυράς «ανασταίνει» και φέρνει ζωντανούς στην Αθήνα της εποχής του τον Όμηρο, τον Σοφοκλή, τον Αισχύλο, τον Ευριπίδη, τον Αριστοφάνη, τον Περικλή και τον Φειδία. Σε μια σειρά από επεισόδια ο συγγραφέας σατιρίζει τη νοοτροπία του επίσημου κράτους απέναντι στους αρχαίους καθώς και τους θεσμούς του σύγχρονου κράτους που είναι πολιτικά και πολιτιστικά, ριζικά αντίθετοι με την ουσία του αρχαίου πολιτισμού. Τους βάζουν πρώτα στην έκθεση για να τους δει ο λαός, να τους κάνουν θέαμα για να μαζέψουν χρήματα. Μα ο λαός δε μπόρεσε να τους δει, γιατί ο λαός κρατιέται μακριά από τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, που χρησιμοποιείται μόνο σαν επίδειξη για τους ξένους2. Ύστερα από λίγες μέρες άρχισε επίθεση εναντίον τους. Η κοινωνία μας δεν σας πολυχρειάζεται γράφουν οι στήλες του Τύπου, ενώ τους γνωρίζουν ότι τα βιβλία τους δε διδάσκονται στα Γυμνάσια. Κάτω από αυτές τις συνθήκες οι επτά αρχαίοι έλληνες συγγραφείς αποφάσισαν να πάνε στον Υπουργό Παιδείας να του ζητήσουν να διοριστούν καθηγητές στα γυμνάσια μια που η διδασκαλία των Ελληνικών είναι το κυριότερο μάθημα. Ύστερα από μια σειρά επεισοδίων γεμάτα χιούμορ και ειρωνεία ο συγγραφέας δείχνει την ασέβεια του εκπροσώπου του κράτους απέναντι στους μεγάλους αρχαίους συγγραφείς και υπαινίσσεται την ασέβεια γενικά των εκπροσώπων του κράτους απέναντι στους πολίτες. Ακολουθεί μικρό απόσπασμα: 

«Παρακάλεσα τότε τον κύριον υπουργόν, του είπον την δεινήν θέσιν σας, κ' έτσι δεν είναι; Μια μικρή θέση γι' αυτούς τους ανθρώπους, ότι πρέπει να βρεθεί! Κ' εδέχτηκε ευτυχώς, να σας διορίσει δημοδιδασκάλους, και μάλιστα, πρώτο τον κύριο Όμηρο... Να και ιδού και το χαρτί σου, κύριε Όμηρε. Θα πας σ' ένα χωριουδάκι της Δυτικής Μακεδονίας! Και μετά οι άλλοι σε άλλα, σε τέτοια χαριτωμένα χωριουδάκια της Μακεδονίας και της Ηπείρου. Πάλι καλά. Μα εσείς κύριε Αριστοφάνη, γιατί δεν θέλετε να διοριστείτε;
- Εγώ προτιμώ νάμαι ελεύθερος!
- Α, ναι, έχετε δίκαιο! Και ίσως θα έχετε κάνει σκέψεις να γράψτε καμμιά επιθεώρηση, έ; Και να σας πω, αυτό σας συμβουλεύω να κάνετε! Επιθεώρηση, επιθεώρηση!... Μια ξεκαρδιστική επιθεώρηση δίνει χρήμα, χρήμα! Και πιστεύω, είμαι υπερβέβαιος, ότι θα έχετε μεγάλη επιτυχία! Ξεκαρδιστική όμως, σκανδαλιάρικη! Ξέρετε εσείς! Ο κόσμος αγαπητέ μου κύριε Αριστοφάνη, θέλει το σκανδαλιάρικο σήμερα, θέλει και να γελάσει. Τι να τα κάνει τα σοβαρά! Γέλια, γέλια!... Είναι η εποχή του γέλωτος σήμερα!... Μάλιστα! του γέλωτος, του γέλωτος!... Κάτι άλλο ήθελα να σας πω... α, το θυμήθηκα! Μας επαρουσιάστηκε και μια μεγάλη δυσκολία για τον διορισμόν σας, ένα μεγάλο εμπόδιο! Είσθε χριστιανοί; Αυτό λίγο έλειψε να καταστρέψει το μέλλον σας!... 
- Ευτυχώς όμως, έτυχε να έρθει ο αρχιεπίσκοπος, ο άγιος Μητροπολίτης Παχούμης, κι αυτός έρριξε με τα σοφά του λόγια το εμπόδιο!. Είπε αυτός στον κύριο υπουργό ότι όλοι οι εν τω Αδη έχουν βαπτιστεί προ χρόνων πολλών, και μάλιστα απ' αυτόν τον ίδιον τον κύριον ημών Ιησούν Χριστόν όταν κατέβη εις τον Αδην να κηρύξει... 
- Για τον Φειδία έγινε τίποτα; τον διέκοψε ο Αριστόφανης.
- Διά τον κύριον Φειδία; Δυστυχώς! Ουδέν! Αν θέλει όμως δύναται να εγγραφεί ως μαθητής εις το πολυτεχνείον διά να αποκτήσει προσόντα, όταν λάβει το δίπλωμά του. Λοιπόν, κύριοι, πιστεύω, θα μείνατε ευχαριστημένοι! Ο κύριος υπουργός, αν και κακοδιάθετος, εφάνη πολύ καλός, και αυτό που σας έκανε είναι κάτι.
Και ο γενικός γραμματέας σηκώθηκε λέγοντας τα τελευταία λόγια.
Αυτοί τον χαιρέτησαν και φύγανε. Το ραβδί του γέρο-Όμηρου ακούστηκε στις πλάκες, έξω απ' το γραφείο του γενικού γραμματέα, κ' έπειτα στη σκάλα την ξυλένια... ». 

1 Περικλή Καλοδίκη. Νεοελληνική Λογοτεχνία τ.3, σ. 40.
2 Περικλή Καλοδίκη. Νεοελληνική Λογοτεχνία τ.3 σ. 36-7. 

Βιβλιογραφία

  • Αδάμος Τάκης, Η λογοτεχνική κληρονομιά μας, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1979.
  • Βενέζης Ηλίας, «Οι Ρίζες του, μερικές σημειώσεις πάνω στο έργο και στη ζωή του Δημοσθένη Ν. Βουτυρά», Νέα Εστία, τ. ΞΔ΄, τευχ. 755, Αθήναι 1958 σσ. 2-3.
  • Γκόρπας Θωμάς, Περιπετειώδες κοινωνικό και μαύρο νεοελληνικό αφήγημα, εκδ. "Σίσυφος", Αθήνα 1981, σσ. 22-23.
  • Καλοδίκης Περικλής, Νεοελληνική Λογοτεχνία, εκδ. Gutenberg, Αθήνα 1984.
  • Καραντώνης Ανδρέας, «Ανάμεσα σ' όνειρο και σε πραγματικότητα», Νέα Εστία, τ. ΞΔ΄, τευχ. 755, Αθήναι 1958, σσ. 4-6.
  • Καρράς Στάθης, Λογοτεχνικά πορτραίτα, εκδ. "Το Ελληνικό βιβλίο", Αθήνα 1967.
  • Σιατόπουλος Δημήτρης, «Η τοιχογραφία μιας εποχής», Νέα Εστία, τ. ΞΔ΄, τευχ. 755, Αθήναι 1958, σσ. 7-8.
  • Χάρης Πέτρος, «Το διήγημα, ο Βουτυράς και η ελληνική κριτική», Νέα Εστία, τ. ΞΔ΄, τευχ. 755, Αθήναι 1958, σσ. 61-68.

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΒΟΥΤΥΡΑΣ

  • Αδάμος Τάκης, Η λογοτεχνική κληρονομιά μας, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1979.
  • Βάρναλης Κώστας, Αισθητικά-Κριτικά, τόμ. Β΄, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1958.
  • Βενέζης Ηλίας, «Οι Ρίζες του, μετρικές σημειώσεις πάνω στο έργο και στη ζωή του Δημοσθένη Ν. Βουτυρά», Νέα Εστία, τόμ. ΞΔ΄, τευχ. 755, Αθήναι 1958 σσ. 2-3.
  • Γκόρπας Θωμάς, Περιπετειώδες κοινωνικό και μαύρο νεοελληνικό αφήγημα, εκδ. Σίσυφος Αθήνα 1981, σσ. 22-23.
  • Καλοδίκης Περικλής, Νεοελληνική Λογοτεχνία, εκδ. Gutenberg, Αθήνα 1984.
  • Καραντώνης Ανδρέας, «Ανάμεσα σ' όνειρο και σε πραγματικότητα», Νέα Εστία, τόμ. ΞΔ΄, τευχ. 755, Αθήναι 1958, σσ. 4-6.
  • Καραντώνης Ανδρέας, Νεοελληνική Λογοτεχνία. Φυσιογνωμίες, τόμ. Α΄-Β΄, Γ΄έκδοση, εκδ. Δημ. Ν. Παπαδήμα, Αθήνα 1977.
  • Καρράς Στάθης, Λογοτεχνικά πορτραίτα, εκδ. Το Ελληνικό βιβλίο, Αθήνα 1967.
  • Λεβάντας Χρήστος, Δύο μορφές. Δημοσθ. Ν. Βουτυράς-Νίκος Ι. Χαντζάρας. Μελέτη- Βιβλιογραφία, Έκδοση «Πειραϊκών Χρονικών», 1952, σσ. 24-25 και 89-90.
  • Πανώριος Μάκης, Το ελληνικό φανταστικό διήγημα Α΄, εκδ. Αίολος, Αθήνα (χ.χ.).
  • Σιατόπουλος Δημήτρης, «Η τοιχογραφία μιας εποχής», Νέα Εστία, τόμ. ΞΔ΄, τευχ. 755, Αθήναι 1958, σσ. 7-8.
  • Χάρης Πέτρος, ΄Ελληνες πεζογράφοι, τόμ. Β΄, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 1963.
  • Χάρης Πέτρος, «Το διήγημα, ο Βουτυράς και η ελληνική κριτική», Νέα Εστία, τόμ. ΞΔ΄, τευχ. 755, Αθήναι 1958, σσ. 61-68.


ΣHMEIΩΣH: Το κείμενο αυτό είναι παρμένο από το βιβλίο «ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ ΤΗΣ ΛΙΝΜΟΘΑΛΑΣΣΑΣ» που εκδόθηκε από την Παπαχαραλάμπειο Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ναυπάκτου το 2002.

 


 

 

 

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε την εμπειρία χρήσης σας. Χρησιμοποιώντας αυτή την ιστοσελίδα αποδέχεστε τους όρους μας. Όχι, θέλω να μάθω περισσότερα.