Η Λέσχη Ανάγνωσης της Παπαχαραλαμπείου Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης στην επόμενη συνάντησή της θα συζητήσει για το μυθιστόρημα του Τζον Μ. Κούτσι με τίτλο «Περιμένοντας τους βαρβάρους».

Η συνάντηση θα γίνει την Τετάρτη 19 Νοεμβρίου στις 7.00 το απόγευμα στο χώρο της Παπαχαραλαμπείου Βιβλιοθήκης και θα είναι ανοιχτή για κάθε ενδιαφερόμενο.

Τηλ. επικοινωνίας 26340 27388

 

Περιμένοντας τους βαρβάρους

 

Από τους τρεις σημαντικότερους σύγχρονους νοτιοαφρικανούς πεζογράφους, τη Ναντίν Γκόρντιμερ, τον Αντρέ Μπρινκ και τον Τζον Μ. Κούτσι, ο τελευταίος είναι όχι απλώς ο αντιπροσωπευτικότερος αλλά αναμφισβήτητα και ο ριζοσπαστικότερος. Οταν το 1980 δημοσίευε το Περιμένοντας τους βαρβάρους, το μυθιστόρημα που θα τον έκανε διεθνώς γνωστό, ο Κούτσι μόλις είχε συμπληρώσει τα 40 του χρόνια.

Ο καβαφικός τίτλος του βιβλίου είναι απολύτως συμβατός με το περιεχόμενό του. Πρόκειται για την ιστορία κάποιου δικαστικού επιτρόπου σε συνοριακό οικισμό μιας χώρας που δεν κατονομάζεται, μιας αυτοκρατορίας, όπως τη λέει ο συγγραφέας, η οποία ωστόσο μας παραπέμπει στη Νότια Αφρική της εποχής. Ο επίτροπος κάνει τα στραβά μάτια στις παρατυπίες και στη σκληρότητα του στρατιωτικού διοικητή, του συνταγματάρχη Τζολ, που έχει αφιερώσει τη ζωή του στην προστασία των ακριτικών και έρημων περιοχών της αυτοκρατορίας από τους «βαρβάρους». Οταν όμως γίνεται μάρτυρας των βασανιστηρίων και των απάνθρωπων ανακριτικών μεθόδων του συνταγματάρχη, ο επίτροπος λύνει τη σιωπή του. Σε αυτό συμβάλλει και η σχέση που δημιουργεί με μια «βάρβαρη» κοπέλα, η οποία γυρίζει στους δρόμους κουτσή και τυφλή από τα βασανιστήρια. Ο επίτροπος την περιποιείται, τη συνεφέρνει και αποφασίζει να την πάει στους δικούς της. Μόλις όμως ο ίδιος επιστρέφει στον τόπο του, τον ρίχνουν στη φυλακή με την κατηγορία της προδοσίας.

Στήνοντας μια σύγχρονη «αποικία των τιμωρημένων» ο Κούτσι μας προσφέρει αυτό το αλληγορικό και αγρίως καταγγελτικό μυθιστόρημα για το ρατσιστικό καθεστώς της Νότιας Αφρικής. Ο, τι απογειώνει την αφήγησή του ωστόσο είναι η αναγωγή του πολιτικού μύθου στην ανθρώπινη συνθήκη. Οι ήρωές του δεν είναι σχηματικοί και μονοσήμαντοι. Ο συνταγματάρχης Τζολ, λ.χ., δεν είναι καλός ή κακός. Έχει την αφέλεια και τη βαρβαρότητα του παιδιού, τα ερωτήματα και ταυτοχρόνως τις ακλόνητες βεβαιότητές του. Και είναι προϊόν μιας αντιορθολογικής κοινωνίας που, στην προσπάθειά της να προστατέψει τον κόσμο της και τον «πολιτισμό» της, εκβαρβαρώνεται και η ίδια. Από την άλλη, δεν είμαστε βέβαιοι αν ο δικαστικός επίτροπος είναι πλάσμα αποστολικό ή απλώς ανόητος και αφελής, ενώ κανένας από τους υπόλοιπους χαρακτήρες δεν έχει την επιθυμία ή τη δύναμη να υποφέρει, αφού κάτι τέτοιο θα ήταν εναντίον της ανθρώπινης φύσης. Ωστόσο εκείνο που ζει και αυτό που πράττει κανείς με την πεποίθηση ότι είναι σωστό ισοφαρίζει την αμφιβολία για το αν ο ίδιος ως άτομο αξίζει και αν ο κόσμος στο σύνολό του έχει κάποιο νόημα.

Στην παράδοση του κλασικού ρεαλισμού ο Κούτσι προσθέτει το πρόβλημα του διχασμού και της αντίφασης λόγων και πράξεων, ατόμου και κοινωνίας. Μεταξύ του παθητικού χρόνου της αναμονής και του οδυνηρού βιώματος του παρόντος, της λογικής, της συμπάθειας και του παραλογισμού, μεσολαβεί ο φόβος, η αβεβαιότητα και το άγχος της βίας. Δεν είναι καινούργιο στην τέχνη το ότι η ανθρώπινη φύση ήταν και παραμένει terra incognita. Γι' αυτό άλλωστε και ο άνθρωπος που θέλει να είναι ισορροπημένος πρέπει να μάθει να ζει με τις σκιές του. Να πράττει, με άλλα λόγια, σύμφωνα με τα όσα του υπαγορεύει η συνείδησή του, αλλά να μη νιώθει μίσος ή αντιπάθεια για τον αντίπαλο. Το δράμα του Δυτικού είναι ότι ζώντας σε έναν πολιτισμό παροχών και συνεχών επιβεβαιώσεων αυτό δεν μπορεί να το καταλάβει. Στον Κούτσι, όπως και για εντελώς διαφορετικούς λόγους στον Μαλρό, η Ιστορία παίρνει τα χαρακτηριστικά της Μοίρας. Ο βάρβαρος επομένως δεν βρίσκεται έξω από τα σύνορα αλλά μέσα μας.

(Πηγη: http://www.tovima.gr)

Πρόσθετες Πληροφορίες