ΚΑΡΚΑΤΣΟΥΛΗΣ ΚΩΣΤΑΣ (1914-1993)

κείμενο: ΝΙΚΟΛΑΟΣ Μ. ΤΡΙΨΙΑΝΟΣ

Ο Περδικοβρυσιώτης ποιητής Κώστας Καρκατσούλης

Η ζωή του 

Ο Κώστας Καρκατσούλης γεννήθηκε στην Περδικόβρυση Ναυπακτίας το 1914, από γονείς αγρότες. Εκεί τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο. Αργότερα εγκαταστάθηκε στην πρωτεύουσα και επιδόθηκε στην τέχνη της χρυσοχοΐας. Υπηρέτησε στο 39ο Τάγμα Ευζώνων. Κλήθηκε για μετεκπαίδευση το Μάιο του 1940. Έλαβε μέρος ως λοχίας στον πόλεμο του 1940-41 και τραυματίστηκε στις 11 Μαρτίου 1941 στα υψώματα του Τεπελενιού. Συνελήφθη την 1η Αυγούστου 1943 από τους Ιταλούς για αντιστασιακή δράση, βασανίστηκε και κλείστηκε στις φυλακές Καλλιθέας. Αποφυλακίστηκε από τους Γερμανούς στις 22 Δεκεμβρίου του ίδιου χρόνου. Στον Εμφύλιο υπηρέτησε στην 86η Στρατιωτική Περιοχή στο Αγρίνιο. Το 1951 μετανάστευσε στις Η.Π.Α. για δέκα χρόνια, όπου μετεκπαιδεύτηκε στη χρυσοχοϊκή τέχνη. Πέθανε στην Αθήνα το 1993. 

Το έργο του 

Πρωτάρχισε να γράφει ποιήματα κατά την περίοδο της Κατοχής, τα οποία δημοσιεύονταν στον παράνομο τύπο. Ποιήματά του δημοσιεύτηκαν σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες του εσωτερικού και του εξωτερικού. 

Ποιητικές Συλλογές:

  1. , Αθήνα 1946, ²1987, σσ. 30,Του χωριού και της Πατρίδας
  2. Χωριανά κι’ αλαργινά, Μαυρίδης 1970, Αθήνα ²1987, σσ. 58 και
  3. Νηχοί κι΄ αχοί, Μαυρίδης, Αθήνα 1981, σσ. 71.


Συλλογή Διηγημάτων: 
Περδικοβρυσιώτικα, Διηγήματα, Αθήνα 1987, σσ. 95. 
Το ποίημά του «Ύμνος στον τραυματία» μελοποιήθηκε από το μουσουργό Γεώργιο Καζάσογλου. 

Του χωριού και της Πατρίδας
[Αθήνα 1946, ²1987, σσ. 30]



Η ποιητική αυτή συλλογή αποτελείται από δύο ενότητες:
Α΄ Του χωριού ( 28 ποιήματα)
Β΄ Της πατρίδας (11 ποιήματα στην πρώτη έκδοση και 12 στη δεύτερη) 

Ως προς τη μορφή τους εννιά (9) ποιήματα είναι πολύστιχα σε ανομοιοκατάληκτο δεκαπεντασύλλαβο στίχο με έντονη επίδραση από το δημοτικό τραγούδι, ενώ τα υπόλοιπα τριάντα ένα (31) χωρίζονται σε 1, 2, 3, 4, 5 ή 6 μετρικές ενότητες, που αποτελούνται από 2, 3, 4 ή 6 ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους, εννεασύλλαβους, οχτασύλλαβους ή εξασύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους. 

Το περιεχόμενο της ποιητικής συλλογής κατά ενότητες είναι το εξής: Στην Α΄ Ενότητα κεντρικοί θεματικοί άξονες των ποιημάτων είναι η νοσταλγία, η μοναξιά, οι πίκρες της ξενιτιάς και η αναπόληση της ζωής του χωριού, ενώ στη Β΄ Ενότητα οι εθνικές περιπέτειες, που σε ορισμένες περιπτώσεις είναι και προσωπικές, όπως η 28η Οκτωβρίου, ο ελληνοϊταλικός πόλεμος, η κατοχή, η αντίσταση, η φυλάκισή του στην Καλλιθέα το 1943, αλλά και η εξέγερση των φοιτητών του Πολυτεχνείου το Νοέμβριο του 1973 (το ποίημα Πολυτεχνείο υπάρχει στη δεύτερη έκδοση και είναι αυτό που τη διαφοροποιεί από την πρώτη έκδοση της συλλογής). 
Ας δούμε όμως κάποια αντιπροσωπευτικά ποιήματα της συλλογής: 

ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ

 

Ο ΚΡΑΒΑΡΙΤΗΣ 

Σε στέρφα γης γεννήθηκες κι αυτή δε σου πληρώνει
τους κόπους, τον ιδρώτα σου· σπέρνεις και δε φυτρώνει
το γέννημα και σέρνεσαι στους δρόμους αγωγιάτης,
 
σκαφτιάς και ξενοδουλευτής – ποτέ σου ακαμάτης.
 
Κι αδράχνεις στης Πατρίδας μπρος τον κίντυνο ντουφέκι
κι είναι το διάβα σου φωτιά, βροντή κι αστροπελέκι.
 
Στο Δώδεκα, στο Δεκοχτώ και στο Σαρανταένα
όλος ο κόσμος έλεγε: Τσολιά, Δόξα σε Σένα!
 
Σε στέρφα γης γεννήθηκες, καθάριος Ρουμελιώτης,
 
Φτωχός μα τίμιος δουλευτής, μακρινοταξιδιώτης,
 
πραματευτής, ξενητευτής και μεροκαματιάρης
και σ΄ όποιον πεις τον τόπο σου, λέει: να ο διακονιάρης...

(σ. 17)

 

ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ


ΡΟΥΜΕΛΗ

Ομορφομάνα Ρούμελη παληκαροβυζάστρα, 
με τα ψηλά σου τα βουνά πού ειναι οι σπηλιές τους κάστρα.
 

Ομάλιες και βουνοκορφές των Σταυραητών λημέρι,
 
κάθε στρατί, κάθε βαθύ διάσελο και καρτέρι.
 

Ποτέ δεν επροσκύνησες, καθάρια σαν τα χιόνια,
 
τη λέξη δεν εγνώρισες που λένε καταφρόνια.
 
Κατακαϋμένη Ρούμελη κι οι κάμποι σου κι οι λόγγοι
μονάχα δόξα γνώρισαν, το λέει το Μεσολόγγι,
 
το λέει το χάνι της Γραβιάς, το λέει η Αλαμάνα,
 
το λέει κι ο Γοργοπόταμος, Ρούμελη ομορφομάνα!

(σ. 26/29)

 

ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ
ΧΡΟΝΙΑΤΙΚΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ

Νοέμβρης 1974

Μεσ’ στο Σχολειό – Νοέμβρης μήνας – 
μπήκαν ξαρμάτωτα παιδιά
κειδά στ’αφάλι της Αθήνας
κι εναντιώθηκαν στη βιά,
 
αμούστακα πολλά, με χνούδι
της λευτεριάς πήραν τραγούδι.
 

Κει στα προπύλαια ήταν στημένα
αγάλματα, ωραίοι θεοί,
 
απ’ τα παιδιά μαστορεμένα
και, λες και πήρανε ζωή
τραγούδαγαν μαζί κι εκείνα:
 
Αγόρια, θεοί, κορίτσια κρίνα.
 

Δεν καλακούνε τα τραγούδια
 
οπόχουν μαλλιαρά τ’ αυτιά
μαύρες ψυχές σαν καλλιακούδια
κι έχουν τη βια για λευτεριά.
 
Με μιας αστράφτει η ξιφολόχη
«Μη» τα παιδιά φωνάζουν «Όχι».
 

Απ’τη φωτιά και το μαχαίρι
άλλαξε η όψη στο Σχολειό
τ΄ αδερφικό κακούργο χέρι
σκόρπισε γύρα μακελειό.
 
Πέσαν μισάνοιχτα τα κρίνα
βάφτηκε κόκκινη η Αθήνα.
 

Απ΄ το τραγούδι μείνανε οι ήχοι
σε κάθε ανθρώπινη καρδιά
κρατάν μισοσβυσμένα οι τοίχοι
 
αυτά που γράψαν τα παιδιά,
 
σημάδια για την Ιστορία:
 
«Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία».

(β΄ έκδοση, σ. 34)


Ο Μιχαήλ Ροδάς γράφει για τη συλλογή Του χωριού και της πατρίδας στην εφημερίδα Το Βήμαστο φύλλο της 14ης Αυγούστου 1946: 

[...] Ένας άλλος νέος ποιητής, αν είναι νέος, ξεπροβάλλει με το βιβλίο του «Του χωριού και της πατρίδας»... ο Κώστας Καρκατσούλης ...Έρχεται από τη γνήσια κρυσταλλική ποιητική παράδοσι κι’ απ΄ το δημοτικό μας τραγούδι. Είνε, φαίνεται,ένας ορεινός της Ρούμελης που κατέχει τη γλώσσα και την ψυχή των ανθρώπων της. Τα «χωρικά» του είνε πολύ καλλίτερα από τα «πατριωτικά». Είνε ρωμαλέα και σφιχτοδεμένα. Σε μεταφέρουν στο χωριό και στα βουνά και κάτι περισσότερο, σου δίνουν την εικόνα του ειδυλλίου στην πιο λαχταριστή, ηδονιστική, θάλεγα εκδήλωσι, όπως το «πρώτο ξύπνημα». [...] 

Ο Πέτρος Χάρης σημειώνει στην εφημερίδα Ελευθερίαστο φύλλο της 12ης Σεπτεμβρίου 1946:
[...] Απηχήσεις από το δημοτικό τραγούδι κι’ από τον Κρυστάλλη, εύκολες ομοιοκαταληξίες, ενοχλητικός βερμπαλισμός. Ένας άλλος κόσμος το βιβλίο του κ. Κ. Καρκατσούλη, ήρεμος κι΄ απλός. Ασήμαντος όμως και καθαρώτατα αντιποιητικός. 

Ο Μιχαήλ Περάνθης, ένα μήνα περίπου αργότερα, στις 3 Οκτωβρίου 1946, επισημαίνει στην εφημερίδα Έθνος:
Ο Κος Κώστας Καρκατσούλης με τα τραγούδια του «του Χωριού και της Πατρίδας» παρουσιάζεται συνεχιστής της Ηπειρωτικής σχολής του δημοτικού τραγουδιού. Αγνωστος στη φιλολογική μας κίνησι μας θυμίζει τα «τραγούδια του χωριού και της στάνης» του Κρυστάλλη. [...]
Ο κόσμος του βουνού, του χωριού του υπαίθρου, απ’ όπου εκπορεύονται οι μνήμες και οι βιώσεις του ποιητού δίνεται ομαλά μέσα στο ρέοντα κυματισμό του δημοτικού δεκαπεντασύλλαβου με αίσθησι της λεκτικής οικονομίας και με σίγουρη χρήσι της γλωσσικής ύλης.
[...] Είναι όμως και η επίδρασι του Παπαντωνίου που διαφαίνεται στο δεύτερο μέρος του βιβλίου του. 

Τέλος, ο ανώνυμος συντάκτης της εφημερίδας Ναυπακτιακός Αγών σημειώνει στο φύλλο 2, του Ιανουαρίου 1947:
[...] Η αγάπη κι’ η λαχτάρα για το πατρικό, τ’ όμορφο κι’απλοϊκό δίνει την ευκαιρία για να μας δώσει ο ποιητής μερικές ωραίες εικόνες απ΄ τη ζωή του χωριού, που την πόθησε τόσο στην ξενητειά του με τη μοναξιά και τις πίκρες και που η ανάμνησή της φέρνει το χαμόγελο στο πρόσωπό μας τη χαρά στην καρδιά μας, ξεκουράζει το μέτωπό μας και ζωντανεύει μέσα μας την επιθυμία να πέσουμε σαν τα μικρά παιδιά στην αγκαλιά του για να αιστανθούμε το χέρι του να χαϊδεύει τα μαλλιά μας και να νοιώσουμε το στοργικό του χάδι ν’ αγγίζει την κουρασμένη μας ψυχή. [...]
[...] Τα πρώτα απ΄ τα ποιήματα του χωριού έχουν βαθειά την επίδραση απ’ το δημοτικό μας τραγούδι τόσο στη μορφή, όσο και στο περιεχόμενο. Τα υπόλοιπα ακολουθούν την ακαδημαϊκή παράδοση. [...]
Τα χρόνια που περάσαμε τώρα τελευταία μίλησαν στην ψυχή του ποιητή. Τα ποιήματα της πατρίδας είναι το ξεχείλισμα αυτής του της συγκίνησης. Τραγουδάει όμορφα το ξεσήκωμα του λαού μας στις 28 του Οκτώβρη, το μεγαλείο και την περηφάνεια των Αλβανικών βουνών, που τα περπάτησε στρατιώτης κι΄ ύστερα έρχεται η κατοχή με το πνεύμα της αντίστασης και της αυτοθυσίας. Πλημμυρισμένα από συγκίνηση κι΄ απ΄ το πνεύμα της αντίστασης είναι τα δυο του ποιήματα, το ένα στη μάνα του και τάλλο στη γυναίκα του. [...] 

Χωριανά κι’ Aλαργινά
[Μαυρίδης 1970, Αθήνα ²1987, σσ. 58]


Η ποιητική αυτή συλλογή αποτελείται από 37 ποιήματα στην πρώτη έκδοση και 38 στη δεύτερη έκδοση. 

Ως προς τη μορφή τους τέσσερα (4) ποιήματα είναι πολύστιχα αφηγηματικά σε ανομοιοκατάληκτο ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο στίχο, ενώ τα υπόλοιπα τριάντα τρία / τριάντα τέσσερα (33/34) αποτελούνται από ομοιοκατάληκτους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους, οχτασύλλαβους ή εφτασύλλαβους στίχους που εντάσσονται σε 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7 ή 9 μετρικές ενότητες. 

Το περιεχόμενο των ποιημάτων της ποιητικής συλλογής είναι η νοσταλγία του χωριού, ο πόνος της ξενιτιάς, ο έρωτας, η αγάπη για την πατρίδα, η αγωνία για τις περιπέτειές της (κάποτε με συμβολιστικό ή αλληγορικό τρόπο), οι καημοί της καθημερινής βιοπάλης και θέματα της επικαιρότητας (όπως στα ποιήματα J. F. KENNEDY, Στον Κυπριακό λαό, Στον τάφο του Καραολή).
Ας δούμε όμως κάποια χαρακτηριστικά ποιήματα της συλλογής: 

Τ΄ ΑΗΔΟΝΙ 

Πουλί στον κήπο μου έρχεταν, αηδόνι στο περβόλι, 
πότε καθόταν στη ροϊδιά, πότε στην κερασιά μου
και πότε στα μυρτόκλαρα κι’ άρχιζε το τραγούδι.
 
Και σύντα στο ξεφάντωμα τ’ όφτανε και πιο πάνω
ανάκουστο κι ανείπωτο είτανε τ’ αηδονολάλι!
 
T’ άκουγα μεσ΄ στ’ απόβραδο, μ’ έπιανε αλαφοΰπνι
κι’ αστόχαγα τον κάματο και ξέχναγα το μόχτο.
 
T’ άκουγα στα χαράματα και μ’ αλαφροξυπνούσε
κι’ ένοιωθα αξιάδα στο κορμί κι’ αντρειά μεσ’ στην καρδιά μου.
 

Μου σκανταλέψαν το πουλί, μου βρόχιασαν τ’ αηδόνι
κι’ έχασα το τραγούδι του τη νύχτα και τη μέρα
που τό ειχα ο δόλιος συντροφιά που τό ειχα παρηγόρια.
 
Κάλιο να μου το σκότωναν θά ειχα ένα πόνο μόνο
παρά που μου το κλούβισαν και πού είναι δεν το ξέρω.
 
Πιάνω ρωτάω την γειτονιά, ρωτάω και πάρα πέρα,
 
ρωτάω και πιο αλαργότερα κι’ απηλογιά δεν παίρνω.
 

Αχ να γινόμουνα πουλί ν΄ άψαχνα για να τ’ όβρω,
 
τρίπηχες νά ειχα φτέρουγες φουρκί νά ειχα τ’ ανύχι
και νά ειχα ατσάλι το ραμφί τα σύρματα να σπάσω
να λευτερώσω το πουλί, να κελαϊδάει σαν πρώτα.

(σ. 23/24)

 

ΚΑΙ ΣΑ ΘΑ ΦΤΑΣΩ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ 

Και σα θα φτάσω στο χωριό, πρόσπερα αποσταμένος, 
να ξαποστάσω θα σταθώ, στη ράχη τ’ Αηθανάση.
 
Θα πάρω μάτι γυπαητού, να γυροφέρω τάχυ,
 
να ξεχωρίσω γνώριμα, δικά μου να διαλέξω.
 
Θα κάτσω να το καλοϊδώ, να το καλοπροσέξω
και θ’ ανταμώσω τη χαρά, στο κλάμμα, με τον πόνο...
Κι απέ θα πάρω το στρατί που πάει στο Κεφαλάρι
κι’ αθώρητα απ’ τον ελατιά, θα κατεβώ στο σπίτι.
 
Δε θέλω πρώτοι να με ειδούν, οι καλοχωριανοί μου,
 
το «Καλώς ήρθες» να μου ειπούν, να πάρουν συχαρίκια.
 
Θέλω την πόρτα της αυλής, μόνος μου να βροντήξω
να μ’ αλυχτίσει ο σκύλος μας, με πείσμα και στη γνώρα
να γοργοφέρνει την ουρά τα χέρια να μου γλύφει.
 
Θέλω να βρω τη μάνα μου, την ώρα που ζυμώνει,
 
– το παραγώνι το ζεστό να πιάσω, ν’ ακουμπήσω –
να βγάλει η μάνα μου ζεστή κουλούρα σιταρένια,
 
να πιάσει και παληό κρασί, που θα φυλάει για μένα,
 
ν’ανοίξει η δόλια μου η καρδιά, τ’ αχείλι να γελάσει.
 
Και σα ρωτήσει η μάνα μου, πώς πέρασα στα ξένα,
 
να της ειπώ: «Μανούλα μου για ξένα μη μου κρένεις,
 
αχ! Στη μαγκούφα ξενητειά, μήτε και τον οχτρό σου».

(σ. 33/34)

 

ΣΑΝ ΜΟΙΡΟΛΟΪ 

– Πες μου πουλί μου πόρχεσαι ν’ απ’ τα Κραβαροχώρια, 
το τ’ είδες, το τι αγροίκησες και τι χαμπέρια φέρνεις;
 
– Μαύρα μαντάτα φέρνω σου και χλιβερά χαμπέρια.
 
Είδα σκυλιά να ουρλιάζουνε, να σκούζουνε κοράκια,
 
να χλιμιτράνε τάλογα και να φυσσομανάνε.
 
Ακουσα μοιρολογητά, ν’ από γριές και γέρους,
 
μανάδες κλαίνε τα παιδιά και τα παιδιά τις μάνες!!
 
Εχορταριάσανε οι αυλές, χέρσεψαν τα χωράφια,
 
τα βοσκοτόπια ερήμωσαν, κι ερήμαξαν οι στρούγκες.
 
Εφέτος δεν ανέβηκαν να ξεκαλοκαιριάσουν
 
οι βλάχοι με τα πρόβατα, ληοψήνονται στους κάμπους
κι αντί φλογέρα ακούγεται το σκούξιμο της κίσσας
κι αποβραδύς ώς την αυγή, σε κάθε ψηλοδέντρι
ακούς αράδα γκιώνηδες, μ’ ένα νηχό να κλαίνε...

(σ. 43/44= Εφημερίς των Ναυπακτίων, αρ. φυλ. 8, 20-1-1948)


Η Ελένη Ουράνη σε επιστολή της προς τον Κώστα Καρκατσούλη σημειώνει για τη συλλογή Χωριανά κι’ αλαργινά:
Ευχαριστώ που μου στείλατε να διαβάσω την Παραδοσιακή ποιητική σας συλλογή. Απορρέει από τον Κρυστάλλη.
Η φωνή σας συγγενεύει με την δική του και την συνεχίζει.

Με εγκάρδιους χαιρετισμούς
ΕΛΕΝΗ ΟΥΡΑΝΗ



Και ο Δημήτρης Σταμέλος γράφει στο φύλλο της 24ης Οκτωβρίου 1970 της εφημερίδας Τα Σημερινά:
Πλούσιο λυρισμό και φυσιολατρική μέθη διαθέτει η ποιητική συλλογή του Κώστα Καρκατσούλη «Χωριανά κι’ αλαργινά». Ο κελαρυστός στίχος, που μοιάζει με δημοτικό τραγούδι, αποδίδει με δροσιά και καθαρότητα προσωπικά του βιώματα και νοσταλγίες ζωής. Ποιήματα δροσερά, γεμάτα χάρι, ευγένεια και παραδοσιακή ομορφιά.
 

Νηχοί κι’ αχοί
[Μαυρίδης, Αθήνα 1981, σσ. 71].



Η ποιητική αυτή συλλογή αποτελείται από εκατόν δεκαπέντε (115) αριθμημένα άτιτλα ποιήματα, που απαρτίζονται από 4 ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους και από τέσσερα (4) τιτλοφορημένα ποιήματα, πολύστιχα ή ολιγόστιχα. Ως προς τη μορφή τους τα τέσσερα (4) αυτά ποιήματα αποτελούνται από ομοιοκατάληκτους και ανομοιοκατάληκτους ιαμβικούς δεκασύλλαβους, ενδεκασύλλαβους, εξασύλλαβους, εφτασύλλαβους ή δεκαπεντασύλλαβους στίχους που εντάσσονται σε 2, 3, 5, ή 10 στροφές. 

Το περιεχόμενο των ποιημάτων της ποιητικής συλλογής είναι νοσταλγικό για τη φύση του χωριού και τους ανθρώπους του, θρηνητικό για τους καημούς της ξενιτιάς, ερωτικό και βιωματικό. 

Χαρακτηριστικά για το περιεχόμενο των Νηχών κι΄ αχών είναι το εισαγωγικό δίστιχο της συλλογής,
Λίγοι οι νηχοί, πολλοί οι αχοί κι’ αχ Θέμου, γιατί τάχα,
να μην ακούγουνται οι νηχοί, παρά οι αχοί μονάχα;
 (σ. 9)


το επιλογικό δίστιχο,
Ας άκουγα τον κάθε αχό, σ΄ ένα νηχό ανθρωπίσο
και κάθε ράτσας άνθρωποι ν’ ακολουθάν στον ίσο.
 (σ. 57) 


καθώς και τα δύο πρώτα τετράστιχα: 

1.

– Παίρνω κλωνάρι αφροξυλιάς, το πελεκάω φλογέρα, 
σκαλώνω σε γεροντοπό, το Θεό που κρούει ελάτι,
 
και τραγουδάω τα χωριανά και λίγο παραπέρα,
 
για να μ’ αηκούν οι χωριανοί, ν’ αναθυμιούνται κάτι...

2.

Πούθε να κάμω την αρχή και πού να χαζηρέψω
να πάρω το τραγούδημα στις ομορφιές σου απάνω,
 
νηχό από τα πουλάκια σου χωριό μου θα διαλέξω
νάχει απ’ τον κότσυφα καϋμό, χαρά απ’ τον καλογιάννο.

(σ. 11)

 

Περδικοβρυσιώτικα Διηγήματα
[Αθήνα 1987, σσ. 95]



Η συλλογή διηγημάτων του Κώστα Καρκατσούλη με τίτλο Περδικοβρυσιώτικα Διηγήματα, περιέχει δώδεκα (12) διηγήματα και ένα (1) μελέτημα. 

Οι τίτλοι των διηγημάτων είναι ενδεικτικοί του περιεχομένου τους: Η Μούσκα, Η πρώτη αγάπη, Τα τσαρούχια, Ο τριτοξάδερφος, Εξομολόγηση, Ο Τάσιος, Η κατάρα, ΟΧΙ, Ποιος φταίει, Ο Γκρύτσας, Τα ζιζάνεια, Ο Γάμος (Λαογραφικό). Ο συγγραφέας μεταφέρει σε αυτά τα ηθογραφικά διηγήματα τις προσωπικές εμπειρίες, τις αναμνήσεις και τις διηγήσεις από τη ζωή του χωριού. Στο βιβλίο προβάλλεται η ζωή των χωρικών στην Περδικόβρυση με τις κακουχίες, τις στερήσεις, τις εύθυμες και σοβαρές πλευρές της, καθώς και η λαϊκή θυμοσοφία. Το ύφος της διήγησης είναι άμεσο και δημιουργεί στον αναγνώστη την ψευδαίσθηση ότι συμμετέχει στις παλιότερες μορφές ζωής του χωριού. 

Το βιβλίο τελειώνει με το μελέτημα Τοπονυμίες (sic) της Περδικόβρυσης, στο οποίο καταγράφονται λεπτομερώς και ετυμολογούνται τα τοπωνύμια της γενέτειρας του συγγραφέα. Το μελέτημα αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό από λαογραφική, ιστορική και γλωσσολογική άποψη (βλ. βιβλιοκριτική του Χ. Δ. Χαραλαμπόπουλου στην εφημερίδα Ναυπακτιακή, αρ. φυλ. 31, Μάρτιος - Απρίλιος 1988) 

Παραθέτουμε ένα σύντομο διήγημα της συλλογής με τον χαρακτηριστικό τίτλο: 

ΤΑ ΖΙΖΑΝΕΙΑ



Ίσως έτσι έπρεπε να γίνει. 
Για να γνωρίσει ο ένας τον άλλον, ή μάλλον να γνωρίσει ο ένας την ψυχή του άλλου, να ξεχωρίσει η αίρα απ’ το στάρι: Να βγουν στη φόρα τα ζιζάνεια ...
Και η αφορμή δόθηκε: Έφτασε η μεγάλη μπόρα μ’ όλα της τα επακόλουθα. Ξεχώρισαν αυτοί σιγά-σιγά, δειλά-δειλά...
Φάνηκε ο ήλιος για λίγο, φοβισμένος κι αυτός, σα να ντρέπεταν να φανερωθεί, με τη λαμπράδα του. Και μια φαινόταν ανάρια – ανάρια και μια έτρεχε να κρυφτεί πίσω απ’ τα ασπρόμαυρα σύννεφα...
Κι έφτασε η δεύτερη μπόρα: Τρισχειρότερη απ’ την πρώτη: Αστραψαν οι ουρανοί και οι αστραπές σπίθιζαν μεσ΄ απ’ τα μαύρα σύννεφα της γης που έτρεμε ολόκληρη. Αντάριασαν τα βουνά, μαύρισαν όλα γύρω, κατέβασαν τα ρέματα, σμίξανε με το ποτάμι και μια θεόρατη κατεβασιά απλώθηκε απ’ άκρη σ’ άκρη στο Φίδαρη. Την είδε ο ήλιος και κρύφτηκε.
 
Κατέβηκαν οι χωριανοί στο ποτάμι, άλλοι να πιάσουν θεότρελα απ’ την κατεβασιά ψάρια κι άλλοι να ψαρέψουν ξύλα, κούτσουρα που τα’ φερνε το ρέμα. Αυτό ήταν! Ήρθε η ευκαιρία· χύμιξαν πάνω τους τα ζιζάνεια και τους έριξαν μεσ’ στο ποτάμι. Τους παρέσυρε η κατεβασιά. Αλλοι πνίγηκαν, άλλοι κολυμπώντας κατόρθωσαν να βγούνε στην αποπέρα όχθη και να μην ξαναφανούνε για πολλά χρόνια στο χωριό, κι άλλοι –καμιά δεκαπενταριά, με τον παπά μαζί– πιάστηκαν από κάτι κούτσουρα και το ποτάμι τους ξέρασε κάπου εκεί κοντά στα Μπουχωρογάλατα: Στο Μεσολόγγι...
 
Τους μάζεψαν και τους έκλεισαν σαν τ’ αρνοκάτσικα στη μάντρα.
 
Θυμάμαι εκείνον τον Κερασοβίτη, το Νίκο Ακαρέπη –Θεός σχωρέστον– που με το θάρρος που τον διέκρινε στάθηκε ανάμεσά μας και είπε:
 
«Δεν ντρέπεστε ορέ! Τι χωριανοί είστε σεις που τρώγεστε αναμεταξύ σας; Βρήκατε την ώρα να φάει ο ένας τον άλλον; Εσείς μωρέ συγγενεύετε μεταξύ σας, από συγγένεια, από συμπεθεριό, από κουμπαριές, ακόμα ακόμα και γειτόνοι είστε. Αμ εκείνον τον παπά σας μωρέ; Ό,τι και να σας έκανε, δε σκεφτήκατε ότι σας μετάλαβε, σας βάφτισε, σας στεφάνωσε εσάς και τα παιδιά σας, κήδεψε τους πεθαμένους σας κι ότι κάθε Κυριακή παίρνατε απ’ το χέρι του τ’ αντίδωρο; Ου να χαθείτε απ’ τον αέρα της γης να μη φαίνεστε»...
 
Μερικούς τους ξεμάνδρωσαν, τους άλλους –όσοι γλίτωσαν απ’ το χασάπη– τους παραμάνδρωσαν...
 
Πέρασε η μπόρα, έπεσε η κατεβασιά, γαλήνεψε το ποτάμι κι ασπρογάλανο πορεύεται στο χαραγμένο από αιώνες δρόμο του.
 
Μαζεύτηκαν οι χωριανοί στο χωριό κι ακούραστοι μέρμυγκες σπέρνανε και μάζευαν τις σοδειές τους. Κελάρισαν τα ρέματα, ξεθάρρεψε κι ακούστηκε το τραγούδι της βλαχοπούλας με συνοδειά τη φλογέρα του βοσκού.
 
Τα έλατα δε δείχνουν πολύ σκούρα, χρυσαφίζει το ρετσίνι στα ρουμπαλά τους και στα κλαριά σιγοψιθιρίζουν απ’ τ’ αλαφρανέμι τα φύλλα τους, σιγοντάροντας τα πουλιά που το λένε απάνω στα κλωνάρια τους.
 
Ο ουρανός καταξάστερος κι ο ήλιος, αχ αυτός ο ήλιος – να μην μπορούμε να τον κοιτάξουμε κατάματα; Πορεύεται τον καθημερινό του δρόμο, ολόλαμπρος γιομάτος μεγαλοπρέπεια και καλωσύνη!
 
Γυρίζουν τα ζιζάνεια να τον δουν και θαμπώνονται: Συνήθισαν στο σκοτάδι.
 
Τα πάντα δείχνουν ήμερα, πολύ ήμερα, να ημέρευαν και τα ζιζάνεια!

(σσ. 60-1)


Ανέκδοτα έργα 

Στο εσώφυλλο της ποιητικής συλλογής Νηχοί κι’ αχοί, Μαυρίδης, Αθήνα 1981, διαβάζουμε: Ετοιμάζεται: ΒΑΤΟΙ ΔΡΟΜΟΙ (Διηγήματα). Συλλογή διηγημάτων του Κώστα Καρκατσούλη με αυτόν τον τίτλο, απ’ όσο γνωρίζουμε, δεν εκδόθηκε ποτέ. Πιθανότατα όμως πρόκειται για τη συλλογή με τον τίτλο Περδικοβρυσιώτικα, Διηγήματα, Αθήνα 1987. 

Πολλά είναι όμως τα ποιήματά του, τα οποία δεν πρόλαβε να δει τυπωμένα όσο ζούσε ενταγμένα σε κάποια ποιητική συλλογή. Στο αρχείο της εφημερίδας Ναυπακτιακή διασώζονται τα χειρόγραφα εφτά (7) ποιημάτων του Κώστα Καρκατσούλη, τέσσερα από τα οποία είδαν το φως της δημοσιότητας στις λογοτεχνικές στήλες της. Τα ποιήματα, δημοσιευμένα και αδημοσίευτα, κάποια εμπνευσμένα από την επικαιρότητα, παρατίθενται στη συνέχεια: 

ΕΥΖΩΝΑΣ 

Κόβω ανθοκλώνι απ’ αγρηλιά κι ελάτινη κορφάδα, 
στην κομβιοδόχη τα φορώ, ψηλά το μέτωπό μου,
 
την αγρηλιά μυρίζοντας αναχαράζω Ελλάδα,
 
μυρίζοντας τον Έλατο, λες κι είμαι στο χωριό μου.
 

Βουνά, κοντά σας τράνεψα, στόλισα τ’ ανθοδόχι
με τ’ άνθια σας που μάζεψα, βουνήσια πήρα αξιάδα,
 
ετίμησα το ντουλαμά, δόξασα την απόχη
κι έχω γραμμένη στην καρδιά, μια λέξη μόνο: Ελλάδα.

(Εφημ. Ναυπακτιακή, αρ. φυλ. 48, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1991)

 

ΕΔΩ ΤΟ ΛΕΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 

Εδώ είναι χώμα Ελληνικό! Το λεν Μακεδονία, 
το μαρτυράν τα ευρήματα το γράφει η Ιστορία.
 

Χώρα του Μέγα Αλέξανδρου, Φιλίππου, Αριστοτέλη,
 
το μαρτυράει η Βέροια, το μαρτυράει η Πέλη.
 
Εδώ σε πόλεις, σε χωριά, σε πλάτος και σε μήκη,
 
οι Μακεδόνες τραγουδάν: Νύφη η Θεσσαλονίκη!
 

Εδώ το λένε Φλώρινα και Καστοριά και Σέρρες,
 
π’ από τα χρόνια τα παλιά δε σκώνουνε φοβέρες.
 

Η Νάουσα, τα Γιαννιτσά κι’ Έδεσσα, κάθε πόλη,
 
στο πόδι ξεσηκώθηκαν άνδρες, γυναίκες κι’ όλοι.
 

Κι’ όλοι τους βροντοφώναξαν με παλλομένα στήθια:
 
εδώ είναι χώμα Ελληνικό! Κι’ άστε τα παραμύθια.
 

Τις κατοικούνε οι Έλληνες κι’ όχι σλαύοι και βλάχοι,
 
το λέει ο Παύλος ο Μελάς κι’ οι Μακεδονομάχοι.
 
Έως εδώ παρέκει μη, βροντοφωνάει η Κοζάνη,
 
δε βλέπετε; Ξεχείλησε και βράζει το καζάνι...

(Εφημ. Ναυπακτιακή, αρ. φυλ. 55, Μάρτιος-Απρίλιος 1992)

 

ΑΠ’ Τ’ ΑΝΑΠΑΝΤΕΧΑ 

Καημένη ΠαλιΑράχωβα και δόλια Καλαθέικα, 
κατακαημένη Μπέλιστα, καημένε ΑγιοΔημήτρη,
 
σας έπνιξεν ο Φίδαρης, με διάτα της Αθήνας,
 
από τους ψαλιδόκωλους, με τα ψηλά καπέλα.
 
Ποιος το ’λεγε; Ποιος πάντεχε; Ποιος τό ’βανε στο νου του;
 
Η μεγαλύτερη Κυρά, η Αθήνα η ξακουσμένη,
 
– τα Κράββαρα δεν ήξερε σε ποια μεριά να πέφτουν –
να ζητιανεύει το νερό ν’ απ’ τα Κραββαροχώρια...

(Εφημ. Ναυπακτιακή, αρ. φυλ. 57, Ιούλιος-Αύγουστος 1992)

 

ΑΗΤΕ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΙΕΝΑ 

Εδίπλωσες το πετραχήλι, 
χαιρέτησες τον Αγιο Γιάννη,
 
αγκάλιασες το καριοφίλι,
 
και ζώστηκες το γιαταγάνι.
 
Σα σού ’σπασε το καριοφίλι,
 
σε κύκλωσε το τουρκομάνι,
 
έμεινες μόνος κι’ ήσαν χίλιοι
ετράβηξες το γιαταγάνι.
 

Σού ’σπασε και το γιαταγάνι
και σού ’μεινε η λαβή στο χέρι,
 
εβλαστημούσες το κοράνι
κι’ όλο το τούρκικο τ’ ασκέρι.
 

Πιάστηκες βουτηγμένος στο αίμα,
 
γέμισες χλεύη το βεζύρη,
 
άξιο της Ρωμιοσύνης θρέμμα,
 
στης Αλαμάνας το γιοφύρι.
 

Χλιβό χαμόγελο στα χείλη,
 
Με τα φτερούγια τσακισμένα,
 
επέταξες – μεσ’ στον Απρίλη –
 
πρώτος, Αητέ του ΕΙΚΟΣΙΕΝΑ.

(Εφημ. Ναυπακτιακή, αρ. φυλ. 91, Μάρτιος-Απρίλιος 1998)

 

ΓΙΑΤΙ;

Στο Συγγραφέα Νίκο Δροσόπουλο

Μοσχοβόλια, λεπτή π’ ανθισμένο θυμάρι, 
γουρμασμένο στο κλήμα τσαμπί κεχριμπάρι.
 

Ουρανίσιο δοξάρι μαγεία χρωμάτων,
 
ξεθαμένοι θεοί θαυμασμός αγαλμάτων.
 

Αστροκάντηλα βράδια, που δειπνάει το φεγγάρι,
 
βραδυνά νυχτοπούλια και γρύλων τροπάρι.
 

Τολμηρή μυγδαλιά π’ αψηφάει το χειμώνα,
 
λιοπερίχυτες μέρες που κλωσάει η Αλκυόνα.
 
Παναγίσιες γιορτές που στενάζουν οι γκάιδες,
 
Πανηγύρια, χοροί, κορασιές σα νεράιδες.
 

Σταλακτίτων μορφές μεσ’ σ’ ανήλιαγο σπήλιο,
 
δροσοστάλες αυγής διαμαντένιες στον ήλιο.
 

T’ ουρανού και της θάλασσας πλέρια ομορφάδα,
 
μεγαλείο σωστό π’ άκρη σ’ άκρη η Ελλάδα.
 

Κι’ ομορφιές και ζωές και τ’ ανθρώπινο πνεύμα,
 
όλα αυτά θα χαθούν με του Χάρου ένα νεύμα.
 

Τότε ποια η διαφορά ανθρώπων, ζώων κι’ εντόμων;
 
Μια κι’ ερχόνται κι’ αυτά με της φύσης τον νόμον;
 

Και ρωτάς το «γιατί;» Με «γιατί;» σ’ απαντάω
κι όσο ζεις θα ρωτάς... Κι όσο ζω θα ρωτάω...

(Αδημοσίευτο)

 

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ 

Δε θ’ άμασταν εννιά χρονών
Κι΄ από το χέρι σ΄ έσυρα
Σε μια αχυρώνα απόμακρη
που απ’ το «κρυφτούλι» ξέραμε.
 

Απάνω στις καλαμποκιές
και στις μπερτιές, στα φλέσιρα,
 
τους νιόγαμπρους επαίζαμε
 
μα δε τα καταφέραμε...

Πέρασαν χρόνια κάμποσα
και ξαναανταμωθήκαμε,
 
στην αχυρώνα μπήκαμε
και την κλειδααμπαρώσαμε
Και το παιχνίδι, π’ όμεινε
στη μέση, θυμηθήκαμε
τ’ αρχίσαμε, το παίξαμε
κι’ έτσι τ’ αποτελειώσαμε...

(Αδημοσίευτο)

 

ΟΙ ΔΥΟ ΜΕΓΑΛΟΙ

Πύρρος – Παρασκευούλα
στην ιστορία: Βούλα.

Και λες τό ’χατε τάμα, 
’κει που δεν περιμέναμε το κάνατε το θάμα!
 
Φτερά έβαλες στα πόδια σου γοργάτη χελιδόνα
Κι΄ όλος ο κόσμος τό ΄μαθε πως είσαι Μακεδόνα!
 
Μας πλημμυρίσατε χαρά μαζί με Πύρρο Δήμα,
 
εκείνος με τα μπράτσα του, σημάδι εσύ: το νήμα.
 
Παλέψατε με τα θεριά, με όπλο σας την αξιάδα,
 
– κάναμε το ότι κάναμε μόνο: «για την Ελλάδα!».
 
Πώς να σας πω και πού να βρω τα λόγια ν’ αραδιάσω,
 
που δεν τα βρίσκω ταιριαστά για να σας εγκωμιάσω.
 
Ζητείται νέος Πίνδαρος, να ψάλει την αξιάδα,
 
τη λεβεντιά, τα νιάτα σας, τη δόξα στην Ελλάδα!

(Αδημοσίευτο)

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

  1. Ποίηση Κ. Καρκατσούλη: Του χωριού και της πατρίδας, Εφημ. Ναυπακτιακός Αγών, αρ. φυλ. 2, Ιαν. 1947.
  2. Κώστας Καρκατσούλης, ο ασώπαστος πετροκότσυφας της χιλιοτραγουδισμένης Ρούμελης στου Νίκου Δροσόπουλου, Λογοτεχνικά πορτραίτα, δεύτερη έκδοση, Αθήνα 1979, σσ. 65-72.
  3. Χ. Δ. Χαραλαμπόπουλος, Κώστα Καρκατσούλη: Περδικοβρυσιώτικα (Διηγήματα), Αθήνα 1987, σσ, 94, Εφημ. Ναυπακτιακή, αρ. φυλ. 31, Μαρ.- Απρ. 1988 (Βιβλιοκριτική).
  4. Κώστας Π. Καρκατσούλης, Εφημ. Ναυπακτιακή, αρ. φυλ. 60, Ιαν. – Φεβρ. 1993 (Νεκρολογία).

ΣHMEIΩΣH: Το κείμενο αυτό είναι παρμένο από τα Πρακτικά του Δ΄ Συμποσίου Nαυπακτιακής Λογοτεχνίας – Λόγιοι και Λογογράφοι Nαυπακτίας που έγινε στη Nαύπακτο (20-21-22 Oκτωβρίου 2000) και δημοσιεύθηκε στον IB΄ (2001) τόμο του περιοδικού «NAYΠAKTIAKA» της Eταιρείας Nαυπακτιακών Mελετών. 


 

 

 

 

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε την εμπειρία χρήσης σας. Χρησιμοποιώντας αυτή την ιστοσελίδα αποδέχεστε τους όρους μας. Όχι, θέλω να μάθω περισσότερα.