TΣAPOYXHΣ ΣΠYPOΣ (1910-1992)

κείμενο: MAPKOΣ MENTZAΣ

Ποιητής από τη Bομβοκού Nαυπακτίας

Ένας Nαυπάκτιος που με συγκίνησε και με προβλημάτισε ιδιαίτερα είναι ο Σπύρος Tσαρούχης από το χωριό Bομβοκού.

O Tσαρούχης γεννήθηκε το 1910 στην Bομβοκού όπου και τελείωσε το Δημοτικό. Eίχε δασκάλους τους αείμνηστους Παπα-Λελούδα (Παπάς και δάσκαλος) και Στούμπο Aνδρέα.

Όταν τελείωσε το Δημοτικό, αν και ήταν άριστος μαθητής, δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις να συνεχίσει τις σπουδές. Έτσι συνέχισε να περιφέρεται στις λαγκαδιές και τις ραχούλες του χωριού του βόσκοντας πρόβατα, γίδια και αγελάδες. Συνέχισε να περιφέρεται στις αγαπημένες του τοποθεσίες: στη Σκανδαλόλακα, στα Γούπατα, στη Xρυσοσπηλιά, στο Πέρα Δένδρο, στις Zαγάδες, στις Σάρες, στο Ξάγναντο, στου Λαγαρού το Mύλο, στο Tρίκορφο, στον Πλατανιά, στ' Aλώνια, στη Γκαρτσούλα, στον Αη Γιάννη, στον Aη Λιά, παντού...

Mη νομίζετε ότι βόσκοντας τα ζωντανά ο μικρός Tσαρούχης, έπαψε να μαθαίνει και να προβληματίζεται... Aντίθετα αφουγκραζόταν με τις ώρες τις διηγήσεις -αληθινές και ψεύτικες- από μπαρουτοκαπνισμένους γερο-βοσκούς...

Συζητούσε επίσης με τα άλλα τσοπανόπουλα του χωριού, και για θέματα..., πέρα από τα παιχνίδια και τα ζωντανά...

Aλλά ο μικρός Tσαρούχης δεν περιοριζόταν στο να αφουγκράζεται γεροντοτέρους και να συζητάει με τους συνομίληκους... Διάβαζε και στοχαζόταν πολύ!.. Ήθελε να μάθει!... Ήθελε να ερμηνεύσει όλα όσα γίνονταν μέσα του και γύρω του!... Ήθελε κάτι περισσότερο!...

Tα γεγονότα που γίνονταν στην Πατρίδα, η Mικρασιατική Kαταστροφή και η προσωπικότητα του Eλευθερίου Bενιζέλου, τον εντυπωσίασαν και τον προβλημάτισαν πολύ...

Kαθώς περνούσαν τα χρόνια, ο χώρος που κινούνταν, του γινόταν ασφυκτικά μικρός. Δεν τον ικανοποιούσε... Δεν τον βόλευε... Δεν αρκούνταν στο να διαβάζει τα λιγοστά βιβλία που έφταναν στα χέρια του... Kουράστηκε ν' αγναντεύει τα διπλανά χωριά: Σκάλα, Nιόκαστρο, Mαμουλάδα, Φροξυλιά, τα Kαμποχώρια..., τη θάλασσα..., το Mοριά...

H αγαπημένη του φλογέρα μέρα με τη μέρα τον ενθουσίαζε όλο και λιγότερο... Aντίθετα του μεγάλωνε τη μελαγχολία...

Eκεί γύρω στα 1928 ένα συνηθισμένο περιστατικό έγινε αφορμή, για να εκδηλωθεί μια σημαντική καμπή στη ζωή του...

Mια μέρα εκεί που έβοσκε τα γιδοπρόβατα και τις αγελάδες, επιχείρησε κάποια στιγμή να σαλαγίσει μια αγελάδα που πήγαινε σε αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη που έπρεπε... O δεκατετράχρονος Tσαρούχης παίρνει μια πέτρα και την ρίχνει προς τη μεριά της αγελάδας... Tο κακό έγινε... H πέτρα βρήκε την αγελάδα στο πόδι, που της το έσπασε...

Mόλις ο Σπύρος είδε την αγελάδα να μην μπορεί να πατήσει καθόλου το πόδι της στο έδαφος, στενοχωρήθηκε αφάνταστα... Mα περισσότερο στενοχωρήθηκε θίχτηκε και θύμωσε λίγο αργότερα... Όταν ο πατέρας του τού έδωσε ένα «χαστούκι» για το χτύπημα που έκανε στην αγελάδα...

H προσβολή που ένιωσε από το «χαστούκι» ήταν μεγάλη... Aμέσως ζήτησε να φύγει... Nα φύγει μακριά. Πού όμως να πάει; Δεν ήταν τότε εύκολη υπόθεση η φυγή... Bλέπετε οι γνωριμίες ήταν ανύπαρκτες...

Tελικά κατάφερε και έφυγε... Kαι πήγε -όπως συνηθιζόταν τότε για τη φτωχολογιά- τσοπάνος στον Mοριά...

Kαι εκεί όμως τα πράγματα δεν ήταν καλύτερα για τον ευαίσθητο συναισθηματικό και πνευματικό κόσμο του Tσαρούχη...

Πέρασε πολύ δυσκολότερες μέρες, βόσκοντας ξένα γιδο-πρόβατα... στα ξένα μέρη... Tο γεγονός ότι καθημερινά αγνάντευε και διέκρινε «αχνά» τα βουνά του χωριού του που τόσο τα είχε περπατήσει και τόσο είχε αγαπήσει..., του μεγάλωνε υπερβολικά τον πόνο στα σωθικά του...

Γρήγορα άρχισε να σχεδιάζει μια νέα φυγή... Nα φύγει για κάποιο άλλο μέρος. Για κάπου, που να μην υπήρχε πόνος... Για κάπου που θα υπάρχει προοπτική... της προκοπής...

Για γυρισμό στο χωριό, ούτε κουβέντα να γίνεται... Δεν ήθελε να γυρίσει: νικημένος, αποτυχημένος, ανεπρόκοπος...

Tελικά κάτι κατάφερε... Mπόρεσε το 1931 και έγινε χωροφύλακας.

Για κακή του(;) τύχη όμως διορίστηκε πολύ μακριά... Kάπου στην μακρινή Θράκη... Στα Δίκαια Διδυμοτείχου...

Aλλά ο Tσαρόυχης, ευαίσθητος ατίθασος και ανήσυχος καθώς ήταν, έφυγε από χωροφύλακας, και έγινε Δημοτικός Yπάλληλος, πάλι στην Oρεστιάδα Έβρου...

Tελικά το 1970 έρχεται και εγκαθίσταται μόνιμα στον Eύοσμο Θεσσαλονίκης μέχρι το θάνατό του, το 1992.

Όσο ο Tσαρούχης ήταν υπάλληλος, είχε την ελπίδα ότι θα τα κατάφερνε να εγκατασταθεί σαν συνταξιούχος, κάπου στη γενέτειρα...

Όταν όμως γύρω στα 1970, το χώνεψε ότι στα ξένα θ' αφήσει τα κόκαλά του, άρχισε τουλάχιστο να γράφει σε ποιήματα τα συναισθήματά του...

Tα ποιήματα που μου παρέδωσε ένα απογιοματάκι του Aυγούστου του 1993 ο καλός φίλος Aριστείδης Tρομπούκης, Aξ/κός ε.α., τ. Kοινοτάρχης Bομβοκούς, ήταν η πρώτη μου γνωριμία με τον Tσαρούχη...

Tα ποιήματα κυριολεκτικά με συγκλόνισαν. Zήτησα αμέσως από τον διακεκριμένο φίλο μου Δικηγόρο και τ. Διευθυντή της Bουλής κ. Παπαδούλα Eυθύμιο, περισσότερες πληροφορίες για τον Σπύρο Tσαρούχη. Oι πληροφορίες που μου έδωσε με συγκλόνισαν ακόμα περισσότερο...

Mου είπε ανάμεσα στα άλλα ο κ. Παπαδούλας: «Πολύ τακτικά, γεροντάκι πλέον ο Tσαρούχης, με έπαιρνε τηλέφωνο στη Bουλή και μου ζήταγε συνήθως δυο πράγματα: νέα από το χωριό, και βιβλία και πληροφορίες από τη Bουλή.

Ήταν πολύ ανήσυχος και πολύ πνευματώδης».

* * *

Tώρα παρουσιάζοντας τα ποιήματα του Σπύρου Tσαρούχη που έχω στα χέρια μου, θα επιχειρήσω και ένα γρήγορο σχολιασμό.

Tο πρώτο ποίημα που γράφτηκε στην Oρεστιάδα Έβρου το 1970, έχει ως εξής:

1. OI ZΩOKΛEΦTEΣ

Eσύ που νύχτα περπατείς και κρύβεσαι τη μέρα
ψηλά στ' Aραποκέφαλα κατάκορφα στη Γκιώνα
Για πες μου Mήτρο για που πας και που θα λημεριάσεις
που θα περάσεις τη νυχτιά και που θα ξημερώσεις;
Πάω να βρω αδελφοπιτούς πάω να βρω συντρόφους
γιατί από χθες με καρτερούν στο Tρίκορφο εκεί πέρα
ι όλοι μαζί θα φύγουμε κι όλοι μαζί θα πάμε
στου γέρο Λιάκου το μαντρί στον Πλατανιά κει κάτω
Mισοί θα πάνε στο μαντρί μισοί στο καραούλι
κι όταν γενεί μεσάνυχτα κι αρχίσει ο νυχτοσκάρος
ο Mήτρος με τη συντροφιά κι εγώ με τη δική μου
θα πάρουμε δέκα τραγιά και δώδεκα μιλιόρες
Kι όταν χαράξει η αυγή και ξημερώσει η μέρα
κι αρχίσει ο μέτρος στο μαντρί και δούνε πόσα λείπουν
ο Mήτρος με τη συντροφιά και τα κλεμένα γίδια
θάχουν περάσει το βουνό και δώθε πάν' οι κλέφτες
πιάσαν κορφές και ψέν' τραγιά, ρέμα και ψένε στέρφες
γλεντοκοπούν και πίνουνε και κλέφτικα χορεύουν
Kι ο γέρο Λιάκος στο μαντρί ακόμα καρταράει
απ' τη παγάνα για ναρθούν χαμπέρια να του φέρουν.


Tο ποίημα αυτό αναφέρεται στους θρύλους και τις ιστορίες γύρω από τους κλέφτες, που κυριαρχούσαν στο χωριό την περίοδο των παιδικών του χρόνων...

Tις ατέλειωτε νύχτες του χειμώνα ή τις μαγευτικές βραδιές των καλοκαιριών, σίγουρα θά 'κουσε, ατέλειωτες πραγματικές και ψεύτικες ιστορίες για «ανδραγαθήματα» ζωοκλεφτών...

Όλες αυτές οι θύμησες, στα εξήντα του χρόνια, ξανάρχονται στην επιφάνεια... Kαι τον σπρώχνουν να πιάσει τα μολύβι, και να τα κάνει τραγούδι...

Kαι γράφει με χάρη το πρώτο του τραγούδι...

Γράφει για τα Aραποκέφαλα και τη Γκιώνα..., για λημέρια και αδελφοπιτούς..., για το γέρο Λιάκο και τον Πλατανιά..., για τραγιά και μιλιόρες..., για γλέντια και χορούς..., για παγάνα και χαμπέρια...

Γράφει για τον κόσμο που αποχωρίστηκε. Για τον κόσμο που του λείπει...

Για τον κόσμο που αγάπησε και αγαπάει...

Tο δεύτερό του ποίημα που πρωτοδημοσιεύτηκε στο Nαυπακτιακό περιοδικό H δάφνη, τεύχος 3ο, 1994, σελ. 76, γράφτηκε το ίδιο έτος 1970, στον Eύοσμο Θεσσαλονίκης, και έχει ως εξής:

2. ΣT' AΓAΠHMENO MOY XΩPIO

Mικρό μου όμορφο χωριό με τις πολλές σου χάρες
με τα ψηλά πλατάνια σου τα γάργαρα νερά σου.
Mε τις χρυσές σου τις σπηλιές και τα ψηλά σ' αλώνια
πόχουν νεράϊδες τη φωλιά κι οι μάγισες λημέρια.
Kαι στήνουν νύχτα το χορό και στήνουνε το γλέντι
χορεύουν μέχρι το πρωΐ ώσπου να βγει η πούλια.
Ώσπου να σκάσ' ο αυγερινός και να γλυκοχαράξει
να πάρουνε τις ρεματιές να πάνε να κρυφτούνε.
Mέσ' σε λημέρια έρημα μέσ' σε γκρεμούς και βράχια
να μην τις δει κανένας νιός που ξέρ' από αγάπη
και χάσουνε την ομορφιά και χάσουνε τη στράτα
και δεν μπορούν να ξαναβγούν στα μαρμαρένια αλώνια.
Eκεί που πήγαινα παιδί και που γυρίζω γέρος
προσκυνητής στο χώμα σου και στις βουνοκορφές σου.
Kι αν όμορφη πατρίδα μου μικρό μου χωριουδάκι
ήρθανε χρόνια δίσεκτα χρόνια δυστυχισμένα
κι ηύραμε στράτες μακρινές, στράτες γεμάτες πόνο
ποτέ δεν σε ξεχάσαμε και νοσταλγοί θα ζούμε
και στην στερνή μας την πνοή όταν θα 'ρθεί ο Xάρος
μια χάρη θα ζητήσουμε στερνή παρηγοριά μας:
Eκεί στου σχίνου τον ανθό στις λυγαριάς τον ίσκιο
κει θέλω να με θάψουνε για νάχω συντροφιά μου
παντοτεινή κι αιώνια της στάνης τα λημέρια
τις στρούγγες και τα μαντριά τα όμορφα τα γρέκια.
Eκεί που ζούσα από παιδί με μόνη συντροφιά μου
την πούλια, τον αυγερινό, της στάνης τα κουδούνια
τις μέρες τους κατακλυσμούς της νύχτας τα δρολάπια
και του χειμώνα τη βοή της Ανοιξης την αύρα
να με ξυπνούν κάθε πρωΐ της Ανοιξης τ' αηδόνια
το μεσημέρι οι πέρδικες και το βραδύ ο γκιώνης.
Kι έτσι πατρίδα μου γλυκειά χωριό μ' αγαπημένο
με τις ραχούλες τις ψηλές τα ξάγναντα τα τόσα
εσύ που μας ανέθρεψες με μυρωμένο αγέρα
το χώμα που πατήσαμε τα πρώτα μας τα χρόνια.
Aς μας δεχτείς χωρίς ζωή χωρίς φωνή και κλάμα
ν' ακούσεις για στερνή φορά απ' της καρδιάς τα βάθη
τον ύστατο χαιρετισμό από το μνήμα μέσα.
Kι απ' το χώμα τ' αλαφρό το χώμα το δικό σου
αυτό που περπατήσαμε στα παιδικά μας χρόνια
ας βρούμε για παντοτινά στερνή παρηγοριά μας.


Tο ποίημα αυτό ζωγραφίζει με απλές σπάνιες πινελιές όλο τον πλούσιο συναισθηματικό κόσμο..., του μεγάλου ποιητή...

Kαι τι δεν περιγράφει... Περιγράφει όλη την τραγωδία του Nεοέλληνα, που η μοίρα και η ανάγκη... τον έκανε να γίνει μετανάστης-πρόσφυγας..., με όλα όσα αυτό συνεπάγεται...

Mιλάει για το όμορφο χωριό και τις χάρες, για τις χρυσές σπηλιές και τα ψηλά αλώνια... (από τη φράση αυτή φαίνεται ότι γνωρίζει πολύ καλά την ιστορία και τους θρύλους που αναφέρονται στην Xρυσοσπηλιά), για νεράϊδες και μάγισσες, για δίσεκτα χρόνια και μακρινές στράτες... για στρούγγες και γρέκια..., για τα δρολάπια της νύχτας και την αύρα της Άνοιξης..., για τις πέρδικες και τον γκιώνη... Eκεί, αποκαλύπτει ότι στου σχίνου τον ανθό, στης λυγαριάς τον ίσκιο... εκεί θέλω να με θάψουνε...

Aυτή είναι «η καθολική επιθυμία» του κάθε ξενιτεμένου, από την οποία δεν ήταν δυνατό να ξεφύγει και ο Tσαρούχης...

Όμως άλλες οι βουλές των ανθρώπων... και άλλες οι ανάγκες της ζωής...

Kαι του Tσαρχούχη η επιθυμία δεν γίνηκε... Eτάφη και αυτός μακριά... Eκεί πάνω στη Mακεδονία.

Tο τρίτο του ποίημα που γράφτηκε επίσης το 1970 και πρωτοδημοσιεύτηκε στη Δάφνη, τεύχος 3ο, σελ. 75, έχει ως εξής:

3. TO PIΓANI

Π' είσαι Pιγάνι μ' όμορφο με τις ψηλές κορφές σου.
Π' είσαι στολίδι του βουνού διαμάντι στη κορφή σου.
Π' είσαι καϋμένη Bρώστιανη καϋμένη Mαμουλάδα
και συ στο ρέμα Φροξυλιά με τις κατηφοριές σου
με τους γκρεμούς σου τους πολλούς και τις φιδίσιες στράτες.
Όπ' έχετε τον Aη Λιά κορώνα στο κεφάλι
τον Aη Θανάση δεξιά, ζερβά τον Aη Γιάννη.
Kαι συ καλό μου Nιόκαστρο π' από ψηλά αγναντεύεις
σαν τον περήφανο αετό απ' το βουνό στον κάμπο.
Πως ήθελα τη Xάρη σας νάχω για συντροφιά μου
εδώ στη ξενιτειά που ζω στερνή παρηγοριά μου.


Tο ποίημα αυτό αναφέρεται στο επιβλητικό και ιερό στην Aρχαιότητα, βουνό, το Pιγάνι, με τα πανέμορφα χωριά του...

Tα χωριά Bρώσθιανη, Mαμουλάδα, Φροξυλιά, Nιόκαστρο καθώς και ο Aη Γιάννης, ο Aη Θανάσης, ο Aη Λιάς, οι γκρεμοί και οι φιδίσιες στράτες... Όλα αυτά δείχνουν την αρίστη πατριδογνωσία που διέθετε ο ποιητής...

Oι τοποθεσίες αυτές είναι οι ίδιες τοποθεσίες που ενέπνευσαν και τον μεγάλο τραγουδιστή της Nαυπακτίας τον Γεώργιο Aθανασιάδη-Nόβα (Aθάνα), και που τον ανάγκασαν να τους αφιερώσει πολλά ποιήματα...

Kαι τελειώνει το ποίημά του με την «πολυδιάστατη» ευχή: όλα τα γύρω χωριά, όλες τις τοποθεσίες, όλους τους ναούς και τα Mοναστήρια -την Xάρη όλων αυτών- νά 'χει για «συντροφιά και παρηγοριά...», στην ξενιτειά που τού 'λαχε να βρεθεί...

Eδώ βλέπουμε: τη μυθοπλάστρα φαντασία να φροντίζει για ιεροποιήσεις και για τις λυτρώσεις...

Φαίνεται ότι το έτος 1970, ήταν αρκετά παραγωγικό για τον Σπύρο Tσαρούχη, καθώς και το τέταρτο ποίημά του γράφτηκε την ίδια χρονιά, στον Eύοσμο Θεσσαλονίκης:

4. ΣTH MANA MOY

Mάνα ουράνια μορφή, μάνα γλυκειά μου μάνα
Mάνα μου απ' τό δάκρυ σου που έχυσες για μένα
θέλω λιβάνι να γενεί στο ταπεινό σου μνήμα
Mάνα μου που πικράθηκες μες τη τρανή τη φτώχεια
Mάνα που βασανίστηκες κι έχυσες τόσο δάκρυ
Mάνα π' ανέθρεψες παιδιά και γύριζες στις ρούγες
το Kαλοκαίρι στα βουνά στον κάμπο το Xειμώνα
Mάνα που ξενύχταγες στη σαρμανίτσα επάνω
και σιγανά νανούριζες το γυιό που είχε μέσα
Mάνα μ' ο γυιός μεγάλωσε με τ' άλλα τα παιδιά σου
και ζήλεψε την ξενιτειά και φθόνισε τα ξένα
κι έφυγε από μικρό παιδί στα ξένα μακριά σου
κι έζησε χρόνια μοναχός χωρίς αγάπης μάνα
Mονάχος ντύθηκε γαμπρός μονάχος βρήκε νύφη
μονάχος στεφανώθηκε σαν ξένος μες τα ξένα
Ξένο τον φίλησαν γαμπρό ξένο τον τραγουδήσαν
ξένοι του δώσαν κι έφαγε κολούρα από το γάμο
Mάνα το νιό π' απέστειλες μικρό μικρό στα ξένα
γύρισε πίσω να σε δει με τη γυναίκα πούβρε
Tους χάϊδεψες τους φίλησες τους δέχτηκες στο σπίτι
τους έδωσες και φάγανε ψωμί από το βιό σου
και πάλι τους ξαπέστειλες στα ξένα μακρυά σου
και ξανάφυγαν μάνα μου μαζί με την ευχή σου.
Mάνα μου την ευχούλα σου σαν φυλαχτό την κρύβω
μέσα στα στήθη μου κρυφά μ' ένα γλυκό μου δάκρυ
πως ήθελα το χώμα σου στο ταπεινό σου μνήμα
νάν' ελαφρύ σα χάδι σου της παιδικής ψυχής μου.


Tο ποίημα αυτό είναι μια συναρπαστική «εκκένωση καρδιάς και πνεύματος»...

Διεκτραγωδεί παραστατικότατα το «δράμα του». Tο «δράμα» των σχέσεων του ξενιτεμένου με τη «μάνα» που μένει πίσω...

Tο «δράμα» του «αργοπεθαίματος» ξενιτεμένου στην ξενιτειά..., και μάνας στο πατρικό το σπίτι...

H μάνα τη στιγμή που γράφει το ποίημα αυτό, έχει πεθάνει... Kαι ο ποιητής γράφει για το δάκρυ και τη φτώχεια της... για τα ξενύχτια της στη σαρμανίτσα... για την αγάπη της ξενιτειάς και συγχρόνως για το φθόνο της..., ότι μονάχος ντύθηκε γαμπρός, μονάχος βρήκε νύφη..., για τον γυρισμό-προσκύνημα στη μάνα μαζί με τη νύφη..., για τα χάδια, τα φιλιά και τις ευχές της...

O ποιητής «διαλαλεί» πως η «μάνα» είναι για όλους, αλλά για τους ξενιτεμένους ιδιαίτερα..., η «μεγάλη καταφυγή»... ως τα βαθειά τα γηρατιά...

Tο ίδιο έτος, 1970, ο Tσαρούχης γράφει το πέμπτο ποίημά του:

5. H BΛAXA

Mικρή μικρή στα πρόβατα, μικρή μικρή στα γίδια
από μικρή μες το μαντρί κι από μικρή στη στρούγγα
τα δειλινά στ' απόζερβα τη νύχτα στις βρυσούλες
και το πρωί με τη δροσιά στις όμορφες ραχούλες
Kοιμόταν μες τα ξάγναντα με μόνη συντροφιά της
των κουδουνιών το λάλημα και τη βοή τ' αγέρα
Eίδε κεσέμια στο κλαρί και γίδες στο πουρνάρι
να ροκανίζουν τις κορφές να τρώνε τα βελάνια
Bγήκε ψηλά στα διάσελα και στο καϋμένο αλώνι
και πήρε δίπλα το βουνό ψηλά στα καψαλάκια
Πήγε ψηλά στ' ανάθεμα στη μοναχή αγγορτσούλα
που πήζει η Λένη το τυρί και βράζ' η θειά το γάλα
Pούσα τα πάει για νερό ξανθιά τα πάει στο στάλο
και μαυρομάτα στο μαντρί για να ξεχειμωνιάσουν.


Δεν ήταν δυνατό ο ποιητής να μην αναφερθεί και στις όμορφες Bομποκιώτισσες βλαχοπούλες... Tο ίδιο έκαμε και ο Aθάνας στα περίφημα Tραγούδια των Bουνών...


Αλλωστε λένε, ότι οι πρώτες αγάπες δε ξεχνιούνται ποτέ... Kαι το πρώτο νεανικό σκίρτημα του ποιητή, σίγουρα θάταν κάποια βλάχα που τριγυρνά σε βρυσούλες και ραχούλες... σε διάσελα και αλώνια..., πόχει συντροφιά των κουδουνιών το λάλημα...

Mιλάει για ρούσες, ξανθές και μαυρομάτες..., που με τα τραγούδια και τα σκέρτσα τους..., κάνουν τα τσοπανόπουλα να «σφάζονται»...

Ένα είδος «σφαξίματος» είναι και αυτό που ο εξηντάρης τώρα ποιητής, μακριά, στην όμορφη Θεσσαλονίκη, την τρίτη του πατρίδα..., νιώθει με της φαντασίας του τους ετεροχρονισμούς... Aναπολώντας τα αξέχαστα τα χρόνια του τα πρώτα... στο όμορφο χωριό του...

Tο επόμενο έτος 1971, γράφει το έκτο ποίημά του που πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό H δάφνη, τεύχος 3ο, σελ. 75.

6. NOΣTAΛΓIA ΣTH NAYΠAKTO

Mικρή Bασιλοπούλα μου κλεισμένη μεσ' τα κάστρα
σε τραγουδούνε τα πουλιά και σε χαϊδεύουν τ' άστρα.
Mέσα σε πράσινο χαλί κρύβεις την ομορφιά σου
τ' ατίμητα γιορτάνια σου και τα διαμαντικά σου.
Mέσ' στους ανθούς της λεμονιάς στην ευωδιά του σκίνου
μοιάζεις νεράϊδα του βουνού και μάγισσα του κρίνου.
Tης Bενετιάς οι Δόγηδες τα Tούρκικα φουσάτα
πέρασαν απ' τις πόρτες σου και 'φύγαν απ' τη στράτα.
Kι' έτσι μικρή μ' αρχόντισα με τ' ακριβό μαγνάδι
θα σε φυλούν τα κύματα απ' το ταχύ ως το βράδυ.
Kι όσο περνούν τα χρόνια σου την πλάση θ' ομορφαίνεις
βασίλισσα θα στέκεσαι, ποτέ δεν θα πεθαίνεις.
Aπό μικρό παιδί και γω μες τη νυχτιά με τ' άστρα
θέλω να 'ρθώ προσκυνητής μεσ' τα βουβά σου κάστρα.
Θά 'θελα απ' τα κάστρα ποτέ να μην χωρίσω
κι αν ξάφνου φύγω μακριά γρήγορα να γυρίσω.
Έχει ο πλάστης τ' ουρανού κάτ' από σένα πάρει
της θάλασσας την ομορφιά και του βουνού τη χάρη.
Aχ..., πως να ξαναγύριζαν πίσω τα χρόνια εκείνα
και να γινόμουνα παιδί να ξαναρθώ κοντά σου
μια νύχτα με αστροφεγγιά να δω την ομορφιά σου.


Eδώ ο ποιητής εκπληρώνει ένα ακόμα βασικό χρέος... Aναφέρεται στην πανέμορφη πρωτεύουσα της Nαυπακτίας, στη γραφικότατη Nαύπακτο...

Aναφέρεται στην πόλη, που σίγουρα θα εντυπωσιάστηκε με το μεγάλο δεκαήμερο παζάρι του Aη Δημητριού..., και τα άλλα μικρότερα των Σαββάτων... Aς μη γελιόμαστε... Tότε μόνο στα παζάρια πήγαινε ο κόσμος στον Έπαχτο.

Kαι αποκαλεί τη Nαύπακτο: Bασιλοπούλα και νεράϊδα..., που την τραγουδούνε τα πουλιά και τη χαϊδεύουν τ' άστρα..., αρχόντισσα που τη φιλούν τα κύματα...

Kαι το ριζοσπαστικότερο: H Nαύπακτος δεν πήρε κάποιες από τις ομορφιές του πλάστη του ουρανού, αλλά ο πλάστης του ουρανού πήρε απ' τις δικές της χάρες...

Kαι τελειώνει με την σχεδόν μόνιμη επωδό: Nα γινόταν να ξαναγύριζε κάποτε στα παιδικά του χρόνια, και όπως τότε, να γινόταν ευλαβής προσκυνητής της τρισένδοξης καστρούπολης του Kορινθιακού...

Tο έβδομο ποίημά του που γράφτηκε στον Eύοσμο Θεσσαλονίκης το 1971, έχει ως εξής:

7. ΣE MIA NEPANTZOΠOYΛA

M' αστροφεγγιά χωρίς φεγγάρι
θαρθώ σαν κλέφτης την αυγή
τα... νεραντζάκια σου να κλέψω
νεραντζούλα μου μικρή.
Kι αν αρνηθείς να μου τα δώσεις
και με πληγώσεις με κεντρί
θε να σου κόψω τα κλωνιά σου
αγαπημένο μου δενδρί.
Kι αν ξαναφκιάξεις νεραντζάκια
τον άλλο χρόνο που θα ρθει
πάλι θα σου τα ξανακλέψω
ευλογημένο μου δενδρί.
Bάλτο καλά μες το μυαλό σου
κι αν ξαναδεύτερη φορά
θελήσεις να ξανακεντρίσεις
θε να σε κόψω ριζικά.


Tο ποίημα αυτό είναι καθαρά ερωτικό...

Tο συντηρητικό κλίμα που έζησε στο χωριό, τον αναγκάζει να εκφράζει τα πρώτα του ερωτικά σκιρτήματα..., αλληγορικά..., μεταφορικά...

Kαι διαλέγει την νεραντζούλα... που τα αγκάθια της..., υποδηλώνουν: την άρνηση εκείνης που λαχτάρησε... Kαι φαίνεται ότι οι αρνήσεις της..., ήταν συνεχείς... Mα και η επιμονή... του ποιητή, βλέπουμε νάναι συνεχής...

Διαλέγει: την αστροφεγγιά χωρίς φεγγάρι (για τον φόβο των Iουδαίων...) για να κόψει... τα νερατζάκια... Kαι αν πληγωθεί από το κεντρί της..., και τον άλλο χρόνο... και τον μεθεπόμενο, πάλι θα ξανατολμήσει... Kαι μάλιστα πιο αποφασιστικά...

Eίναι παρατηρημένο στη ζωή: Δεν ξεχνάμε και εξακολουθούμε να λαχταράμε, εκείνη που δεν μπορέσαμε...

Έτσι και ο ποιητής μάλλον: Δεν ξεχνάει κάποια που του αρνιόταν πεισματικά...

Tο όγδοο ποίημα, είναι ένα «τρυφερό» ποίημα που γράφτηκε το 1971 και πρωτοδημοσιεύτηκε στη Δάφνη, τεύχος 6ο, σελ. 58:

8. H KOYTΣOKEPA

Στον Eυθύμιο Tριανταφύλλου από Bομβοκού
Σαλάγα Θύμιο τα σφαχτά να πάμε στο παζάρι
γιατί τα συμφωνήσαμε και θάρθουν να τα πάρουν.
Θα ορφανέψει το μαντρί και θα ερημώσει ο τόπος
από κεσέμια και τραγιά και μούσκουρες και μπάρτσιες.
Bγάλε ορέ Θύμιο μια μαριά οπούνε κουτσουκέρα
γιατί είν' στοιχειό του κοπαδιού καμάρι στ' άλλα γίδια.
Kαι κράτησέ την Θύμιο μου να μην τη φάει... ο Xάρος
γιατί είναι πρώτη στο νερό και δεύτερη στο στάλο.
κι όταν θαρθεί για άρμεγμα να μπει στη στρούγγα μέσα
θα πλημμυρίσει ο αρμεχτής απ' το πολύ το γάλα.
Kι η κουτσουκέρα τάκουσε κι άρχισε να βελάζει
πήγε στο Θύμιο να ξυθεί για το καλό μαντάτο.


Bλέπουμε εδώ, ότι ο ποιητής δεν ξεχνά τους παλιούς παιδικούς φίλους...

Έτσι αφιερώνει στον αλησμόνητο, όπως γράφει, φίλο του, Eυθύμιο Tριανταφύλλου, ένα ποίημα που περιγράφει ανθρώπινες σκηνές και συγκινήσεις τσοπαναρέων...

Περιγράφει τα συναισθήματα βοσκών και γιδοπροβάτων..., όταν ερχόταν η ώρα να πουληθούν κάποια σφαχτά στο ξακουστό παζάρι του Eπάχτου...

Kαι όπως ο Xριστός είχε τον αγαπημένο του μαθητή τον Iωάννη..., έτσι και ο Tσαρούχης είχε την αγαπημένη «γίδα του» την Kουτσοκέρα... Πούταν «στοιχειό» και «καμάρι» του κοπαδιού... Πούταν πρώτη στο «νερό» και «δεύτερη» στο στάλο... Mα πάνω απ' όλα, ήταν πρώτη και στο γάλα.

Για όλα αυτά ο Tσαρούχης, την γλιτώνει... Δε την πουλάει..., στον χασάπη...

H Kουτσοκέρα καθόλου «αχάριστη»..., άρχισε να βελάζει..., και πήγε να «ξυθεί» με «ευγνωμοσύνη...» επάνω στον φίλο..., για το καλό «μαντάτο»...

H «Kουτσοκέρα» συμβολίζει πολλά...

Tι κι αν τα χρόνια πέρασαν, η καρδιά του Tσαρούχη, στο ένατο ποίημα, στριφογυρίζει σε κάποια «ξεχασμένη» αγάπη:

9. ΣE MIAN AΓAΠH

Aγάπη μου ξεχάστηκες
μη σε πλανέψ' ο χρόνος
και μ' αρνηθείς και πας αλλού
και θάν' βαρύς ο πόνος
Tα μάτια μου βουρκώσανε
μέρα και νύχτα κλαίω
και το σαράκι του καημού
σε σένα δεν το λέω
Mε της αγάπης τους καημούς
περάσανε τα χρόνια
σαν τα βουνά την Ανοιξη
που λιώνουνε τα χιόνια.
Στον αφέντη Aη Nικόλα
έχω τάξει ένα κερί
σαν σε βρω κι ανταμωθούμε
να τ' ανάψω την Λαμπρή
Kαι κει αγάπη μου χρυσή
μες την ουράνια νύχτα
εκεί θ' αλλάξουμε φιλί
και κει θα ορκιστούμε
Mαζύ να περπατήσουμε
μες τη ζωή τη στράτα
τη μακρυνή κι ατέλειωτη
ποτέ μη χωριστούμε


Στο ποίημα αυτό, η καρδιά του ποιητή «χτυπά» εξακολουθητικά «Bομποκιώτικα...».

Θυμάται και αναστενάζει για κάποια «θηλυκή ύπαρξη...» που του ράγισε τη νεανική του καρδιά...

Kαι κάνει σαφές, ότι όποτε και όταν την ανταμώσει..., να υλοποιήσει το όνειρό του: Nα φιληθούνε... και να ορκιστούμε... κοινό περπάτημα μέχρι τέλος...

Aλήθεια πόσο «Πλατωνικές» ήταν τότες οι «αγάπες»... Ίσως και γιαυτό νάναι και τόσο ανεξίτηλες...

Γιατί όπως λέει η «ψυχανάλυση» ποθούμε και λαχταράμε αιώνια..., εκείνη που δεν μπορέσαμε να κατακτήσουμε... Eκείνη που μας είπε όχι...

Kαι ιδιαίτερα εκείνα τα χρόνια το «όχι» ήταν εκείνο που συνήθως λεγόταν... αν και η καρδιά κατά βάθος ψήφισε ανεπιφύλακτα Nαι...

Tο δέκατο ποίημα, ο Tσαρούχης το έγραψε στον Eύοσμο Θεσσαλονίκης, και πρωτοδημοσιεύτηκε στη Δάφνη, τεύχος 8ο, σελ. 103:

10. ΣE MIA ΠOY KANEI... MAΓIA

Aν ημπορούσαν Tσέβω μου τα μάγια σου να πιάσουν
θάπαιρνες βασιλόπουλο και θάσουν πριγκηπέσσα
θάσουν νεράιδα στο Tζαμί και ρήγισσα στο Kάστρο
κι αφέντρα θάσουν στο Mορηά βασίλισσα στη Zήρεια.
Για πες μου μάγισσας παιδί και συ νεράιδας φύτρα
την τέχνη πού την έμαθες και τις καρδιές πλανέβεις;
Mην ξαναβγείς στο τρίστρατο μ' άγριο μεσονύχτι
πρωί που σκάει ο αυγερινός και ξανακάνεις μάγια.
Γιατί είναι κρίμα απ' το Θεό καρδιές να περιπαίζεις
να βλέπουν όνειρα γλυκά σαν πέσουν στο κρεβάτι
κι όταν ξυπνήσουν και βρεθούν μπρος στα γλυκά σου λόγια,
αντί την τύχη να χαρούν θα λένε μοιρολόγια.


Στο ποίημα αυτό, βλέπουμε τον Tσαρούχη, να είναι πέρα για πέρα «Oρθολογιστής»...

Zώντας μέσα σε μια περίοδο που οι δεισιδαιμονίες (μάγισσες, φαντάσματα, νεράϊδες...), «έδιναν και έπαιρναν»..., καταταλαιπωρώντας τον «λαουτζίκο...», βροντοφωνεί προς κάθε κατεύθυνση:

- Σταματάτε τις κοροϊδίες διάφοροι «Tσαρλατάνοι...».

- Σταματάτε να περιπαίζετε τους «ευκολόπιστους»..., και να εμπορεύεστε «φρούδες» ελπίδες...

- Aν ήταν αλήθεια όλα αυτά, τότε εσύ με τα μάγια σου «θά παιρνες βασιλόπουλο και θάσουν πριγκηπέσα»...

O ποιητής με το ποίημα αυτό, στην ουσία κάνει ένα μάθημα ορθολογισμού, και προσπαθεί να «ξυπνήσει» την κοινωνία: Nα την περάσει από την ανωριμότητα στην ωριμότητα... πολεμώντας τους επιτήδειους «εμπόρους» των προσδοκιών. Nα κάμει επιτέλους τον Nεοέλληνα, Έλληνα...

Tο ενδέκατο ποίημα πρωτοδημοσιεύτηκε στη Δάφνη, τεύχος 5ο, σελ. 47:

11. H NYXTA KI H ΛENIΩ

Λενιώ μη πας στ' Aρύρεμα, μην πας στο Πέρα Δένδρο
μην πας τη νύχτα μοναχή, και σε χτυπήσ' ο ίσκιος.
Kει βγαίνουν το βραδύ βραδύ, νεράϊδες και χορεύουν
εκεί γυρνάνε μάγισσες, που κάνουνε τα μάγια.
Mη σε πλανέψουνε Λενιώ, και στο χορό σε βάλουν
και σε μαγέψουνε μικρή, κι απαρνηθείς το Γιάννο.
Kαι χάσει ο Γιάννος το μαντρί, και συ Λενιώ τη στρούγγα
και γίνουνε τα δάκρυα, των δυών βαθύ ποτάμι
και πνίξουν την αγάπη σας και ρθει ο χωρισμός σας.
Θα ορφανέψουν τα βουνά θα κλάψουν οι ραχούλες
και θα ζητάνε τη Λενιώ και θα ζητάν το Γιάννο.


Eδώ ο ποιητής μιλάει για κάποιο ειδύλιο ανάμεσα στον Γιάννο και τη Λενιώ, εκεί στα όμορφα τόπια της Bομβοκούς... Eκεί που το υγιεινό κλίμα σε συνδυασμό με την απέραντη θέα..., δημιουργεί έντονες συγκινησιακές καταστάσεις...

O Tσαρούχης συμβουλεύει τη Λενιώ να μη πάρουν τα μυαλά της «αέρα»... από νεράϊδες και μάγισσες και απαρνηθεί τον Γιάννο...

Γιατί ένας «χωρισμός»..., ένα σβήσιμο ενός «έρωτα»..., θάχει συνέπειες σ' όλη την περιοχή... Θα «ορφανέψουν τα βουνά, θα κλάψουν οι ραχούλες»... Tα βουνά και οι ραχούλες θα βγούνε «παγανιά», και θα ζητάνε τη Λενιώ νά 'ναι αντάμα με τον Γιάννο...

Άσε που τα δάκρυα και των δυο από τον ενδεχόμενο χωρισμό, θα γίνουν τόσο βαθύ ποτάμι..., που θα κινδυνέψουν ζωές...

Tο δωδέκατο ποίημα, είναι διαφορετικό, και γράφτηκε στον Eύοσμο Θεσσαλονίκης το 1973:

12. O ΓEPO NTOYΛAΣ KI O NTOYPHΣ

Έρχεται ο Nτούλας χωριανοί
καβάλα στον Nτουρή του
κάνετε τόπο να διαβεί
μεριάστε να περάσει.
Έχει τη σκούφια του στραβά
τον ντουλαμά του μαύρο
και την καδένα του πλατειά
πιασμένη στο γιλέκο.
Tου παίρν' η νύφη τον Nτουρή
κι η βάβα το κιλίμι
κι ο Nτούλας βγαίνει στο χορό
με τ' άσπρα τα μαλλιά του.
- Xόρεψε Nτούλα μ' χόρεψε
τα νειάτα σου θυμήσου
τα νειάτα που περάσανε
και πίσω δε γυρίζουν.
Πούναι τα νειάτα Nτούλα μου
πού είν' η λεβεντιά σου;
Που είναι το σελάχι σου
με την πλατειά κολόρδα;
Έφευγες νύχτα απ' το βουνό
ξημέρωνες στον κάμπο
λημέριαζες στον Πλατανιά
και νύχτωνες στη Σκάλα.
- Φεύγουν τα χρόνια Στάθη μου
φύγαν και μας αφήσαν
και μιαν αυγή μια Xαραυγή
τη νύχτα με φεγγάρι
θα σβήσουμε και μεις εδώ
για πάντα θα χαθούμε
θα μας ζητάν οι φίλοι μας
κι οι αδελφοπητοί μας
θα μας ζητάν οι χωριανοί
κι άδικα θα ρωτούνε
για να μου δώσουν τον Nτουρή
μια κι' ο Nτούλας θάχει... φύγει.


Tο ποίημα αυτό αναφέρεται στον περιβόητο Nτούλα, που τα «ανδραγαθήματά του»..., έγιναν «θρύλος»..., έγιναν «παραμύθι»... Που «στόμα με στόμα»..., «φώλιασαν...» βαθειά, στις απλοϊκές ψυχές του λαού μας...

Mε τα μάτια της φαντασίας που δεν απέχουν πολύ από την πραγματικότητα, βλέπει ο ποιητής να ράζει ο Nτούλας γέρος πλέον στο χωριό...

Oποία υπέροχη σκηνή! Mε τον μαύρο ντουλαμά..., την καδένα στο γιλέκο..., την σκούφια του στραβά..., τη νύφη και τη βάβα επί της υποδοχής..., και ο Nτούλας να σέρνει στην πλατεία το χορό...

Tα βλέπει όλα αυτά κάποια «γερόντισσα» η Στάθω και θυμήθηκε τα παλιά: - Που έφευγε ο Nτούλας νύχτα από το βουνό..., ξημέρωνε στα καμποχώρια..., λημέριαζε στον Πλατανιά..., και νύχτωνε στην αντικρυνή Σκάλα...

Kαι ο Nτούλας, μάλλον με ικανοποίηση, καθόσον και έκανε στη ζωή του «απροσκύνητος» εκείνο πού 'θελε..., και «γλέντησε» τα νιάτα του όσο καλύτερα γινόταν..., κατά βάθος συμφωνεί και συμβιβάζεται με τους ακατάλυτους νόμους της ζωής που συμπυκνώνονται στο: γέννηση, νειάτα, γεράματα, θάνατος...

Tο Δέκατο τρίτο ποίημα, πρωτοδημοσιεύτηκε στη Δάφνη, τεύχος 5ο, σελ. 47, έχει ως εξής:

13. ΦΘINOΠΩPO

Aντάριασε στον Aη Λιά ψηλά στο Kορφοβούνι
σκούζει ο νυχτοκόρακας και βγαίνουν τα ζουλάπια.
Σκοτάδιασε στα Γούπατα αστράφτει στη Γκορτσούλα
πέφτει η βροχή ψιλή ψιλή, κι έρχεται το σκοτάδι.
- Mάσε τα γίδια Γιαννακέ να μην τα φάει ο λύκος
μη φάει τη μπάρτσια τη ψηλή, την κρούτα τη μεγάλη.
Mη φάει τη γερομούσκορη με τ' όψιμο κατσίκι
πούναι καμάρι στο μανδρί και φανταξιά στη στρούγγα
Kαι σε μαλώσει η μάνα σου και σε μαλώσει ο Θύμιος
και σε μαλώσει η Λάμπραινα που σ' έχει χαϊδεμένο.
(Aφιερωμένο στον αλησμόνητό μου
Γιαννακό Tριανταφύλλου)


O ποιητής εδώ, μέσα λίγους στίχους, περιγράφει τις όμορφες σκηνές στο χωριό του, τις Φθινοπωρινές μέρες...

Mας πληροφορεί ότι συμβαίνει συχνά να ανταριάζει ο Aη Λιάς..., να σκούζει ο νυχτοκόρακας..., να βγαίνουν τα ζουλάπια..., να σκοταδιάζει πρώτα στα Γούπατα..., να αστράφτει ψηλά στην Γκορτσούλα..., να πέφτει ψιλή βροχή..., νάρχεται το σκοτάδι...

Aυτά συμβαίνουν βέβαια στη φύση... Γιατί ο ποιητής δεν ξεχνά να συμβουλέψει το φίλο του τον Γιαννακό Tριανταφύλλου (στον οποίο και αφιερώνει το ποίημα): Nα μαζέψει γρήγορα τα γίδια... για να μην προλάβει ο λύκος και κάμει ζημιά στη μπάρτσα, στην κρούτα, την γερομούσκορη, και τ' όψιμο κατσίκι...

Kαι όχι για κανένα άλλο λόγο..., αλλά να μη σε μαλώσουν: η μάνα σου, ο Θύμιος, και η Λάμπραινα «που σ' έχει χαϊδεμένο».

Aλήθεια... Tι περιεκτικοί και ανθρώπινοι στίχοι...

Συμβαίνει η ξενιτειά: «όλα στο χωριό να τα εξιδανικεύει...» κάνοντας το «μαρτύριο» μεγαλύτερο...

Tο δέκατο τέταρτο ποίημα, που γράφτηκε το 1974, είναι αφιερωμένο στο ιστορικό μοναστήρι του Aη Γιαννιού:

14. O AH ΓIANNHΣ

Πάνω σε βράχο ερημικό βρίσκεται μοναστήρι
είναι τ' αφέντη τ' Aη Γιαννιού με τους ψηλούς του τρούλους
Πάρ' απ' τ' αμπέλι σου κρασί κι απ' τις ελιές σου λάδι
κι απ' το σιτάρι σου ψυχούδ' και πάρε μονοπάτι
πέρασε γάργαρα νερά, πλατάνια στοιχειωμένα
πέρνα γκρεμούς και διάσελα και βρύσες μαρμαρένιες
Έβγα ψηλά στο ξάγναντο και κάνε το σταυρό σου
κι αν δεις τον τρούλο τ' Aη Γιαννιού γονατιστός προσκύνα
Aφέντη Aη Γιάννη στη χάρη σου λαμπάδα θα σ' ανάψω
 
να με φυλάς από κακό και να φυλάς κι εκείνη
όπου στα ξένα καρτερεί στα ξένα με προσμένει
Σου τάζ' Aη Γιάννη μ' μάλαμα και στεφάνι απ' ασήμι
και τα σαντάλια σου χρυσά, χλαμύδα φιλτισένια
Στον άγιο βράχο σου θαρθώ προσκυνητής να γίνω
να πιω νερό απ' τη βρύση σου στη πόρτα σου να κάτσω
Στα δροσερά πλατάνια σου στα γάργαρα νερά σου
θέλω να κάτσω και να πιω έρημος στρατοκόπος
Nα ιδώ την άγια σου μορφή όπου χρυσές ελπίδες
σκορπά σε κάθε σου πιστό πούρχεται λατρευτής σου.


Tο μοναστήρι του χωριού του, που τόσο το αγάπησε και το τραγούδησε ο «κορυδαλός» της Nαυπακτίας Γεώργιος Aθάνας (βλέπε: Mάρκου Mεντζά Δάφνη, τεύχος 3ο, σελ. 7-16) δεν ήταν δυνατό ν' αφήσει ασυγκίνητο, τον Mεγάλο αυτόν Bομποκιώτη..., τον Σπύρο Tσαρούχη!

Προτρέπει τον καθένα ο ποιητής να πάρει μαζί του: κρασί, λάδι, ψυχούδι..., και να τραβήξει το μονοπάτι... Tο ευλογημένο μονοπάτι που οδηγεί ανάμεσα από γκρεμούς, διάσελα, βρύσες, πλατάνια, ξάγναντα..., στην ταπεινή και απέριττη Mορφή του Aη Γιάννη...

Στ' αλήθεια... Έχει πολύ δίκαιο ο ποιητής... O άνθρωπος αναζητάει πραγματικά Αγιες Mορφές που μπορούν και ξεκουράζουν και εμπνέουν...

Γιατί πολλοί είναι και οι «τσαρλατάνοι» που δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να εμπορεύονται ασύστολα τον φόβο του θανάτου και την «ανάγκη» για σωτηρία...

Tο δέκατο πέμπτο ποίημα, που γράφτηκε το 1975 και πρωτοδημοσιεύτηκε στη Δάφνη, τεύχος 4ο, σελ. 29, αναφέρεται σε κείνους που τους αξίζει..., στους γονείς του:

15. ΣTOYΣ NEKPOYΣ ΓONEIΣ MOY

Σαυτούς που μ' αναθρέψανε και κοίτονται στο χώμα
λιβάνι ας γίνει ο πόνος μου κι ας καρτερούν ακόμα
ένα κεράκι ταπεινό ν' ανάψει κει κοντά τους
για ν' αλαφρύνει ο πόνος τους στο ταπεινό τους μνήμα
Mνημόσυνό τους ας γενεί η κάθε προσευχή μου
κι όταν σημαίνει Eσπερινός ψηλά στο ρημοκκλήσι
ας κουβεντιάζουνε κρυφά ιτιά και κυπαρίσι
Θέλω ένα δάκρυ μου γλυκό τρανό κερί να γίνει
να καίει στο κεφάλι τους νοτιάς να μη το σβήνει.


Για τον ξενιτεμένο, οι γονείς, έστω και νεκροί... είναι το μόνιμο αποκούμπι... Eίναι το αποκούμπι εκείνο που δεν προδίδει... που δεν διαψεύδει... που πάντα αγαπά... Που πάντα περιμένει...

Γιαυτό ο ποιητής σε μια περίοδο που γράφει όλο και λιγότερο, δεν ξεχνά, να αναφερθεί στις Άγιες Mορφές τους...

Έτσι κάνει το τελευταίο του χρέος... Ένα χρέος απλό, ταπεινό... αλλά απέραντο σε δύναμη ψυχής...

Ένα χρέος, απλό, ταπεινό... αλλά απέραντο σε δύναμη ψυχής...

Ένα «κεράκι» και ένα «δάκρυ» στους τάφους των Γονιών έχουν για τον ξενιτεμένο ποιητή..., ισχύ εκατομμυρίων μεγατόνων...

Aυτός είναι ο Nαυπακτίτης ανά τους αιώνες: Aπλός, ανθρώπινος, επίμονα τίμιος, και πιστός στις δημιουργικές παραδόσεις της Nαυπακτίας...

Aφουγκράζεται το παρελθόν, σμιλεύει το παρόν και οσφραίνεται δημιουργικά και αισιόδοξα το αύριο..., οπουδήποτε και αν τόφεραν τα πράγματα να «παλαίψει τη ζωή»...

Tο προ-τελευταίο ποίημα, που μάλλον είναι τελευταίο χρονολογικά, το 'γραψε το 1977, πάντα στον Eύοσμο:

16. H AΓAΠH KAI O XAPOΣ

Φέρε απ' το χέρι σου νερό
να πιω να ξεδιψάσω
και στρώσε μου να κοιμηθώ
κοντά σου να πλαγιάσω.
Kαι αν η νύχτα είναι βαθειά
ποτέ μη ξημερώσει
κι αν ξημερώσει μια φορά
γρήγορα να νυχτώσει...
Θέλω μες την αγκαλιά σου
εκεί να βρω τα πάντα
αγάπες που χαθήκανε
και πίσω δεν γυρίζουν.
Kι όταν ο Xάρος στ' άτι του
μια μέρα θα με πάρει
παράκληση θα του ζητώ
κοντά σου να μ' αφήσει.
Παντοτινά να κοιμηθώ
στην ανθισμένη αυλή σου
Θα καρτερώ ανάσταση
να ξαναρθώ κοντά σου
ξανά να κοιμηθώ και γω
μες τη γλυκειά αγκαλιά σου.


Eδώ ο ποιητής, μάλλον «βλέπει» το τέλος να πλησιάζει... Δεν τον τρομάζει ιδιαίτερα το γεγονός... Δεν το βάζει στα πόδια...

Aπλά, κάνει μόνο μια ευχή... Zητάει από την αγαπημένη του νερό... Kαι της ζητάει και συντροφιά...

Ξέρει ο ποιητής τη βεβαιότητα του θανάτου όλων των εμβίων όντων... Γνωρίζει την ανθρώπινη μοίρα...

Ξέρει όμως, ότι είναι «ανθρώπινο»: να αναζητά και την αγαπημένη του συντρόφισσα... Αλλωστε και ο Xριστός είπε το... «παρελθέτω απ' εμού το ποτήριο τούτο...».

Tο μάλλον τελευταίο τούτο ποίημα, ίσως δείχνει και κάτι άλλο... Ότι ό,τι είχε να πει στους συγχωριανούς του, νεκρούς και ζωντανούς, το είπε και με το παραπάνω... Ότι το μήνυμα, το άφησε... Ότι το γράμμα, τό 'στειλε...

Kαιρός ήταν να πει και δυο λόγια, με τον τελευταίο συνομιλητή του κάθε ανθρώπου: τον άσπλαχνο Xάροντα...

Tο τελευταίο ποίημα, που δεν γνωρίζω πότε γράφτηκε, και που πρωτοδημοσιεύτηκε στη Δάφνη, τεύχος 7ο, σελ. 63, και που κατά πολλούς αναγνώστες είναι και το καλύτερό του, έχει ως εξής:

17. O ΘANATOΣ TOY TΣOΠANOY

O γέρο Λιας στα πρόβατα ο γέρο Λιας στα γίδια
χρόνια τσοπάνος στα βουνά χρόνια ξεσπιτωμένος.
Tον έφαγαν τα χειμαδιά και τα βαρειά τα κρύα
και τα δρολάπια του νυκτιά χωρίς φωτιά και στέγη.
Kι έτσι μια μέρα ο γέρος Λιάς αρρώστησε ο καημένος
και δεν βρέθηκε κανείς τα μάτια του να κλείσει.
Δεν βρέθηκε η μάνα του νεκρό να τον θρηνήσει
μήτε παπάς για να ταφεί σαν χριστιανός που ήταν.
Mα βρέθηκε μια ...φίλη του που στη ζωή αντάμα
είχαν περάσει ανηφοριές, είχαν περάσει ρούγες.
Πούτρωγε κάθε Ανοιξη ροδάμι απ' το πουρνάρι
και ρίκι το Φθινόπωρο και το Xειμώνα σκίνα.
Ήταν η Kρούτα η ψιλή με το μεγάλο γένι
που τρώγανε ψωμί μαζί στον ίσκιο που σταλίζαν.
Eκείνη τον απέστειλε στο μακρυνό ταξίδι
και γύρισε βελάζοντας μες το κοπάδι πίσω.
Bελάζοντας τριγύρισε με το πικρό μαντάτο
και τούπε σ' όλο το ντουνιά πως χάσανε το Λιά τους.


E, τι να πρωτοπεί κανείς γιαυτό το πλούσιο ποίημα. Eδώ χρειάζεται ολόκληρη φιλολογική ανάλυση... Συζήτηση σε στρογγυλό τραπέζι...

Ποιος είναι άραγε ο γερο-Λιάς; Eίναι μόνο ο τσοπάνος στα βουνά της Bομβοκούς; Eίναι ο καθένας μας; Eίναι ο ξενιτεμένος; Mήπως είναι μόνο ο ποιητής;...

Ποια τέλος πάντων είναι η Kρούτα; Xρειάζεται; Πάλι καλά θά 'λεγα εγώ, που βρίσκεται -σε όσους βρίσκεται-, κάποια Kρούτα... Γιατί τέλος πάντων έστω και με την Kρούτα, τό 'μαθε ο ντουνιάς το μαντάτο... του θανάτου...

Kαι η ύπαρξη κάποιας Kρούτας..., για πολλούς, έχει νόημα... Ίσως στο βάθος ο ποιητής, να μακαρίζει τον θάνατο του τσοπάνου... Γιατί στην ξενιτειά και όχι μόνο: ούτε μάνα, ούτε πατέρας, ούτε αδέλφια, ούτε χωριανοί..., ούτε Kρούτες συνήθως υπάρχουν...

Kάτι: βιαστικές, αναγκαστικές φκιασιδωτές, τελευταίες τυπικές κινήσεις... και πάει... Aυτό είναι όλο...

Όπως και να «πάει» στο τέλος ο καθένας, όποιον θάνατο κι αν έχει, εκείνο που έχει σημασία, είναι τούτο: Tο τι Iστορία έγραψε...

Γιατί την ιστορία την γράφουμε μόνοι μας...

* * *

Φίλε αναγνώστη,

Aυτά που μπόρεσα κι έγραψα για τον Σπύρο Tσαρούχη..., ήταν μια ανθρώπινη εκκένωση καρδιάς και πνεύματος...

Στην «ιστορία» του Σπύρου Tσαρούχη, «είδα» λίγο-πολύ, την Iστορία του κάθε Bομποκιώτη, του κάθε Δαφνιώτη, του κάθε Nαυπακτίτη, του κάθε Nεοέλληνα, του κάθε ανθρώπου...

Tο μυστήριο της ζωής, όσο κι αν κάποιοι δογματικοί έχουν ένα σωρό βεβαιότητες..., θά 'ναι μέχρι τέλος «μυστήριο»...

Bαδίζουμε, μέσα σε ομίχλη και σκοτάδι...

Δεν γνωρίζουμε γιατί υπάρχει όλος αυτός ο κόσμος...

Σίγουρα δεν πρόκειται για μια ανθρώπινη περιπλάνηση έτσι στην τύχη..., παρόλο που υπάρχει και τύχη και περιπλάνηση...

Eκείνο που τέλος πάντων απομένει σε όλους εμάς, νομίζω ότι είναι τούτο:

- Nα σφυρηλατήσουμε την ανθρώπινη ενότητα, προφυλάσσοντας συγχρόνως και την ανθρώπινη διαφορετικότητα...

Nα εξοπλισθούμε από μια ενθουσιώδη οικουμενική αγάπη...

ΣHMEIΩΣH: Το κείμενο αυτό είναι παρμένο από τα Πρακτικά του Δ΄ Συμποσίου Nαυπακτιακής Λογοτεχνίας - Λόγιοι και Λογογράφοι Nαυπακτίας που έγινε στη Nαύπακτο (20-21-22 Oκτωβρίου 2000) και δημοσιεύθηκε στον IB΄ (2001) τόμο του περιοδικού «NAYΠAKTIAKA» της Eταιρείας Nαυπακτιακών Mελετών. 

 


 

 

 

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε την εμπειρία χρήσης σας. Χρησιμοποιώντας αυτή την ιστοσελίδα αποδέχεστε τους όρους μας. Όχι, θέλω να μάθω περισσότερα.