ΔΡΑΚΟΣ ΘΑΝΑΣΗΣ

κείμενο: MAPIA-MIPANTA TΣIPOΓIANNH

Η ποίηση του Θανάση Μιλ. Δράκου

Ξαναδιαβάζοντας την εισήγηση της Βάσως Σταματίου στο Γ΄ Συμπόσιο Ναυπακτιακής Λογοτεχνίας που έγινε πριν από ένα χρόνο αφιερωμένο στους σημαντικούς Ναυπάκτιους λογοτέχνες αδελφούς Σταματίου, στάθηκα στα τελευταία λόγια της. «Εύχομαι να συνεχίσετε να τιμάτε ό,τι άλλο ωραίο και δημιουργικό γεννήθηκε και θα γεννηθεί στην αγαπημένη αυτή γη».

Η ευχή αυτή ξαναπήρε σάρκα και οστά και φέτος με το Δ΄ Συμπόσιο Ναυπακτιακής Λογοτεχνίας που είναι αφιερωμένο σε λιγότερο γνωστούς, αλλά εξίσου ωραίους και δημιουργικούς ανθρώπους της Ναυπακτίας. 

Στον κύκλο των μικρών αλλά σημαντικών αυτών δημιουργών συγκαταλέγεται και ο Αθανάσιος Δράκος, μία από τις πιο ζωντανές παρουσίες της προπολεμικής και μεταπολεμικής κοινωνίας της Ναυπάκτου, που χάρη στα φυσικά χαρίσματα που διέθετε, ανέπτυξε έντονη δραστηριότητα τόσο στον κοινωνικό όσο και στον πολιτικό χώρο. 

Ο Δράκος ήταν ένας απ? αυτούς που κατέγραψαν και φωτογράφισαν την εποχή του είτε σαν εκδότης και σχολιαστής της Ναυπακτιακής Φωνής είτε σαν στιχοπλόκος. Αποτύπωσε στα γραφόμενά του τα ήθη της εποχής του, τους χαρακτήρες, τα πάθη, τις αντιπαλότητες. Ανθρωπος αυθόρμητος, ευρηματικός, πνευματώδης και με μια πηγαία πάντα χιουμοριστική και περιπαιχτική διάθεση για όλους και για όλα, του ταίριαζε απόλυτα το παρατσούκλι «Φασαρίας» που του προσέδωσαν. Εμπνεόμενος από καθημερινά πρόσωπα, γεγονότα ή καταστάσεις, τα παρουσίαζε συνήθως μέσα από την εύθυμη και κωμική πλευρά τους· είχε μια θαυμαστή ικανότητα να διακρίνει την αστεία όψη των πραγμάτων. Γνώριζε να σκώπτει χωρίς να θίγει, να παρωδεί χωρίς να πικραίνει, να σατιρίζει χωρίς να ερεθίζει. Ο Α. Δράκος ήταν ένας «πικάντικος» άνθρωπος που έδινε ένα ιδιαίτερο χρώμα στις συντροφιές των Ναυπακτίων· ήταν το «αλάτι και πιπέρι» της ομήγυρης, όπως εύστοχα τον χαρακτήρισε ο Γιάννης Βαρδακουλάς. 

Γεννήθηκε στη Ναύπακτο το 1905. Ήταν ένα από τα επτά παιδιά του Μιλτιάδη Δράκου, ο οποίος για να συντηρήσει την πολυμελή οικογένειά του είχε στήσει ένα μικρό παντοπωλείο στην περιοχή του λιμανιού. Η οικογένεια Δράκου ήταν μία από τις φαμίλιες των Σουλιωτών που μετά την έξοδο του Μεσολογγιού εγκαταστάθηκε στη Ναύπακτο. 

Τελείωσε το Σχολαρχείο και αμέσως μετά ξεκίνησε τη φοίτησή του στη Σχολή Αεροπορίας της Θεσσαλονίκης. Το όνειρό του ήταν να γίνει ιπτάμενος θέλοντας, ίσως, μ? αυτόν τον τρόπο να καταπολεμήσει και να υπερνικήσει την έμφυτη δειλία του· όμως στην πορεία και κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσής του εγκατέλειψε ξαφνικά τη Σχολή υποκύπτοντας, όπως λέγεται, στις πιέσεις ή στα πειράγματα φίλων του, οι οποίοι στην προσπάθειά τους να τον αποτρέψουν του είπαν με τη χαρακτηριστική ρουμελιώτικη προφορά τους: «Ουρέ Θανάσ?π?λι θα γίνς». Αυτό άσκησε καταλυτική επίδραση πάνω του ξαναζωντανεύοντας την εκ φύσεως δειλία του και έτσι άλλαξε πορεία. Το νεανικό του όνειρο ναυάγησε. Στην αγωνιώδη προσπάθειά του ν? αποφύγει το Αεροδικείο, ερχόμενος στην Αθήνα βρήκε καταφύγιο στα υπόγεια τυπογραφεία του Βήματος και άλλων εφημερίδων. Έτσι ήλθε σε επαφή μ? έναν νέο κόσμο, τον κόσμο της δημοσιογραφίας και των γραμμάτων. Ο χώρος αυτός αποτέλεσε για το Δράκο ένα μεγάλο «Σχολείο». Εδώ πήρε το πρώτο βάπτισμα της δημοσιογραφίας, ενώ παράλληλα έμαθε τα μυστικά της τυπογραφίας. 

Πλούσιος σε γνώσεις και εμπειρίες επιστρέφει στη γενέτειρά του και με τη στήριξη των ανθρώπων που είχε γνωρίσει στην Αθήνα γίνεται επαγγελματίας τυπογράφος και ανοίγει το πρώτο τυπογραφείο και βιβλιοπωλείο γύρω στα 1928-29. Μία νέα πορεία ανοίγεται εμπρός του· δίνεται ολοκληρωτικά, δουλεύει ασταμάτητα. Βρίσκεται σε συνεχή επαφή με τον Αθηναϊκό τύπο, διακινεί πολλές από τις αθηναϊκές εφημερίδες στην επαρχία ?γεγονός πολύ σημαντικό για την εποχή εκείνη? ενώ παράλληλα στέλνει και δικές του ανταποκρίσεις. 

Το κατάστημα «Δράκου», εκτός από την πλούσια συλλογή ειδών γραφικής ύλης που διαθέτει, γίνεται πλέον το στέκι όλων αυτών που ζητούσαν να ενημερωθούν πάνω στα τρέχοντα γεγονότα ή να προβάλλουν δικές τους απόψεις μέσω των εφημερίδων και κυρίως μέσω της «Φωνής». 

Ένας μικρόκοσμος παρελαύνει καθημερινά από το χώρο αυτό. Αυτή η καθημερινή συναναστροφή του Δράκου με όλα σχεδόν τα κοινωνικά στρώματα, καθώς και η φύση της δουλειάς του, του δίνει τα ερεθίσματα να καταγράφει την επικαιρότητα, να αποτυπώνει με το πηγαίο χιούμορ και τη σατιρική του διάθεση την καθημερινότητα, να διακωμωδεί διάφορες καταστάσεις, να σκιαγραφεί ανθρώπινους χαρακτήρες. 

Η δημιουργική αυτή διάθεση του Δράκου εκδηλώθηκε κυρίως με την έκδοση μιας από τις πρώτες τοπικές εφημερίδες, [προηγήθηκαν Nαυπακτία (1905), Κήρυξ (1920)] με τον αρχικό τίτλο Φωνή (από το 1920 ως το 1940). 

Αρχικά η εφημερίδα διευθύνονταν από επιτροπή (περιστασιακοί Διευθυντές το 1933 ο Τ. Κούμπιος και ο Φ. Μακρής), και από το Φλεβάρη του 1931 η Διεύθυνση της εφημερίδας περνάει και τυπικά στο Δράκο. 

Η εφημερίδα, λοιπόν, η οποία μετονομάστηκε τον Απρίλιο του 1935 σε Φωνή της Ναυπακτίας, ήταν ένα πνευματικό γεγονός για την επαρχία· με την ποικίλη ύλη της ?πολιτικά σχόλια, κοινωνικά θέματα, τοπικές ειδήσεις, λογοτεχνικές σελίδες? πρόσφερε τα μέγιστα την εποχή εκείνη που τα μέσα ενημέρωσης και πληροφόρησης ήταν πενιχρά και οι εξελίξεις ραγδαίες (αναφερόμαστε στις 10ετίες 1930-40-50), στις οποίες διαδραματίζονται κοσμοϊστορικά γεγονότα). 

Μέσω της εφημερίδας προβάλλονταν ακόμη και αποκτούσαν δημοσιότητα όλα τα τοπικά προβλήματα, όχι μόνο της πόλης της Ναυπάκτου, αλλά και της ευρύτερης περιοχής. Έτσι έμμεσα ή άμεσα, πολλές φορές ασκούνταν πιέσεις για την προώθηση και αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονιστεί ότι η Φωνή, πέραν των άλλων, πρόβαλε και ενίσχυσε την ιδέα για την ίδρυση βιβλιοθήκης στην πόλη της Ναυπάκτου. 

Η πολιτική τοποθέτηση της εφημερίδας ήταν ανοιχτά υπέρ του Βενιζέλου και του τοπικού βουλευτή Γεωργίου Νόβα (σε φύλλα της μετά το 1935 διαβάζουμε και άρθρα επαινετικά για το καθεστώς της 4ης Αυγούστου). 

Η Φωνή για μια δεκαετία περίπου εκπροσώπησε επάξια τη Ναύπακτο καθώς και τη γύρω περιοχή και αποτελεί σήμερα μια πολύτιμη πηγή πληροφοριών για τους νεότερους, αλλά και τους παλιότερους Ναυπάκτιους. 
Ο εκδότης της Αθανάσιος Δράκος έκανε μια προσπάθεια επανέκδοσης και ανασύστασής της το 1963, χωρίς όμως αυτή να ευδοκιμήσει. 

Ωστόσο ο Δράκος δεν εξαντλεί την ενεργητικότητά του στο στενό χώρο του τυπογραφείου. Ανήσυχος, όπως ήταν, απλώνει τις δραστηριότητές του στον πολιτικό και κοινωνικό χώρο. Οργανώνει τους επαγγελματοβιοτέχνες και σαν πρόεδρος τους προωθεί πολλά από τα ζητήματα που τους αφορούν. 

Έντονα πολιτικοποιημένος, υψώνει τη φωνή του όταν θίγονται, κατά την κρίση του, τα συμφέροντα της πόλης του και της τάξης που εκπροσωπεί. Πότε υμνητής πότε επικριτής της εξουσίας και της εκάστοτε κυβέρνησης, κάνει πάντα αισθητή την παρουσία του με τη δράση και τα λεγόμενά του. 

Γράφει μεταξύ άλλων η εφημερίδα Ναυπακτιακή του Κ. Ράικου στο πρώτο της φύλλο (1950) για τον Αθανάσιο Δράκο, πρόεδρο τότε της ομοσπονδίας των επαγγελματοβιοτεχνών, φιλοξενώντας παράλληλα και συνέντευξή του. 

«Επί τη εκδόσει της εφημερίδος μας εθεωρήσαμεν απαραίτητον να ακούσωμεν τας γνώμας και τας αντιλήψεις για τα ζητήματα που απασχολούν την τάξιν των επαγγελματοβιοτεχνών και γενικώτερα την Ναύπακτον, από άνθρωπον ο οποίος τα κατέχει αλλά και τα αντιλαμβάνεται λαμπρά και χωρίς προκατάληψιν και ο οποίος από σειράν ετών, αγωνίζεται εις την πρώτη γραμμήν δι? αυτά. Είναι ούτος ο κ. Αθανάσιος Δράκος, ο οποίος όχι μόνον σήμερα, αλλά από ετών προΐσταται της μεγαλυτέρας τάξεως της πόλεως, των επαγγελματοβιοτεχνών, αλλά ως και δημοσιογράφος εκδίδων προπολεμικώς εις Ναύπακτον την τότε τοπικήν εφημερίδαΦωνή της Ναυπακτίας και μέχρι σήμερον δημοσιογραφών εις όλας τας Εφημερίδας Πατρών και Αθηνών. Παρακουλουθείται και εκτιμάται από τους συμπολίτας του ως ο μοναδικός με σθένος όστις μελετά και φωνάζει διά τα τόσα και τόσα χρονίζοντα ζητήματά των, τα οποία κρατούν εν μαρασμώ την ωραίαν των πόλιν. 

Επί των επαγγελματοβιοτεχνικών ζητημάτων ο κ. Δράκος μας απαντά ούτω:
-Δυστυχώς μάς βρίσκετε σήμερον εις μίαν σοβαράν οικονομικήν κρίσιν της οποίας τα οδυνηρά αποτελέσματα τα αισθανθήκαμε από τον μικρότερον επαγγελματίαν μέχρι του μεγαλυτέρου εμπορευομένου. Αι αιτίαι της κρίσεως είναι πολλαπλαί και αι σπουδαιότεραι η τελεία νέκρωσις του λιμένος μας με την εγκατάστασι του φέρυ-μπωτ εις Αντίρριον, η επικοινωνία μετά των μεγαλουπόλεων και τα άλλα σοβαρά επαρχιακά κέντρα δι?αυτοκινήτων, ούτως ώστε το εμπόριον να μας διαφεύγει ολόκληρον και η έλλειψις αρμοδίας αντιλήψεως ή ιδιωτικής πρωτοβουλίας, η οποία ήτο δυνατόν να δημιουργήση νέους πόρους προόδου και νέας ζωής διά την πόλιν αυτήν. 

Την πόλιν αυτήν η οποία δεν έχει υπονόμους και γέμη ακαθαρσιών. Δεν έχει ύδρευσιν αν και τα νερά της χύνονται αχρησιμοποίητα υπονόμως εις την θάλασσαν. Δεν έχει πλήρη φωτισμόν και ούτω αι ακραίαι συνοικίαι πλέουν εις το σκότος. Και μόνον οι πτωχοί επαγγελματοβιοτέχναι οι έχοντες τα καταστήματα επί της μοναδικής κεντρικής οδού αυτοί εκλήθησαν και πάλιν να κρατήσουν το βάρος του μεγάλου ονόματος της «τουριστικής» πλέον πόλεώς μας και υποχρεώθησαν, να σοβατίσουν και να ασπρίσουν τας πεπαλαιωμένας προσόψεις των παλαιών καταστημάτων των, να ελαιοχρωματίσουν τα παράθυρα των παλαιών οικιών των, να φτιάσουν πολυτελείς βιτρίνες που αρμόζουν σε τουριστική πόλη. 

Δυστυχώς, η σοβαροτέρα αιτία της τοιαύτης καταστάσεως είναι η ψυχολογία των κατοίκων και συμπολιτών μας. Κανείς δεν ενδιαφέρεται δια τίποτα. Μια κατάστασις μοιρολατρίας κατέχει πάντας και κανείς δεν αισθάνεται τον εαυτόν του ικανόν να ξεφύγη από την νοσηράν αυτήν κατάστασιν». 

Το Σεπτέμβρη του 1950 η πανελλαδική απεργία των επαγγελματοβιοτεχνών που πραγματοποιήθηκε σε ένδειξη διαμαρτυρίας για το άδικο φορολογικό σύστημα, σημείωσε επιτυχία δικαιώνοντας έτσι τον πρόεδρό της.

Απόρροια της συνδικαλιστικής αυτής δράσης του Δράκου ήταν και η πρόταση για υποβολή υποψηφιότητας κατά τις δημοτικές εκλογές της 15-4-1951· τελικά έμεινε μακριά από αυτές τις διαδικασίες γιατί, όπως εξήγησε ο ίδιος σε συνέντευξή του στη Ναυπακτιακή (9/28-4-1951), «ετορπιλλίσθη η επιθυμία του να κατέλθει εντελώς ανεξάρτητος και μακριά από κάθε κομματική επιρροή». 

Την πικρία του και την αγωνία του ο Αθανάσιος Δράκος δεν την εκδηλώνει μόνο για την πορεία των θεμάτων που έχουν σχέση με την κοινωνική ζωή της πόλης του και της τάξης που εκπροσωπεί, αλλά και για το μαρασμό των παλιών εθίμων και παραδόσεων που έχουν σχέση, κυρίως, με τον εορτασμό των μεγάλων χριστιανικών εορτών. Έτσι, λοιπόν, ξεκινάει έναν αγώνα για την αναβίωση αυτών των εθίμων αφενός μεν με τα κείμενα που δημοσιεύει και αφετέρου με την ενεργοποίηση των συμπολιτών του προς αυτή την κατεύθυνση. Χαρακτηριστικά είναι τα παρακάτω ευτράπελα κείμενα που σχετίζονται με τα έθιμα της Αποκριάς και του Πάσχα, που δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα Ναυπακτιακή στις 28/3/51 και 25/4/54 αντίστοιχα με τίτλο «Αναμνήσεις». Στο κείμενο «Από εορτασμούς των Απόκρεω εις τη Ναύπακτο» αναφέρει το εξής περιστατικό: 

«Τα τελευταία χρόνια παρατηρήθη έλλειψις καρναβαλιού και ουδεμία αποκριάτικη κίνησις εσημειώθη εις την Ναύπακτον. Παλαιότερα τας ημέρας αυτάς παρετηρούντο αι θορυβωδέστεραι και αι ωραιότεραι ημέραι του κεφιού και του σπινθηροβόλου πνεύματος, που θα το εζήλευε κι αυτή ακόμα η Πρωτεύουσα. Ποίοι Ναυπάκτιοι δεν ενθυμούνται παλαιότερα τον μακαρίτην ?Σκληράκια?, ο οποίος, κάποια τελευταία Κυριακή των Απόκρεω, έξωθεν του καταστήματος γνωστού εμπόρου, ο οποίος σημειωτέον εθεωρείτο ως τσιγκούνης και τοκογλύφος και ουδέποτε εξήρχετο του σιδεροφράκτου καταστήματος του, ενεφανίσθη με την στολήν του χωροφύλακος και με μιαν ?Ματσακάσαν? επ? ώμου έκοβε βόλτες κατά μήκος του κλειστού και σιδεροφράκτου καταστήματος, όταν οι συμπολίται μας, εξερχόμενοι την πρωίαν των Εκκλησιών, εξεχύθηκαν ανά τας οδούς και είδαν έκπληκτοι εκεί τον ?Σκληράκια? χωροφύλακα, και τον ηρώτησαν: ?Τι κάνεις αυτού;?. Και ούτος απήντησε σοβαροφανώς: ?Φυλάω τον κατάδικον?, υπονοών τον εντός του καταστήματος έμπορον». 

Το επόμενο κείμενο αναφέρεται σε πασχαλινά έθιμα και έχει τον τίτλο «Η Διμούτσουνη».
«Και εφέτος αι εορταί του Πάσχα θα παρέλθουν χωρίς καμμίαν εκδήλωσιν εορτασμού των ημερών αυτών. Παλαιότερα κατά της ημέρας αυτάς, πολλαί ήσαν αι εκδηλώσεις των Ναυπακτίων και αξέχαστο θα μείνη εις τους παλαιοτέρους το πνεύμα με το οποίον διωργανώνοντο αι διάφοροι εκδηλώσεις των ημερών αυτών. 

Σήμερα λόγω των εορτών του Πάσχα, θα αναφέρουμε ένα χαριτωμένο Πασχαλιάτικο ανέκδοτο, το οποίον οι παλαιοί Ναυπάκτιοι θα ενθυμούνται με τόσην συγκίνησιν. Ποιος δεν θυμάται και ποιος μπορεί να ξεχάση την ?διμούτσουνη? κουμπούρα του Γεωργίου Τσάρα. Ως γνωστόν ο μακαρίτης Γεώργιος Τσάρας από τους πιο καλούς νοικοκυραίους και εμπόρους της πόλεως μας, πατήρ εκλεκτών συμπολιτών μας, αλλά τύπος παλαιών εθίμων, είχε την απαραίτητη επιθυμία να ρίχνει κάθε χρόνο, εις την πρώτην ανάσταση του Μ. Σαββάτου, όταν χτυπούσαν οι καμπάνες της αναστάσεως, τρεις κουμπουριές με την ?διμούτσουνη?. 

Αυτή τη ?δομούτσουνη? σ? έπιανε τρόμος σαν την έβλεπες. Ήταν μια δίκανη κουμπούρα, μισό σχεδόν μέτρο, την οποία γέμιζε καλά-καλά με μπαρούτι και ταπώματα και την έριχνε έξω από το μαγαζί του. Όταν έριχνε την κουμπούρα γινόταν σωστός σεισμός, τα γύρω σπίτια έτρεμαν όλα, και καθώς ήσαν παλαιά, έπεφταν τ? ασβεστώματα. Οι συμπολίται, οι πλησίον κατοικούντες, ετρομοκρατούντο πολύ, έτρεχαν έξω να σωθούν από το δυνατό κρότο, μη μπορούντες να κατατοπισθούν τι συμβαίνει. Όταν όμως συνήρχοντο γελούσαν με την καρδιά τους και φώναζαν ?ρίξ? την μπάρμπα Γιώργο, και του χρόνου?. 

Κάποτε κάποιος Ενωματάρχης θέλησε να τον σταματήσει , μα ο μπάρμπα-Γιώργος που είχε ρίξει τις δύο κουμπουριές, μπήκε μέσα χωρίς να δώσει σημασία στον Ενωματάρχη, γέμισε την τρίτη ριξιά και την αμόλησε στα πόδια του Ενωματάρχη, ο οποίος τρομοκρατηθείς το έβαλε στα πόδια. Αργότερα πείστηκε κι? αυτός ότι το έθιμο του μπάρμπα-Γιώργου κανείς νόμος δεν μπορούσε να του το κόψη, παρά μόνον ο θάνατος». 

Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι ο Αθανάσιος Δράκος μέσα και από μια άλλη ιδιότητά του, ως προέδρου του λιμενικού, υιοθέτησε την ιδέα του μπάρμπα-Γιάννη, του φαροφύλακα, του εθίμου με τις φωτιές της Μ. Παρασκευής και βοήθησε στην υλοποίησή της, ενώ έδωσε λάμψη στον εορτασμό της Αποκριάς και της καθαρής Δευτέρας στη Ναύπακτο. (Λέγεται ότι το πρώτο αποκριάτικο άρμα ο «Φαρούχ με τις οδαλίσκες» ήταν δικής του έμπνευσης). 

Κλείνοντας αυτή τη σύντομη αναδρομή στη ζωή, καθώς και στην κοινωνική και πολιτική δράση του Δράκου, αξίζει να αναφερθεί ότι στο τυπογραφείο του μαθήτευσαν πολλοί νέοι, μεταγενέστερα επιτυχημένοι τυπογράφοι, όπως οι Γεώργιος Ριγανάς, Κωνσταντίνος Σανιδάς, Ανδρέας Μήλας, Μιχάλης Ανδρίτσος, Ανδρέας Βακάλογλου, Κωνσταντίνος Ράικος, Νικόλαος Τσιμπούκας και Γεώργιος Αποστολόπουλος. Οι δύο τελευταίοι μάλιστα εργάστηκαν στο εθνικό τυπογραφείο. 

Όμως ο Δράκος ήταν, εκτός των άλλων, κυρίως, ένας χαρισματικός στιχοπλόκος. Είχε μια έμφυτη ικανότητα να «κατασκευάζει» στίχους, εντελώς αυθόρμητα και πηγαία. Στις καθημερινές του συναλλαγές, τις περισσότερες φορές, μιλούσε έμμετρα. 

Τα στιχουργήματά του ήταν δροσερά, ανάλαφρα, συνήθως περιπαιχτικά και με έντονη σατιρική και ερωτική διάθεση στην πλειονότητά τους, χωρίς βέβαια, να λείπουν και αυτά που το περιεχόμενό τους είχε ένα βαθύτερο προβληματισμό. 

Σπάνια διόρθωνε ή ξαναδούλευε τους στίχους του, γι αυτό και συχνά τα ποιήματά του δεν είναι άρτια από πλευράς περιεχομένου και τεχνικής. 

Το τυπογραφείο ήταν ο χώρος έμπνευσης και δημιουργίας του. Συνήθιζε μάλιστα να τοιχοκολλά τους στίχους του και να τους προσφέρει σε κοινή θέα. Υπέγραφε με το ψευδώνυμο Θάνος Αθάνατος ή Παλαιός ή Φασαρίας. 

Τα πρώτα στιχουργήματα που θα διαβαστούν ανήκουν στην κατηγορία των σατιρικών.
Ως γνήσιος, λοιπόν, επαγγελματίας, εκτός από την καθιερωμένη στην εφημερίδα διαφήμιση του καταστήματος του, προσπαθούσε και μέσα από τους στίχους του να προσελκύσει την εκλεκτή πελατεία του. 

Να η άσπρη Αλεπού
πούθε ήλθε, κι από πού..
 
Εξεκίνησε με ελπίδα
 
για να πέσει στην παγίδα...
Μα ανοίξαν τα σχολεία,
 
να μην μείνει ορφανή
θέλησε να βρει βιβλία
και δασκάλα να γενεί.
 
Γύρισε την οικουμένη
μα δεν βρήκε πουθενά.
 
Τότε σκέφτηκε «Στου ΔΡΑΚΟΥ»
 
θα τα πάρω πιο φτηνά...


Και φυσικά ο μαθητόκοσμος και η καθημερινή συναναστροφή μαζί του, αποτελούσε μοναδική πηγή έμπνευσής του. Με το καυστικό του χιούμορ περιγράφει το μοντέρνο μαθητή της εποχής του. 

Ο ΜΟΝΤΕΡΝΟΣ ΜΑΘΗΤΗΣ 

Καμαρωτός καμαρωτός
και με περίσσια χάρη
του Γυμνασίου ο βλαστός
της πόλης το καμάρι.
 
Στραβά το καπελάκι του
με γυαλιστερά αστέρια
κι? απέξω απ? το «θησαυρό»
 
τον Πλάτωνα στα χέρια.
 
Κι? όλη η φιλοσοφία του
τα κρατερά του έπη
ένα παληοτετράδιο
στην πισινή του τσέπη.
 
Δαρείου, Παρισάτιδος
γίγνονται παίδες δύο
βλέπει στο καθρεφτάκι του
διαβάζει το βιβλίο.
 
Και μέσα στο τσεπάκι του
δίπλα απ? την ψυχή του
λάμπει το τσατσαράκι του
σαν το στιλπνό μαλλί του.
 
Ακούς εκεί κατάστασις...
παιδί του Γυμνασίου
να κλείνεται απ? τις επτά
και κούρεμα αρνίου.
 
Δεν ήλθε στο Γυμνάσιο για να φιλοσοφήσει
ήλθε να μάθει γράμματα και λίγο ν? αγαπήσει.
 
Κάθε μικρή τον συγκινεί μόλις την αντικρίσει,
 
όσο για τα μαθήματα... Φούρνος να μην καπνίσει.


Στο ίδιο σατιρικό, ανάλαφρο και περιπαιχτικό κλίμα, κινείται και το επόμενο τραγούδι με τίτλο «η γυναίκα μου». 

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΟΥ 

Η γυναίκα μου σαν κούκλα
με το νέο της φουστάνι
στον περίπατο σαν βγαίνει
είδες νάζια που σου κάνει
? Προσκυνώ, της λέει ο ένας
? Δούλος σας, της λέει ο άλλος.
 
Μα εγώ ωσάν μεγάλος
της Ευρώπης διπλωμάτης
αντιχαιρετώ τους φίλους
συμπεριπατών σιμά της.
 
? Γυναικούλα μου ποιος είναι
ο ξανθός με τα μουστάκια.
 
? Παίζαμε μαζί, μου λέει
όταν ήμασταν παιδάκια...


Ο Αθανάσιος Δράκος ήταν ένας άνθρωπος που δεν δίσταζε να φανερώνει τα πάθη του και την αδυναμία του, ιδιαίτερα για το γυναικείο φύλλο (για τις μικρές μαθήτριες ή τις ώριμες κυρίες). Το ερωτικό και αισθησιακό στοιχείο χαρακτηρίζει πολλά από τα ποιήματά του, όπως αυτά που ακολουθούν. 

ΣΤΗ ΠΑΛΗΑ ΜΟΥ ΑΓΑΠΗ 

Τώρα περνώ από τα μέρη τα παλιά, 
περνώ κι? απ? το παληό το μονοπάτι
και νιώθω τα λουλούδια σου, φιλιά
να στέλνουνε στον έρημο διαβάτη.
 
Κι? όλο θαρρώ πως με ρωτούν θλιμένα,
 
γιατί περνώ απ? εκεί χωρίς εσένα;
 

Τι να τους πω, το μάτι μου κυττούν
που κάποιο δάκρ? αθόρυβα αφήνει,
 
νοιώθω και πάλιν σαν να με ρωτούν,
 
μα, γιατί κλαίς; Μην κλαίς για εκείνη...
 

 

ΣΤΟ ΧΩΡΙΣΜΟ ΜΑΣ 

Πόσα λογάκια είχα να σου ειπώ
εκείνη τη βραδυά που σε ξανάιδα,
 
θυμάσαι, σου είπ? ακόμα σ? αγαπώ
και μου ?πες σκληρά: άσε τα χάιδια...

Μα τα σγουρά μαλλάκια σου τα φίλησα, αλήθεια;
 
Του θεϊκού σου του κορμιού πήρα τ? ανάμα,
 
κ? ήλθα κοντά σου κι? άκουσα απ? τα δικά σου στήθεια
να βγαίνει πιο ποθητικό του χωρισμού το κλάμμα!...

 

ΑΠΟΚΡΗΑΤΙΚΟ 

Στα όμορφα τα μάτια σου
τη μάσκα να φορέσης
σε περιμένω στο χορό
σε όλους να αρέσης...
Θα σε γνωρίσω, δεν μπορεί
μια μάσκα να σε κρύψη
(μπορεί το μικροσύννεφο τον ήλιο να καλύψη;...) 
Μα αν ζηλέψω... σαν σε ιδώ
σε αλλουνού αγκάλη
τότε θα πω... δεν είσαι ?σύ 
πως είναι κάποια άλλη...

Ναύπακτος 27-2-62

 

ΜΙΚΡΗ ΞΕΛΟΓΙΑΣΤΡΑ 

Ήσουν η ομορφότερη
?ψες βράδυ στο χορό.
 
Σαν ξωτική βασίλισσα
βγαλμένη απ? τα κάστρα
Νεράιδα του παραμυθιού!
 
σ? εκείνον τον καιρό
που ζωντανεύαν κι οι νεκροί
μικρή μου ξελογιάστρα...
Δεν ξέρω πως κρατήθηκα
κι ακόμα απορώ
απ? τα σγουρά σου τα μαλλιά
ν? αρπάξω το μαντίλι
θέλοντας και μη θέλοντας
να σύρης το χορό,
 
για να σου πάρω το φιλί
απ? τα γλυκά σου χείλη.

 

ΣΤΗΝ ΚΟΡΗ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ ΜΟΥ 

Ω ανονείρευτη εικόνα της ψυχής μου
και της καρδιάς γλυκιά παρηγοριά μου,
 
αξέχαστη η ώρα κι η στιγμή
που μούγειναν οι πόθοι στεναγμοί
και σ? ένοιωσα βαθιά μεσ? τη καρδιά μου.
 

Προσκυνητής σου γέρνω ταπεινός
στου κάλλου σου την άφθαστη εκκλησία,
 
κ? όπως οι μάγοι στο Χριστό,
 
τον έρωτά μου τον πιστό
προσφέρω εγώ για σε θυσία!...

 

ΣΤΟ ΜΠΟΥΜΠΟΥΚΙ ΠΟΥ ΑΝΘΕΙ 

Σαν τον ανθό της λεμονιάς
αφράτη σαν το μήλο.
 
Ένα μπουμπούκι δροσερό
που βγαίνει απ? το φύλλο.
 

Στο πρόσωπο της άνοιξης
ροδίζει η αυγούλα
στα γαλανά τα μάτια της
αργοκυλά η βαρκούλα.
 
Μεσ? τη σφιχτή ποδίτσα της
αναθεμάτην, κρίμα!...
 
θέλει να κρύψει τον αφρό
που σπάζει τ? άγριο κύμα.


Το ίδιο αυτό ερωτικό στοιχείο συναντάμε και στο μοναδικό διήγημά του, που δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στην εφημερίδα Φωνή (1ο επεισόδιο, Κυριακή 8 Ιανουαρίου 1939) με τον τίτλο «Συγχώρα με ? Μια αληθινή Ναυπακτιακή Ιστορία» «Ένα Ναυπακτιακόν ειδύλλιον» ?όπως γράφει ο δημιουργός του? που κατέληξε σε δράμα. Μια αγάπη που ζωντανεύει κάτω από την τάπια του «Ζυγουράκη» και τελειώνει δραματικά κάτω απ? τα μεντένια, έξω από τη Μπούκα του Λιμανιού. 

Εντυπωσιακές είναι οι δυνατές περιγραφές, η διείσδυση στην ψυχολογία και στο χαρακτήρα των προσώπων, το έντονο δραματικό και τραγικό στοιχείο. Αξιοπρόσεχτα είναι και τα στοιχεία ηθογραφίας που διακρίνει κανείς σε κάποιους άλλους στίχους, όταν δεν διστάζει να περιπαίζει τα φιλικά του πρόσωπα, ξεδιπλώνοντας μπροστά μας ανθρώπινους χαρακτήρες. 

ΔΙΑ ΠΕΤΡΟ ΠΡΙΝΤΕΖΗ(ΕΤΟΣ 1949) 

Με καβουράκι μιραμπό και βαλίτσα στο χέρι
για την Αθήνα κίνησε προχθές το μεσημέρι.
 
Όλο χαρά καμάρωνε για τη μεγάλη χώρα
και έλαμπε στο χεράκι του η μπρασιλέ βραχιόλα.




Το ύφος του όμως αλλάζει, όταν αναφέρεται στον αξέχαστο πατριώτη, όπως τον αποκαλεί, Χάρη Σταματίου. Στις 18-2-1952 δημοσιεύει στη μνήμη του το εξής ποίημα. 

ΔΙΑ ΧΑΡΗ ΠΕΡΑΤΗ (ΕΤΟΣ 1946) 

Κατέβα Αντριάνα μου από τη Βαρναράχη
να δης κορμί αγγελικό μαχαίρι στο σελάχι,
 
Χάρη με λεν μανούλα μου τις μηχανές ορίζω
με το μικρό μου δάχτυλο τις θάλασσες αφρίζω.
 
Η μάνα μου με εγέννησε μες στην βροντολαγκάδα
και μούδωσε για ομορφιά την μαγική αξάδα
 
να τραγουδώ ρεμπέτικα στο δρόμο να χορεύω
και με το νταϊλίκι μου καψούρα να γυρεύω.
 
Έλα πάμε στη μάνα μου βασίλισσα να γένεις
το ζουναράκι να κεντάς τη μέση μου να δένεις.

 

ΧΑΡΗ ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ 

Έσβησες, μακριά από τη γη σου
που σε γαλούχησε..., βαθιά θλιμμένη
και με παράπονο πικρό η ψυχή σου
πάντα θα μένη...
Ήσουν παιδί, φτωχό σαν τα δικά της,
 
κι? όμως ξεχώριζε το πνεύμα σου το θείο!
 
ένα κομμάτι της, βγαλμένο απ? της καρδιάς της
το μεγαλείο!...
 
Το φωτοστέφανο σαν ένοιωθες να εγγίζει
κάθε φορά, στο στερνό μέτωπό σου
τ? όραμα της πατρίδας ξεχωρίζει στο λογισμό σου.
 
Το δάκρυ μας αστείρευτο θα μένη στη θύμησή σου.
 
Στο νωπό σου μνήμα αιώνια θα το φέρνει το
Ναυπάκτιο κύμα.


Τα ποιήματα της ωριμότητάς του τα χαρακτηρίζει μια φιλοσοφική διάθεση για τη ζωή, μια βαθύτερη ανθρωπιά και ευαισθησία. Δείγμα αυτής της γραφής του είναι το επόμενο ποίημα με τίτλο ο «Καινούργιος Δρόμος», που εκτός από τις τοπικές εφημερίδες, δημοσιεύτηκε και στη Βραδυνή στις 5/3/58. 

Ο ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟΣ ΔΡΟΜΟΣ 

Αργά, αργά ο γέροντας περνάει
από το δρόμο τον παλιό.
 
Τον ξέρει, χρόνια σεργιανάε
ι από μικρός, ακόμ? απ? το σχολειό.
 
Καινούργια χώματα στρωμένος,
 
κανένα λιθαράκι δεν πατεί,
 
μα ο γέρος περπατάει ακουμπισμένος
σ? ένα χονδρό απόκλαδο ραβδί.
 
Τρέμουν τα πόδια του, ο καημένος!
 
εδώ θα πέσει, πέρα να σταθεί,
 
στέκεται μια στιγμή συλλογισμένος
και τον καινούργιο δρόμο σα θωρεί,
 
«Τι να το κάνω αν εσέ, ξανανιωμένο
καινούργιο δρόμο, τώρα σε πατώ
δος μου τα νιάτα, την αγάπη να προσμένω
νύχτα τη νύχτα, σαν αϊτός να περπατώ.
 
Κι ας είχες τα παλιά σου τα ρημάδια
τα λασποτόπια, τη ζωή μου τη χρυσή
τώρα όπου δεν έχω πια ποδάρια
τι να σε κάνω, αν ξανάνιωσες εσύ...»


Στο ίδιο μοτίβο κινείται και το ποίημα «Αγάπη στο χωριό». 

ΑΓΑΠΗ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ... 

Κάθε χρονιά η γαρδένια, 
στον κήπο μου ανοίγει
και το γλυκό της άρωμα
με την ψυχή μου σμίγει.
 

Ολόδροση και ταιριαστή
στην πρώτη ευμορφιά μου,
 
μου πρωτοχαμογέλασε στα
πρώτα όνειρά μου...

Πόσες φορές με στόλισε,
 
στο στήθος μου απλώνει,
 
χρόνια και χρόνια μου γελά
γαμπρόν με καμαρώνει.
 

Κι? ακόμα η γαρδένια, όπως
και πρώτα ανθίζει, ολόλευκη
και δροσερή μα την καρδιά
μου σχίζει.
 

Κάθε πρωί που την κυττώ
κρυφά την καμαρώνω
 
μ? ένα πικρό παράπονο,
 
μ?ένα περίσσιο πόνο...


Εραστής και αυτός της Ναυπάκτου δεν τον άφησαν ασυγκίνητο οι φυσικές ομορφιές και η ιστορία της πόλης του. 
Το «κάστρο του Επάχτου» είναι ένα από τα καλύτερα ποιήματά του, επηρεασμένο από ανάλογο ποίημα του Γ. Αθάνα. 

ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΤΟΥ ΕΠΑΧΤΟΥ 

Ψηλά, απάνωθέ μας, σαν χρυσίζει
το ασημένιο φως του φεγγαριού,
 
στοιχειό ανδρειωμένο ξεχωρίζει
πελώριο, σαν κορμί παλικαριού.
 

Το κάστρο μας, το Ενετικό, το φημισμένο
που αλύπητα το δέρνουν οι καιροί
και τώρα αν και είναι γκρεμισμένο,
 
αγέρωχο σαν πρώτα μάς θωρεί...

Δεν είναι όπως τότε στολισμένο
μ? αλύγιστα παλικαριών κορμιά,
 
λίγο χορτάρι μέσ? τους βράχους φυτρωμένο
κάνα χαμόκλαδο, μυρίζει ερημιά...

Μ? αν στέκει απ? τα χρόνια στοιχειωμένο,
 
βουβό, ασάλευτο, χωρίς πνοή,
 
κάποτε ήταν βουνό ανταριασμένο
κι? αντιλαλούσε του πολέμου η κραυγή...

Δεν γνώρισεν τροπή του Πήλιου ? Γούση
κι? αν επατήθηκ? απ? τ? ασκέρια του Πασά
εκεί ψηλά στην Τάπια του Τσαούση
ποτίστηκ? από αίμα η χλωρασιά...

Και νάτα ακόμα εκεί τ? αχνάρια των προγόνων
αξέχαστης εκείνης λεβεντιάς
π? αθάνατοι στη διάβα των αιώνων
θα μένουν, Μποτσαραίοι, Πανουργιάς.
 

Κίτσος Τζαβέλας, Δούσης, Φωτομάρας,
 
Πάνο - Βενέτης, Βέϊκος, Μακρυγιάννης,
 
ο Μπακατσέλος, ο Μακρής, ο Νίκο - Τσάρας,
 
της δόξας το παιδί ο Ανεμογιάννης.
 

Εκεί στη σιδερόπορτα η Σκιά τους,
 
τους βλέπεις σαν η Πούλια ξεκαμπίζει
 
αρρενωποί κι? αγριεμένοι στη θωριά τους,
 
το μοιρολόγι ακούς η πόρτα τρίζει!...
 

Το μοιρολόγι ακούς, τ? άρματα τρίζουν
κι? η κουκουβάγια απ? τα χαλάσματα θρηνεί,
 
τα Κάστρα απ? τη μούχλα δεν σαπίζουν,
 
έχουν κι? αυτά ψυχή παντοτινή!...


Και τέλος αναφερόμενος και πάλι στο ιστορικό παρελθόν της πόλης, γράφει το πολύστιχο, αφηγηματικό «Ο Ανεμογιάννης», που μας παραπέμπει στο δημοτικό τραγούδι. Έντονο είναι το δραματικό στοιχείο, καθώς και η θεατρική μορφή που δίνει στο ποίημα αυτό. 

Ο ΑΝΕΜΟΓΙΑΝΝΗΣ 

Χρόνια κρατούσε ο πόλεμος, του άπιστου το άστρο...
ακόμα εκυμάτιζεν στου Έπαχτου το κάστρο.
 
Στη θάλασσα τα τούρκικα καράβια αραγμένα,
 
στο κάστρο ολοτρόγυρα κορμιά ταμπουρωμένα
κι η λυσασμένη θάλασσα ξεσπούσε στα μουράγια,
 
για να ρουφήξη τα κορμιά που πέφτανε στα πλάγια...
? Το κάστρο για να πατηθεί θα σκοτωθούμε όλοι,
 
φωνάζει η βροντερή φωνή του Νικολή Αποστόλη...
μόνο αν μπούμε στα πανιά κι απ? τη στεριά τ? ασκέρια
γιουρούσι για να κάνουμε όταν χαθούν τ? αστέρια.
 
Και πρώτα το μπουρλότο μας γλήγορο αρματώστε
και το πρωί το θάμπωμα το πέλαγο να ζώστε.
 
Εμπρός λοιπόν ποιος από σας θε να το κυβερνήσει
και στα πλευρά της τουρκικής αρμάδας να κολλήσει
και μέσα στη τρομάρα τους απ? τη στεριά τ? ασκέρια
το κάστρο να πατήσουμε... εμπρός λοιπόν αδέρφια.
 
Κανείς δεν αποκρίνεται, ο Ναύαρχος σωπαίνει...
Για της πατρίδας την τιμή κανένας δεν πεθαίνει;...
 
Μα ξάφνου όπως ήτανε μέσ? τον ντουνιά κρυμμένο
ένα αμούστακο παιδί, λιγνό και ηλιοκαμένο,
 
πετιέται ορθό, μπροστά εκεί, με σεβασμό στεκιέται
και μ? ένα θάρρος ξέχωρο με μιας απολογιέται
? Αν επιτρέπεις Ναύαρχε εγώ το κυβερνάω
κι ανάβω το μπουρλότο σου, το θάνατο αψηφάω.
 
Αφού για την πατρίδα μου πρόκειται να πεθάνω
ας είμαι δα τόσο μικρός και τη ζωή μου χάνω...
? Ποιος είσαι ?σύ, ουρέ μικρέ, ποιο είναι τ? όνομά σου;
 
? Ανεμογιάννης λέγομαι, Γεώργιος, κι η αφεντιά σου
αν τους γνωρίζεις τους Παξούς εκεί είδα τη μέρα,
 
γεννιέται και η παλληκαριά Ναύαρχε εκεί πέρα...
Όλων τα μάτια βούρκωσαν, με θαυμασμό κυττούσαν
 
αυτό το αμούστακο παιδί και όλοι το ρωτούσαν.
 
? Και τι ζητάς για πληρωμή;... Κούνησε το κεφάλι
κι? ένα χαμόγελο πικρό στο πρόσωπό του εφάνη...
? Τώρα δεν θέλω τίποτα, αν ίσως και πετύχω,
 
?δος ο Θεός και η Παναγιά, τότε θα σας ζητήσω
να πάρω δέκα τάλληρα, κι αυτά όχι δικά μου,
 
μα θα τα στείλω τάξιμο στη ?ραβωνιαστικιά μου,
 
και ένα δάκρυ κύλησε κι? έσκυψε το κεφάλι
και μονομιάς το σκούπισε να μην το δουν οι άλλοι.
 
Την άλλη μέρα άρπαξε με θάρρος το τιμόνι
στα ίσια το μπουρλότο του στο άλλο το τρουμπόνι
και από κοντά με τα κουπιά με μπράτσα γυμνωμένα
ψημένα απ? τη θάλασσα συντροφιαντριωμένα
κρατώντας την ανάσαν των, βοήθεια να του δώσουν,
 
όταν τα τούρκικα σκαριά απ? τη φωτιά φουντώσουν.
 
Φρυάζουν οι Αγαρηνοί, κι? αρχίζουν τα πυρά των
σαν βλέπουν το πυρπολικό να έρχεται σιμά των.
 
Μα μέσα στην ανάσταση των κανονιών τον κρότο
κάποιος από τη σύγχυση άναψε το μπουρλότο
? Ποιος έβαλε καλέ φωτιά χωρίς να είναι η ώρα
κι απλώθηκε σαν σίφουνας στην πρύμη και στην πλώρα;
 
Πώς να κρατήση το πανί, να στρίψη το τιμόνι
Καίονται πια τα στήθη του σαν η φωτιά απλώνει.
 
? Πέσε Γιώργο στη θάλασσα, πέσε για να γλυτώσεις
σου ρίχνουνε και το σχοινί απάνω να γατζώσεις.
 
Τους κύτταξε με μια ματιά σαν να τους περιφρονούσε
 
και μοναχά απ? το Θεό βοήθεια εζητούσε
για να πετύχει το σκοπό σ? αυτόν είχε ελπίδα
και να πεθάνει ένδοξα για τη γλυκιά πατρίδα.
 
Μα όσο κι αν η πίστη του σαν τη φωτιά απλώνει
τότες μ? ένα παράπονο τη θέση του αφήνει
και πέφτοντας στη θάλασσα παλαίει σαν δελφίνι.
 
Αλλοτε με τα χέρια του και με το κούτελό του
Σπρώχνοντας το μπουρλότο του για να βρει το σκοπό του.
 

Μα η τύχη σου ?χει ήρωα γραφτό για να πεθάνεις
και της καλής σου τάξιμο να στείλεις δεν προφτάνεις...
Μα ακόμα ο φωτοστέφανος για να τον στεφανώσει
παλαίει με τα κύματα, στην πίστη του την τόση,
 
να σπρώξει το μπουρλότο του. Μα άδικα πασχίζει...
προφθάνει ο Αγαρηνός και το κορμί του σχίζει,
 
το ένα του χέρι κόπηκε, μ? ακόμα γανζωμένο,
 
απ? τα μαλλιά τον άρπαξαν στο αίμα βουτημένο
και τον τραβούν, μα η θάλασσα δεν θέλει για ν? αφήσει
τέτοιο ατρόμητο κορμί, θέλει να το κρατήσει.
 
Ελούφαξαν τα κύματα σαν βάφτηκαν στο αίμα
κι? επάνω των κυμάτιζε το τούρκικο το στέμμα.
 
Ακόμα ένας ήρωας κάτω χαροπαλεύει
και γύρω απ? το κορμάκι του όλη η τουρκιά χορεύει.


Αποτέλεσμα αυτού του ενδιαφέροντος και της ενασχόλησης του Δράκου με το ιστορικό παρελθόν της πόλης του, ήταν και η έκδοση ενός εγχειριδίου στα 1955 με τον τίτλο «Η Ναύπακτος και η Αρχαιοτάτη Ιστορία της»?. Ήταν μια προσπάθεια που έδινε το ερέθισμα για πληρέστερες και σοβαρότερες μελέτες πάνω στην ιστορία της Ναυπάκτου. Το 1957, 2 χρόνια αργότερα, ο Κωνσταντίνος Ράικος μαθητής του Δράκου στο τυπογραφείο του, τον μιμείται και εκδίδει παρόμοιο εγχειρίδιο με τίτλο «Ιστορία της Ναυπακτίας». 

Ο Αθανάσιος Δράκος είχε τη φλόγα της δημιουργίας μέσα του· ήταν ένας ανήσυχος άνθρωπος, αστείρευτος και διορατικός· ένας άνθρωπος με έντονη προσωπικότητα, με πάθη και ευαισθησίες, που έγραψε τη δική του ιστορία, έδωσε το στίγμα του στην εποχή που έζησε. Υπήρξε πρωτοπόρος για τον τόπο του σε πολλούς τομείς, όπως πρωτοπόροι υπήρξαν και οι περισσότεροι από τους μικρούς, τους «ελάσσονες» δημιουργούς που γνωρίσαμε. 

Σε μια εποχή όπου απουσιάζει η κοινωνική ευαισθησία, σε μια εποχή όπου κυριαρχεί ο ατομικισμός, η πνευματική νωθρότητα και ο εφησυχασμός, αυτοί οι άνθρωποι θα πρέπει να αποτελέσουν τα πρότυπα για πνευματική ενασχόληση και δράση. τα πρότυπα για μια διαφορετική στάση ζωής. 

?BERSICHT 

DIE GEDICHTE DES THANASSIS DRAKOS (1905-1964)



Buchdrucker, Buchh?ndler und verleger der Lokalzeitung «Die stimme von Nafpaktia» von Beruf (1929-1940). 
Ein Mensch mit vielfaltigen geistigen interessen und sozial aktiv. Sein Humor und seine F?higkeit, hauptsachlich satirische und erotische Verse zu schreiben, zeichen ihn aus (versenbildner). 
Von besonderer Bedeutung sind seine Gedichte «Die Burg in Epachtos» und «Anemogiannis», die sich auf die geschichtliche vergangenheit der stadt beziehen 1955 hat er die Lekt?re «Nafpaktos und seine uralte Geschichte» herausgegeben, was als Grundlage diente ernster und n?her die Geschichte der stadt von Nafpaktos zu erforschen. 

MARIA-MIRANTA TSIROGIANNI



ΣHMEIΩΣH: Το κείμενο αυτό είναι παρμένο από τα Πρακτικά του Δ΄ Συμποσίου Nαυπακτιακής Λογοτεχνίας ? Λόγιοι και Λογογράφοι Nαυπακτίας που έγινε στη Nαύπακτο (20-21-22 Oκτωβρίου 2000) και δημοσιεύθηκε στον IB΄ (2001) τόμο του περιοδικού «NAYΠAKTIAKA» της Eταιρείας Nαυπακτιακών Mελετών. 

 


 

 

 

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε την εμπειρία χρήσης σας. Χρησιμοποιώντας αυτή την ιστοσελίδα αποδέχεστε τους όρους μας. Όχι, θέλω να μάθω περισσότερα.