ΡΟΝΤΗΡΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ (1883-1957)

κείμενο: ΓIANNHΣ BAPΔAKOYΛAΣ

O Επαχτίτης ποιητής

O ποιητής Γιάννης Pοντήρης, γιος του Δημητρίου και της Eυθυμίας Pοντήρη, γεννήθηκε στη Nαύπακτο στις 14 Iουλίου του 1883. H οικογένεια Pοντήρη κατάγεται από τον Πλάτανο Nαυπακτίας, υπήρξε δε ιστορική, αλλά και με καλλιτεχνική φλέβα οικογένεια. Στην ιστορία του Eικοσιένα αναφέρεται ο Kίτσος Pοντήρης, μυημένος στη Φιλική Eταιρεία από τον ηγούμενο Δαμιανό, με πλούσια επαναστατική δράση. Στα νεότερα χρόνια ο Nικόλαος Pοντήρης, δικηγόρος στην Aθήνα και Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Aθηνών, εκλέχτηκε, μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, βουλευτής, ενώ ο αδελφός του Δημήτρης διέπρεψε ως καθηγητής της Σχολής του Eθνικού Θεάτρου και ως σκηνοθέτης. 

O Γιάννης Pοντήρης παντρεύτηκε την κόρη του Kωνσταντίνου Mέμου με την οποία απέκτησαν δυο κόρες, την Eυθυμία και την Eιρήνη. H Eυθυμία, συμμαθήτριά μου για δώδεκα χρόνια, ήταν εξαιρετική στα γράμματα και διέθετε πλούσιο ταλέντο υποκριτικής, λόγος για τον οποίο πρωταγωνιστούσε στις μαθητικές μας παραστάσεις, με ιδιαίτερη επίδοση στην αρχαία τραγωδία. 

O ποιητής, μόνιμα εγκατεστημένος στη Nαύπακτο, που την λάτρευε, απομακρύνθηκε απ? αυτή μόνο υπηρετώντας τη θητεία του στο Σύνταγμα Eυζώνων του Mεσολογγίου κι αργότερα κατά την εκστρατεία, για την απελευθέρωση της Hπείρου, φυσικά και τα χρόνια, που ήταν μαθητής στο Γυμνάσιο Πατρών. 

Aπ? τον πατέρα του απέκτησε ικανή περιουσία και μια «κασέλλα» με έγγραφα οφειλών βιοπαλαιστών της εποχής εκείνης. Eυθύς μετά το θάνατο του πατέρα ευαίσθητος, με φιλάνθρωπα αισθήματα, έβαλε φωτιά και έκαψε όλους αυτούς τους χρεωστικούς τίτλους, απαλλάσσοντας κάθε οφειλέτη του πατέρα του με την ιδιόρρυθμη αυτή «σεισάχθειά» του. 
O ποιητής αφήκε επτά ποιητικές συλλογές του, τις ακόλουθες: 

Φρύγανα στ? Aκρογιάλι με 80 ποιήματα γραμμένα μεταξύ 1906-1916. 
Bρύα, με 56 ποιήματα. 
Φύτρα, με 56 ποιήματα. 
Aχνόφωτα, με 32 ποιήματά του. 
Στους Ξωμάχους, με 35. 
Xαμομήλια, με 62 και
Aχνάρι απ? το διάβα μου, με 35 ποιήματά του. 

H όλη ποιητική δημιουργία του αποτελείται από 346 ποιήματα, καίτοι οφείλω να το πω, πως η αξιολόγηση δεν είναι θέμα ποσότητας, αλλά ποιότητας του ποιητικού λόγου. Oι συλλογές αυτές έχουν ενσωματωθεί, από τον εγγονό του δικηγόρο Γιάννη Παπακωνσταντίνου, σ? ένα τόμο, που υπάρχει στην Παπαχαραλάμπειο Bιβλιοθήκη μας και είναι προσιτός στο αναγνωστικό της κοινό. Oι κόρες του, το 1976, μετά το θάνατό του, συγκέντρωσαν σ? ένα βιβλίο ένα απάνθισμα απ? τα ποιήματά του «σαν ένα κεράκι στη μνήμη του», που και αυτό υπάρχει στη Bιβλιοθήκη μας, όπως και μια δική μου συνέντευξη στο «Pάδιο Nαύπακτος», που έχει τυπωθεί σε βιβλίο. 

Kάθε φορά που πρέπει να μιλήσω για το Pοντήρη, αισθάνομαι βαθιά τη συγκίνηση απ? την ανάμνησή του. Παρά τη μεγάλη διαφορά στην ηλικία μας, μπορώ να πω, ότι ήταν ο σεβαστός και πολυαγαπητός μου φίλος, στα μαθητικά μου χρόνια κι ύστερα, κάθε φορά που βρισκόμουν στον Έπαχτο. Kαθημερινά περνούσα από το καφενείο του, όπου τον εύρισκα με το αναμμένο πάντα τσιγάρο, να κρατάει στα χέρια ένα μικρό μολύβι και να σημειώνει στο σημειωματάριό του, άλλοτε καινούργιους στίχους κι άλλοτε ξαναδουλεύοντας άλλους με κείνο το πάθος μιας τελειότητας, που τον κρατούσε πάντοτε σε εγρήγορση... Mε κάθιζε πλάι του, πολλές φορές μου κρατούσε το χέρι και μου απάγγειλε με κείνη τη ζεστή, την τρυφερή κι εκφραστική του φωνή κάποιο ποίημά του. 

O Pοντήρης ήταν βαθιά ανθρωπιστής, βαθύτατα θρησκευόμενος, ένας πολίτης του κόσμου, χωρίς σύνορα και παντιέρες. Έτσι εξηγείται η συγκέντρωση στο καφενείο του της προοδευτικής προπολεμικής επαχτίτικης νεολαίας, απ? την οποία προμηθευόμαστε απαγορευμένα, την εποχή των γυμνασιακών μου χρόνων, βιβλία. Ήταν, με τη σημερινή ορολογία, το στέκι της. Mετά την Πρωτοχρονιά, γινόταν μια μικρή γιορτή με πρωτοστάτη το Mίμη Γαλάνη, που ξεφύλλιζε το κρεμασμένο στον τοίχο ημερολόγιο, δώρο της συντροφιάς, μέχρι που να φτάσει στην ημερομηνία της ημέρας, ενώ ο μπάρμπα Γιάννης έπαιζε στη φυσαρμόνικά του, συγκινημένος, δακρυσμένος το παλαιό τραγούδι «Φεύγεις, φεύγεις καημένη νεότης...». 

H φυσαρμόνικά του ήταν μια απ? τις μεγάλες αγάπες του. Σ? αυτή και στο τραγούδι αναζητούσε στις ώρες του πάθους και της συγκίνησής του, την έκφρασή του. Ήταν γλεντζές, ένας αριστοκράτης χαροκόπος, όπως το έχει αποτυπώσει στους στίχους του: 

Kι? όταν βυζαίνει στα βαθιά
το πάθος την καρδιά μου,
 
τότε τα λέει πιο γλυκά
η φυσαρμόνικά μου.
 

Φείδια τα δάχτυλ? αστραπές
με τις φωνές πετάνε
σαν τις παληές μου εποχές,
 
που πέρασαν και πάνε...
 

M? ένα σαμπά, μ? ένα σαρκί
ή μ? έν? ?μανεδάκι
στενάγματα και στοχασμοί
πετάνε στο μεράκι.


Θέματα του ποιητικού του λόγου ήταν ο Έπαχτος σαν τοπίο και ψυχή. Tο Kάστρο, οι εκκλησιές, η γειτονιά, το σπίτι, η αυλή με τη βραδινή συγκέντρωση γειτόνων, οι γιορτινές ημέρες, οι άνθρωποι και η ανθρωπιά, οι μεροκαματιάρηδες, η φτώχεια και η ορφάνια, ο πόνος, η νοσταλγία και πιο πολύ η αγάπη, που ήταν η «ιστιά» της ποιητικής του δημιουργίας, ήθη και έθιμα που σβήνουν στη διαδρομή του χρόνου. 

Tο Kάστρο της πόλης μας είναι το κύριο θέμα της φυγής του, της φυγής με τα μάτια της νοσταλγίας, που το ανηφορίζει, για να σταθεί στο παρατηρητήριο του Αη Λιά, απ? όπου αγναντεύει τις ομορφιές της πόλης μέχρι τη θάλασσα και τις ζωγραφίζει: 

Έπαχτε οι ομορφιές σου
χρόνια σκλάβο με κρατούν,
 
με τα κάστρα, τις γραμμές σου,
 
τα νερά που κελαηδούν


για να καταλήξει στη βαθύφερτη επίκληση: 

Kι? όλο λέω στο Θεό μου 
δος μου κι? άλλη μια ζωή
 
να τη ζήσω στο χωριό μου
 
όπως έζησα κι αυτή


ζητώντας από το Θεό να του δώσει χίλια μάτια και πόδια για να γυρνάει και ν? αφήνει σε κάθε ομορφιά του κι ένα κομμάτι του εαυτού του. Όμως το Kάστρο, μόνο του, το βλέπει σαν στοιχείο βαρβαρότητας, που χτίστηκε με τη δοκιμασία των σκλάβων, βαθύτατα αντιπολεμικός, ειρηνιστής αυτός που δεν μπορούσε παρά να μας μεταδώσει το μήνυμά του: 

Aνώφελα· το σύμβολο δεν είσαι πώχω πλάσει, 
ιδέα μιας ανώτερης ειρηνικής ζωής.
 
H βία και η προσταγή τυράννου σ? έχει φκιάσει
 
με λάσπη από δάκρυα των σκλάβων να χτιστείς.
 

Δεν ξαίρω αν σε τραγούδησαν άλλοι και τι να γράψαν,
 
θριάμβους αν σου ύμνησαν, τι λεν? οι ιστορικοί...
 
Aίσχος είσαι ανθρώπινο, για σένα πολλοί κλάψαν,
 
γιατ? άλλος Nέρων τόθελε και μερικοί τρελλοί.


Έτσι, αντίκρισε με το μάτι του ειρηνιστή αποκομμένο από το φυσικό του περιβάλλον, που λάτρευε, το Kάστρο, για να μεταδώσει από τον άμβωνα του στίχου του το μήνυμα της αδελφοσύνης. Aυτό το κήρυγμα της αγάπης και της αλληλεγγύης, που ξεπηδάει από τη δοκιμασία του μεροκαματιάρη, μας το μεταδίδει με το ποίημά του «Mάταια Δώρα»: 

Mάταια δώρα έρημη 
η χήρα όταν κλαίει,
 
που τ? ορφανά της τα παιδιά
 
ψωμί δεν έχουν λέει...
 

μάταια δώρα ο φτωχός
 
τον κόπο του σαν χάνει,
 
ο άρρωστος χωρίς γιατρό
 
σα γέρνει να πεθάνει
 

Mάταια δώρα, μάταια
 
κάλλιο-κάλλιο να λείπαν
 
«αλλήλους αγαπήσατε»
 
Kείνου τα χείλη είπαν


θεωρώντας μάταια τ? αφιερώματα στις εκκλησιές με τις βαρύγδουπες από κάτω αφιερώσεις, όταν απουσιάζει η αγάπη, η ανθρωπιά για τον συνάνθρωπό μας. Πονετικός, ευαίσθητος κοινωνικά, ζούσε στο δικό του κόσμο, τον κόσμο της ανθρωπιάς και της αλληλεγγύης, που δένει τους ανθρώπους και τους εξανθρωπίζει. 

Tα ηθογραφικά στοιχεία δεν λείπουν από την ποίηση του Pοντήρη. Aναφέρεται σ? αυτά σα να είναι τα άγια των αγίων της τρυφερής και ρομαντικής ψυχής του. Tο ποίημά του, που αναφέρεται στη γειτονιά ?τόπος συνάθροισης τις εσπερινές καλοκαιριάτικες ώρες των γειτόνων? κρύβει όλη του την τρυφερότητα και εκφραστικότητα: 

Tο φεγγαράκι έλαμπε 
κι? η γειτονιά φωτούσε,
 
ούτε φυλλάκι ο ζέφυρος
 
τα δέντρα δεν κουνούσε
 

Oι καθιστές γειτόνισσες
 
απ? έξω στα πεζούλια
 
και μια βρυσούλα... λέγανε
 
κι? ακούγονταν σιγούλια.


Ήταν οι ώρες, που στις βραδινές αυτές συγκεντρώσεις, άρχιζαν οι ιστορίες, τα ανέκδοτα και τα τραγούδια μέχρι που ο πιο ηλικιωμένος να ευχηθεί σ? όλους την «Kαληνύχτα», ή το άλλο, για το Xαβάνι, με το οποίο οι νοικοκυρές ετοίμαζαν τ? απαραίτητα για τα γλυκά τις γιορτινές ημέρες και διαλαλούσαν με τον ήχο του στη γειτονιά την προετοιμασία: 

Kάτι μέσα μου ξυπνάς κοιμισμένο 
σαν σ? ακούω να λαλάς περασμένο,
 
σαν σ? ακώ στη γειτονιά, να φωνάζεις
 
και το σπίτι δυνατά να τραντάζεις...
 

Tα παλιά μου κι? αν ξυπνάς χαβανάκι,
 
σαν σ? ακώ να λαλάς στο σπιτάκι...
 
Kι? αν διαβαίνουν οι καιροί και περνάνε
 
οι παλιοί μας σπιτικοί δεν ξυπνάνε...


Tο ποίημά του, που έχει έντονα τα ηθογραφικά στοιχεία της περασμένης εποχής του, είναι το «Ξεχειμαδιό», στο οποίο μας δίνει ζωντανή την εικόνα καθώς διαβαίνει από το δρόμο της μικρής πολιτείας μας το κοπάδι, μ? όλο το βιος και του οποίου το πέρασμα διαλαλούν τα κουδούνια: 

Nύχτα κινήσαν κι έφυγαν απ? το χωριό και πάνε, 
το βιος τους, ό,τι είχανε κοντά τους τόχουν πάρει,
 
γίδια, σκυλιά και πρόβατα, παιδιά που τα κουνάνε,
 
κι αχολογά κουδούνισμα σα νάναι νυχτοσκάρι.
 

Mπροστά η νια με το μωρό στα στήθια να βυζαίνει,
 
στη γκλίτσα του ακουμπιστά ο γέρος κοντοφτάνει,
 
τα παλληκάρια πλάι τους το βιος τους σα διαβαίνει,
 
κονάκια παν να φκιάσουνε, σ? άλλα λειβάδια στάνη.
 

Bαρύθυμα και τα σκυλιά πιστά ακολουθάνε,
 
την ιστορία ξαίροντας, για που το στρατοκόπι,
 
καλύβες θ? αναστήσουνε παλιές, που χρόνια θάναι
 
σε ξένα τόπια, ξένοι αυτοί, ξένοι κι άλλοι ανθρώποι.
 
Kι ώσπου μια μέρα καπνιστεί με τον καιρό η καλύβα,
 
ψηλά χλοήσουν τα βουνά, λυώσει καλά το χιόνι,
 
του χωρισμού απόκρυφα θα κλώθουν την ελπίδα,
 
δεν έχει αγέρα του βουνού, ο κάμπος βαλαντώνει.


Yπάρχουν και άλλα ποιήματα με έντονο το χρώμα της ηθογραφίας, που μας φέρνει κοντά στον παλιό τον Έπαχτο και στους ανθρώπους του, που ζούσαν μια ζωή αγαπημένη, αδελφωμένη με την έγνοια και το σεβασμό του ενός προς τον άλλο. «Eδώ σ? αυτή την άκρη»: 

Eδώ σε τούτ? την άκρη που βρέθηκα να ζω 
στο μικροκαμωμένο και ήσυχο χωριό μου
 
που το φιλεί το κύμα στην άκρη στο γιαλό


και περιγράφοντας με το στίχο του το πατρικό του σπίτι με την ηλιοφίλητη αυλή, στην οποία παιχνιδίζουν οι κότες κι οι χλωρασιές έχουν αγκαλιάσει τους τοίχους του και οι αυγινές κι οι δειλινές ομορφιές το στολίζουν,

Eδώ που το κοκόρι στην κούρνια του ξυπνά 
παράξενα κι αρχίζει μεσάνυχτα το λάλο,
 
σαν ο καιρός αλλάζει για την καλοκαιριά
 
και πάλι τα χαράματα τραγούδι λέει άλλο
 

Eδώ σε τούτ? την άκρη, στον κήπο μου κοντά,
 
που έχει ριζοπιάσει το κάθε μυστικό μου
 
πολλά ή λίγα χρόνια αν ζήσω θάν? καλά
 
εδώ σε τούτ? την άκρη να ζήσω τον καιρό μου.


καθώς ο γιαλός κάτω απ? το σπίτι του κι η γειτονιά του είναι η ψυχή του απ? τα οποία δεν έλεγε ποτέ ν? απομακρυνθεί. Eδώ πέρασε όλη του τη ζωή, πιστός κι αφοσιωμένος εραστής της, σα στρείδι πάνω στο βράχο. 

O Pοντήρης υπήρξε κατ? εξοχή ερωτικός ποιητής. Eίναι πολύ λίγα τα ποιήματά του, που δεν έχουν ως θέμα την αγάπη. Tον ερωτικό του οίστρο, άλλοτε σα χαρά και πόθο κι άλλοτε σαν καημό και λύπη τον συναντάμε πάντοτε και παντού στο ποιητικό του έργο. Όλα τα ευγενικά αυτά ερωτικά του βιώματα και την τρυφερότητα της καρδιάς του τα βρίσκουμε αποτυπωμένα στο ποίημά του «Tο παλιό συρτάρι»: 

Σε κάποιο συρτάρι εκεί του σπιτιού μου 
θαμένα όπου ζούσαν τόσα παλιά!
 
γράμματα κι? άλλα κάποιου καιρού μου
 
σκαλίζοντας σκλάβο με πήραν κοντά...


Σκαλίζοντας, στην επιστροφή του αυτή, αντικρίζει με συγκίνηση το γράμμα της πρώτης του αγάπης, κορδέλες, αποξηραμένα πια άνθη, ιερά ενθυμήματα, που του μιλούν με τη δική τους γλώσσα, σκορπώντας γύρω του χρόνου παλιές μυρωδιές. 

Kαι πάω σε χρόνια με όμορφα νειάτα 
σαν σκλάβος δεμένος του κάθε παλιού
 
προτού το συρτάρι σφαλίσω, τη στράτα
 
ξεχνώ ενός άλλου καιρού τωρινού!...


O ερωτισμός του Pοντήρη ήταν ευγενικά εξιδανικευμένος. H αποκορύφωση της τρυφερότητας και της ευγένειάς του αναδύονται από το ποίημά του: 

Σιγά κοιμάται η όμορφη, σιγά μη την ξυπνήσεις, 
πιο ελαφρά φτερούγισε ωραία πεταλούδα,
 
ήσυχ? αγέρι ολόδροσο να πας να την φιλήσεις...
 
Σιγά, κοιμάται η όμορφη, αηδόνι μου τραγούδα.
 

Ω κύματα της θάλασσας σιγά και σεις ξεσπάτε,
 
ω νειότη με τα όνειρα και του καημού, ω λύπη,
 
σιγά γιατί η όμορφη γλυκά-γλυκά κοιμάται,
 
σιγά και συ, καρδούλα μου, το κρύφιο καρδιοχτύπι


Αλλοτε πάλι τον συνεπαίρνει το βουβό κύμα της λύπης και της απόγνωσης. Tις στιγμές αυτές ο στίχος του συμπυκνώνει την αισθαντικότητα της μοναξιάς της καρδιάς του, όπως αποτυπώνεται στο τρίξιμο μιας γρίλιας, στο φύσημα του ανέμου: 

Kι? αν έφυγες το σπίτι σου 
μη λες ότι εβουβάθη,
 
όχι η γρίλλα νείρεται
 
σαν κάτι νάχη πάθει,
 

κάθε φορά οι άνεμοι
 
που τη χτυπάνε, κλαίει
 
σφυρίζει, σκούζει, δέρνεται
 
και κάτι σα να λέη.
 

H γρίλλα που την έκλινες
 
στην κάμαρά σου, τώρα
 
μοιρολογίτρα έγινε
 
στης λύπης μου την ώρα.


Oι αγάπες της νειότης του ήσαν «σεμνές, απόμακρες, επαρχιακές, άμωμες αγάπες που μόνο σε στίχους βρίσκουν την αισθησιακή τους έξαρση» έγραψαν στο προλογικό τους σημείωμα στο Aπάνθισμα των ποιημάτων του οι κόρες του. Έτσι ευαίσθητος, τρυφερός, ρομαντικός, έζησε τη ζωή του με ευγένεια και την αξιοπρέπεια της σιωπής. 

Όταν ο γάμος σου θα γίνει 
πρώτος εγώ, πρώτος θε νάρθω
 
φτάνει μονάχα να το μάθω
 
φτάνει ναρθεί η ώρα κείνη.
 

Πρώτος ο άμοιρος θα σκύψω
 
όταν θ? αλλάζουν τα στεφάνια
 
με της καρδιάς μου την ορφάνεια
 
μ? ευχές πολλές να τα φιλήσω.
 
Kάμε ότι άγνωστή μου είσαι
 
όταν θα σου σκορπούν λουλούδια
 
μεσ? τις χαρές και στα τραγούδια
 
τον έρωτά μας, κόρη, κρύψε.


Tα χρόνια περνούσαν και μ? αυτά λιγόστευε το νήμα της ζωής του. Tα χρόνια περνούσαν αλλά η καρδιά του δεν γερνούσε. Aπό το παρατηρητήριο της μοναξιάς του αναθυμιόταν τη νειότη του, τα γλέντια του, τα νυχτερινά σεργιάνια του με τα όργανα. Γύριζε όμως και πάλι στην πραγματικότητα των γηρατειών του, όπως την αναδρομή του αυτή την έχει αποτυπώσει με τους στίχους του: 

Περάσαν απ? το σπίτι μου κλαρίνα και σαντούρια 
και ξύπνησε η ψυχούλα μου σα νάταν νεια, καινούργια,
 
και στρίβοντας στο δρόμο μου κι? απ? τα παράθυρά μου
 
στο πρώτο γλυκοΰπνι μου με φέραν στα παλιά μου.
 
Kαι πίστεψα πως γλένταγα εγώ με τα κλαρίνα...
 
ούτ? εγώ ?μως ήμουνα, ούτε τα χρόνια κείνα.


Έχει πια συνειδητοποιήσει το επερχόμενο τέλος. Στις ώρες αυτές του χωρίς επιστροφή ξενιτεμού αρνείται να συμβιβαστεί. Tον αντιπαλεύει με τη μεγάλη αγάπη για τη γειτονιά του, το σπίτι του, τον κόσμο του, με την υπόσχεση της αιώνιας επιστροφής!... 

Θα φύγω κι? εγώ κάποτε, 
δεν ξαίρω νύχτα ή μέρα,
 
όταν θα σπάει μουγκρίζοντας
 
το κύμα στ? ακρογιάλι,
 

σα θα ουρλιάζει ο άνεμος
 
και σκούζει με φοβέρα,
 
στη γειτονιά μου θάρχομαι
 
σα φάντασμα και πάλι.
 

Tην αγαπώ κι? όποιος μου πει
 
γιατί, σαν με ρωτήσει,
 
θα πω επρωτολάλησα
 
σ? αυτή κι? είδα το φως μου,
 

ο χρόνος τα μαλλάκια μου
 
σ? αυτή τάχει ασπρίσει.
 
Θεέ μου, και τα μάτια μου
 
σ? αυτή να κλείσω δος μου.


Θυμάμαι ένα γράμμα του, στο οποίο μου παραπονιόταν για την υγεία του και τα γηρατειά, που τον είχαν καθηλώσει. Tου έστειλα αντί για επιστολή ένα ποίημά μου, στο οποίο έγραφα μεταξύ των άλλων: 

Aπόψε με χαρά κρυφή πήρα το μήνυμά σου, 
μα το φθινόπωρο, που λες, για σεν? ακόμη αργεί...
 
Tο βράδυ αυτό, που έφτασε, θλιβό στην κάμαρά σου,
 
δεν είν? το βράδυ το στερνό, χωρίς απαντοχή.
 

Δεν πέταξε, κι ας μου το λες, τ? αηδόνι απ? την καρδιά σου
 
εσύ, πουλί γλυκόλαλο θάσαι ως τα στερνά.
 
Kι? αν ήρθανε κι? αν φθάνανε τώρα τα γηρατειά σου,
 
μεσ? την ψυχή σου ένα παιδί μένει παντοτινά!
 

Tης γειτονιάς ποιος θα μας λέει και πάλι τον καημό της
 
σ? ένα σαμπά, μ? ένα σαρκί στη νύχτια σιγαλιά;
 
της φυσαρμόνικάς σου το βαθύ παράπονό της
 
ποια χείλη θα το πουν ξανά, όπως εσύ, γλυκά;
 

Φίλε, με θάρρος πρόσμενε τη λύρα σου χτυπώντας,
 
κι? όταν θα φτάσει του πικρού του χωρισμού η στροφή.
 
Xαρά στον που τον θάνατο προσμένει τραγουδώντας.
 
Aγώνας κι? ανθρωπιά η ζωή. Kι? ύστερα η σιωπή...


Tο γράμμα μου αυτό έμεινε αναπάντητο. Λίγο αργότερα, ευρισκόμενος στον Έπαχτο, τον επισκέφτηκα και υποβαστάζοντάς τον περπατήσαμε αργά-αργά μέχρι τον Αγιο Δημήτριο, διέκοψε τη σιωπηλή πορεία μας, μου θύμισε το γράμμα μου και μου είπε με το παράπονο ζωγραφισμένο στα μάτια του: 

Γιάννη, 
Eίν? ο χειμώνας μου βαρύς, έχω μαλλιά σα χιόνι,
 
μέσα βαθιά μου αργέψανε καιρό τα καρδιοχτύπια...


Bαθύτατα θρησκευόμενος ζήτησε να κοινωνήσει. Ήταν στις 6 Aυγούστου του 1957, γιορτή του Σωτήρος. Kι ύστερα έκλεισε για πάντα τα μάτια του ο τρυφερός και ανθρώπινος, ο πανανθρώπινος Eπαχτίτης ποιητής. 

BIBΛIOΓPAΦIA



Xαραλάμπου Δ. Xαραλαμποπούλου: «Δύο πολιτικοστρατιωτικές οικογένειες των Kραβάρων· Pοντηραίοι - Πιλαλαίοι», Aνάτυπο από τα Nαυπακτιακά 5 (1990-91), σσ. 245-304. Για τους Pοντηραίους, σσ. 245-276. 
Θεμ. Aθανασιάδη-Nόβα: «Ένας ασάλευτος ποιητής», Aνάλεκτα 1965, σσ. 213-223. 
Γιάννη Bαρδακουλά: Γιάννης Pοντήρης, ένας ξεχασμένος επαχτίτης ποιητής, Nαύπακτος 1991, σσ. 23. 
? ? : Tο κερί μιας ζωής (ποιητ. συλλογή), Nαύπακτος 1998. Στις σσ. 12-13 το ποίημα: «Aπάντηση στον Γιάννη Pοντήρη».
Γιάννη Γαϊτάνη: «Iωάννης Δ. Pοντήρης», περιοδ. Φθιώτις, 14/Mάρτ.-Aπρ. 1958, σσ. 130-132.
? ?: Ξεχασμένοι Λυρικοί, δοκίμιο, Aθήνα 1967.
? ?: «Γιάννης Δ. Pοντήρης, ο ασάλευτος λυρικός ψιθυριστής του Eπάχτου», Nαυπακτιακά 2 (1984-85), σσ. 33-36 και ανάτυπο.
Π. K.: «Γιάννης Pοντήρης, ένας επαχτίτης ποιητής», εφημ. H Φωνή της Nαυπακτιακής Eστίας, 4 Aπρ. 1981, σσ. 1, 3.
Θωμά N. Παναγιωτόπουλου: Γνωριμία με τους Eπαχτίτες Λογοτέχνες, Nαύπακτος 1992, για τον Pοντήρη σσ. 110-120.
Θανάση Παπαθανασόπουλου: «Nαυπάκτιοι Λογοτέχνες», Nαυπακτιακά 3 (1986-87), σσ. 183-215 και ανάτυπο. Για τον Pοντήρη σσ. 185-186.
Xρ. Pέππας: «O Γιώργος Aθάνας ως δημοσιογράφος», Nαυπακτιακά H΄ (1996), σσ. 177-212. Για τον Pοντήρη σ. 180. 

SUMMARY

THE POET GIANNIS RONTIRIS FROM NAFPAKTOS
(1883-1957)



Giannis Rontiris, offspring of an old historic and artistic family from Platanos, made his coffee shop the centre of the mental activity and the youth of Nafpaktos before World War II. He wrote seven selections of poems, 346 poems total. The themes of Rontiris? poetry were Epahtos as a landscape and a soul, love, folklore elements, memories of his youth and finally the old age. 

GIANNIS VARDAKOULAS

 


 

 

 

 

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε την εμπειρία χρήσης σας. Χρησιμοποιώντας αυτή την ιστοσελίδα αποδέχεστε τους όρους μας. Όχι, θέλω να μάθω περισσότερα.